Τζόνσον και Τραμπ – η αναρρίχηση του πρώτου στην πρωθυπουργία «εξασφαλίζει» για τη Βρετανία ρήξη με την ΕΕ και εξάρτηση από την Αμερική του Τραμπ | CreativeProtagon
Επικαιρότητα

Οι Tζόνσον, Τραμπ, Σαλβίνι και Σία – και το μάθημα Ιστορίας

Οι λαϊκιστές με την έξαλλη ρητορική τους παράγουν αδιανόητες συνέπειες, και η απάντηση δεν είναι ο αποτυχημένος «ήρεμος σκεπτικισμός» λέει ο Γκίντεον Ράχμαν στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς - Ο,τι απέτυχε τη δεκαετία του ’30 ως μέσο συγκράτησης, γιατί να επιτύχει σήμερα;
Protagon Team

O Μπόρις Τζόνσον κατάφερε και κατέκτησε την πρωθυπουργία στη Βρετανία, ενώ η Αμερική έχει από καιρό πέσει στα προεδρικά χέρια του Ντόναλντ Τραμπ. Αυτές είναι δύο από τις σταθερές του παρόντος, άγνωστον για πόσον καιρό ακόμη, αλλά ο Γκίντεον Ράχμαν των «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» τις λαμβάνει υπόψη του.

Επειδή ο γνωστός αναλυτής αυτές τις ημέρες διαβάζει κείμενα του Σεμπάστιαν Χάφνερ, του γερμανού δημοσιογράφου και ιστορικού της δεκαετίας του 1930, δεν μπόρεσε να αποφύγει τον πειρασμό να «αναμείξει» τον Μεσοπόλεμο στα ζητήματα της σημερινής εποχής.

Ο Ράχμαν δεν θεωρεί, βεβαίως, τους Τζόνσον και Τραμπ «μετενσαρκώσεις του Χίτλερ και του Μουσολίνι», ωστόσο είναι επηρεασμένος πολύ από την ανάγνωση του έργου του Χάφνερ. Βλέποντας τους Τόρις να γλιστρούν προς την εθνικιστική Δεξιά και το Εργατικό Κόμμα, από την άλλη πλευρά, προς τη ριζοσπαστική Αριστερά, διαπιστώνει ότι στη Βρετανία πλέον «πολλοί κεντρώοι μένουν πολιτικά άστεγοι». Το ίδιο κενό πολιτικής εκπροσώπησης διαπίστωνε και ο Χάφνερ στην εποχή του, γράφοντας ότι οι πολιτικά συνετοί και μετριοπαθείς έμειναν «χωρίς όνομα, χωρίς κόμμα, χωρίς εξουσία». Εν τω μεταξύ οι ναζί κατακτούσαν ολοένα και περισσότερο πολιτικό έδαφος μέσα στη γερμανική κοινωνία.

«Το μίσος των σημερινών λαϊκιστών για το λεγόμενο βαθύ κράτος απηχεί εκείνο της γερμανικής Δεξιάς της δεκαετίας του ‘20 για το σύστημα» γράφει  ο Ράχμαν. Και θυμίζει στους αναγνώστες του τον Χάφνερ και την πνευματική περιφρόνησή του για τους ναζιστές, για την «επαναστατική τους γλώσσα» που «κάθε συλλαβή της συνεπαγόταν κάποια ηλίθια βιαιοπραγία».

Eκείνη η περιφρόνηση απεδείχθη παγίδα: οι δημοκράτες αψήφησαν τον πραγματικά μεγάλο κίνδυνο, πίστεψαν ότι και υπό τη διακυβέρνηση Χίτλερ θα επιβίωναν οι ίδιοι μέσα στην ιδιώτευσή τους, όπως και ότι θα άντεχαν οι δημοκρατικοί θεσμοί. Η φαινομενική κανονικότητα φάνηκε να θριαμβεύει πάνω στη σκληρή ναζιστική ρητορική, αλλά τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι. Η ρητορική γέννησε γεγονότα.

Ο Ράχμαν δεν μπορεί να αποφύγει έναν παραλληλισμό με τη ρητορική του Τραμπ, αυτήν που καλεί τους μαύρους, ισπανόφωνους και μουσουλμάνους βουλευτές να «γυρίσουν στα χωριά τους, εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν και ήρθαν στην Αμερική». Επίσης ο αρθρογράφος θεωρεί «αδιανόητο» ότι η γλώσσα των λαϊκιστών ηγετών έχει πρακτικές συνέπειες τον 21ο αιώνα. Επ’ αυτού και ακόμη μία φορά ο Χάφνερ μέσα από τα κείμενά του τον προειδοποιεί: «Ο “ήρεμος σκεπτικισμός” δεν ήταν η σωστή απάντηση στη δεκαετία του 1930».

Και σήμερα; Τι γίνεται σήμερα;