Η Κούβα βρίσκεται στο χείλος μιας βαθιάς ανθρωπιστικής και οικονομικής καταστροφής. Η φτώχεια, η μαζική μετανάστευση, η έλλειψη βασικών αγαθών και η αδυναμία του καθεστώτος να προχωρήσει σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις δημιουργούν μια κρίση που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί, αλλά ούτε και να συγκρατηθεί χωρίς ριζική αλλαγή πορείας.
Η καθημερινότητα στην Κούβα έχει φτάσει σε ένα σημείο που δύσκολα μπορεί κανείς να κατανοήσει πώς οι απλοί άνθρωποι καταφέρνουν να επιβιώσουν. Η εικόνα είναι ζοφερή: Τα βασικά αγαθά κοστίζουν πολλαπλάσια από τον επίσημο μέσο μηνιαίο μισθό των 6.506 πέσος, ποσό που, σύμφωνα με την ανεπίσημη ισοτιμία που χρησιμοποιούν όλοι, αντιστοιχεί μόλις σε περίπου 14 δολάρια. Ακόμη και γιατροί και δάσκαλοι, επαγγελματίες που στο παρελθόν είχαν ένα στοιχειώδες κύρος, καλούνται να ζήσουν με αυτό το πενιχρό ποσό.
Εκείνοι που βρίσκονται στα χαμηλότερα κλιμάκια του κρατικού τομέα, όπως καθαριστές ή υπάλληλοι μουσείων, λαμβάνουν 2.500 πέσος, κάτι λιγότερο από πέντε δολάρια. Ταυτόχρονα, μια καρτέλα με 30 αυγά κοστίζει 2.800 πέσος, δηλαδή περισσότερο από τον μηνιαίο μισθό πολλών εργαζομένων. Ακόμη και τα πιο βασικά τρόφιμα, ένα κιλό ρύζι και ένα κιλό φασόλια, κοστίζουν μαζί περίπου όσα λαμβάνει ένας εργαζόμενος για δέκα ημέρες δουλειάς.
Υπό αυτές τις συνθήκες, γράφει ο Economist, δεν είναι τυχαίο ότι το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα του ΟΗΕ, που συνήθως δρα σε χώρες της Αφρικής, πλέον βοηθά παιδιά στην Κούβα να μην λιμοκτονήσουν.
Παράλληλα, οι δυσκολίες της καθημερινότητας είναι εξαντλητικές για τους ανθρώπους. Το ηλεκτρικό ρεύμα διακόπτεται για τουλάχιστον τέσσερις ώρες την ημέρα στις περισσότερες περιοχές, ενώ σε άλλες απουσιάζει σχεδόν μόνιμα. Σε συνθήκες αποπνικτικής ζέστης, ανεμιστήρες και κλιματιστικά μένουν κλειστά. Η ύδρευση επίσης διακόπτεται συχνά, καθιστώντας το μαγείρεμα, το πλύσιμο, ακόμη και τη χρήση τουαλέτας, σχεδόν αδύνατα.
Ερευνα του Παρατηρητηρίου Κοινωνικών Δικαιωμάτων δείχνει ότι το 89% των νοικοκυριών ζουν σε συνθήκες «ακραίας φτώχειας», το 70% παραλείπει τουλάχιστον ένα γεύμα την ημέρα και το 58% των ηλικιωμένων άνω των 70 ετών λαμβάνει σύνταξη περίπου 4.500 πέσος τον μήνα, γύρω στα δέκα δολάρια. Μόλις το 3% μπορεί να προμηθευτεί τα φάρμακά του από τα φαρμακεία, που είναι σχεδόν άδεια.
Η δημόσια συγκοινωνία έχει σχεδόν καταρρεύσει. Τα λεωφορεία είναι ελάχιστα, οι δρόμοι γεμάτοι ανθρώπους που προσπαθούν να κάνουν ωτοστόπ, ενώ όσοι διαθέτουν αυτοκίνητο συχνά δεν βρίσκουν καύσιμα, ή απλώς δεν μπορούν να τα πληρώσουν. Τα πρατήρια δεν λειτουργούν τακτικά και οι οδηγοί περιμένουν ακόμη και μια εβδομάδα για να πάρουν μια μικρή ποσότητα βενζίνης, την οποία πληρώνουν σε τιμή πολλαπλάσια του μισθού τους. Η εικόνα των άδειων δρόμων, ακόμη και σε κεντρικούς αυτοκινητοδρόμους, μαρτυρά το μέγεθος της κρίσης.
Για πολλούς Κουβανούς, η μόνη σανίδα σωτηρίας είναι τα εμβάσματα από συγγενείς τους στο εξωτερικό, γράφει ο Economist. Πάνω από 3 εκατομμύρια Κουβανοί ζουν στο εξωτερικό, κυρίως στις ΗΠΑ. Αλλοι στρέφονται στον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος μέχρι πρόσφατα ήταν απαγορευμένος από το κομμουνιστικό καθεστώς. Εκεί οι μισθοί μπορεί να είναι οκταπλάσιοι από τους κρατικούς. Και, βέβαια, ολοένα και πιο πολλοί εγκαταλείπουν τη χώρα. Υπολογίζεται ότι την τελευταία πενταετία έχει μεταναστεύσει περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού, μια πρωτοφανής αιμορραγία ανθρώπινου δυναμικού. Από το 2020 έως σήμερα υπολογίζεται ότι έφυγαν σχεδόν 2,75 εκατομμύρια άτομα, 788.000 από αυτά την προηγούμενη χρονιά. Παράλληλα, η γεννητικότητα έχει κατρακυλήσει στο 1,29 παιδί ανά γυναίκα.
Το αποτέλεσμα είναι ένα τεράστιο κενό ειδικευμένου προσωπικού. Οι οικογενειακοί γιατροί μειώθηκαν κατά το ήμισυ μέσα σε έναν χρόνο. Ακόμη και το περίφημο εθνικό μπαλέτο της Κούβας έχει χάσει το μισό του δυναμικό. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι η Κούβα κατατάσσεται τελευταία σε παραγωγικότητα στη Λατινική Αμερική, κάτω ακόμη και από την ταραχώδη Αϊτή.
Η οικονομία βρίσκεται σε κατάσταση αποσύνθεσης. Η άλλοτε κραταιά βιομηχανία ζάχαρης έχει σχεδόν εκλείψει: η φετινή παραγωγή φτάνει οριακά τους 150.000 τόνους, από 8 εκατομμύρια το 1989. Η Κούβα αναγκάζεται πλέον να εισάγει ζάχαρη. Ο τουρισμός, κάποτε βασικός πυλώνας της οικονομίας, δεν έχει ανακάμψει μετά την πανδημία, και τα μεγάλα ξενοδοχεία μένουν άδεια. Στο κέντρο και την παλιά Αβάνα κυριαρχούν εγκατάλειψη και φτώχεια: δρόμοι γεμάτοι λακκούβες, σκουπίδια, κτίρια του 19ου αιώνα που καταρρέουν. Στα κρατικά καταστήματα οι προθήκες είναι άδειες και οι πολίτες περιφέρονται χωρίς σκοπό, κουρασμένοι και παραιτημένοι.
Ο πληθωρισμός, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Economist, κινείται γύρω στο 15%, το πέσο έχει χάσει σχεδόν όλη του την αξία (από 20 πέσος για κάθε δολάριο το 2019, έφτασε τα 450), ενώ το ΑΕΠ έχει συρρικνωθεί κατά 11% από το 2019. Το μοναδικό στοιχείο που δίνει κάποια ελπίδα είναι η άνοδος του ιδιωτικού τομέα. Από το 2021 επιτρέπεται η δημιουργία μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που πλέον καλύπτουν πάνω από το μισό λιανικό εμπόριο και απασχολούν το ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού.
Ωστόσο, το καθεστώς παραμένει διστακτικό και καχύποπτο απέναντι στην επιχειρηματικότητα. Παρά το ότι οι Κουβανοί του ιδιωτικού τομέα είναι πλέον σαφώς πιο εύποροι, η κυβέρνηση δυσκολεύεται να αποφασίσει αν θέλει να τους ενθαρρύνει ή απλώς να τους ανεχθεί. Οι νόμοι είναι ασαφείς και η γραφειοκρατία λειτουργεί ως μόνιμο εμπόδιο. Πολλοί επιχειρηματίες περιγράφουν ένα περιβάλλον όπου «τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο» και «όλα γίνονται έμμεσα», εξαιτίας του φόβου της κυβέρνησης ότι η οικονομική απελευθέρωση θα οδηγήσει σε πολιτική αλλαγή.
Το καθεστώς είναι βαθιά εγκλωβισμένο στις ίδιες του τις αντιφάσεις και δεν έχει δείξει διάθεση για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Ο Ραούλ Κάστρο, παρότι αποσύρθηκε, συνεχίζει να ασκεί επιρροή και αντιτίθεται σε οποιαδήποτε απόκλιση από τον μαρξιστικό ορθόδοξο δρόμο. Ο πρόεδρος Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ θεωρείται μια αδύναμη φιγούρα χωρίς πρωτοβουλία. Η αντιπολίτευση στο εσωτερικό είναι αποδυναμωμένη, οι διαφωνούντες συλλαμβάνονται και οι μαζικές διαμαρτυρίες του 2021 καταπνίγηκαν βίαια.
Οι περισσότεροι Κουβανοί, εξαντλημένοι από τη φτώχεια και την καταπίεση, δεν βρίσκουν πια τη δύναμη να διεκδικήσουν μια αλλαγή, καταλήγει ο Economist, ενώ η χώρα συνεχίζει να βυθίζεται. Οπως πολύ απλά το έθεσε ένας 52χρονος οδηγός ταξί: «Το σύστημα είναι τόσο χαλασμένο, που δεν διορθώνεται. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να το καταργήσεις και να ξεκινήσεις από την αρχή».
