Πότε θα γίνουν οι εκλογές;
| Shutterstock/ CreativeProtagon
Απόψεις

Πότε θα γίνουν οι εκλογές;

Ο παράγοντας που προκαλεί προβληματισμό στο Μέγαρο Μαξίμου είναι ο κίνδυνος μιας εκλογικής αναμέτρησης με χαρακτηριστικά πολιτικής αποσύνθεσης αντίστοιχα -έστω σε διαφορετική κλίμακα- με εκείνα του Μαΐου του 2012. Η ατάκα Μητσοτάκη, η επιτάχυνση Καρυστιανού στο αντι-συστημικό γήπεδο και οι υπολογισμοί για τον κατάλληλο χρόνο ως «αντίδοτο»
Αλέκος Παπαναστασίου

Πατάμε ήδη στο 2026 και τα στρατόπεδα ετοιμάζονται για την τελική αναμέτρηση. Παρότι απομένουν περίπου 16 μήνες μέχρι τις εθνικές εκλογές –εφόσον αυτές διεξαχθούν την άνοιξη του 2027– και παρότι η κυβέρνηση αφήνει να εννοηθεί ότι προγραμματίζει δράσεις ακόμη και για τον Απρίλιο του 2027 (όταν ο κατώτατος μισθός προαναγγέλλεται ότι θα φτάσει τα 950 ευρώ), η είσοδος στη νέα χρονιά σηματοδοτεί την επιτάχυνση της πολιτικής αντιπαράθεσης σε μια ατμόσφαιρα κλιμακούμενης όξυνσης. Θα χυθεί βενζίνη στο πολιτικό τερέν, αυτό είναι βέβαιο, κυρίως από την πλευρά των αντισυστημικών δυνάμεων. 

Το κλίμα αυτό ήταν ορατό ακόμη και την περίοδο των εορτών, αν κρίνει κανείς από τις δηλώσεις και τις κινήσεις που έγιναν. Για παράδειγμα, οι τοποθετήσεις της Μαρίας Καρυστιανού –με αιχμή την «ιδέα» που είδε το φως της δημοσιότητας για «δήμευση περιουσιών διεφθαρμένων πολιτικών» ως κεντρικό πολιτικό αίτημα της κίνησης στην οποία προτίθεται να συμμετάσχει–, αλλά και η παρουσία της σε αγροτικό μπλόκο, λειτούργησαν ως ενδείξεις μιας ευρύτερης κινητοποίησης.

Θα επιχειρηθεί αυτή η ατμόσφαιρα να αποκτήσει χαρακτηριστικά 2010-2015 και από τις άλλες αντισυστημικές δυνάμεις μέσα από τον μεταξύ τους ανταγωνισμό; Θα φτάσουμε ξανά σε «κρεμάλες»; Δεν αποκλείεται. 

Το βέβαιο είναι ότι η πρόεδρος του συλλόγου «Τέμπη 2023» αναδεικνύεται, με βάση τις μετρήσεις και το πολιτικό κλίμα που διαμορφώνεται, σε «X-factor» του αντισυστημικού χώρου. Παράλληλα, το 2026 αναμένεται να φωτίσει και τις προθέσεις δύο πρώην πρωθυπουργών, του Αλέξη Τσίπρα και του Αντώνη Σαμαρά, οι οποίοι κινούνται –από διαφορετικές αφετηρίες αλλά με συγκλίνον χρονοδιάγραμμα– προς την κατεύθυνση δημιουργίας νέων πολιτικών σχηματισμών.

Το ερώτημα, επομένως, είναι πώς τοποθετείται απέναντι σε αυτή τη σύνθετη εικόνα το Μέγαρο Μαξίμου. Τι προσδοκά και τι φοβάται ο Πρωθυπουργός, τόσο από την ενίσχυση των αντισυστημικών δυνάμεων όσο και από τις κινήσεις των δύο προκατόχων του…

Ας τα πάρουμε με τη σειρά.

Καταρχάς, ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρεί το πλεονέκτημα της πρωτοβουλίας. Ο ίδιος θα αποφασίσει τον χρόνο των εκλογών και το αν αυτές θα είναι πρόωρες. Υπό αυτή την έννοια, οι παράμετροι της απόφασης έχουν ιδιαίτερη πολιτική σημασία.

Αν δεν υπάρξει κάποια απρόβλεπτη εξέλιξη –κάτι που προς το παρόν δεν διαφαίνεται–, η παρουσία του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ του 2026 θα αποτελέσει το (ανεπίσημο) σημείο εκκίνησης της προεκλογικής περιόδου. Προηγουμένως, το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο για την κυβέρνηση: πιθανώς οι αγρότες να παραμένουν στους δρόμους, νέα δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ αναμένεται στη Βουλή –και αμέσως μετά ο τελευταίος ανασχηματισμός θεωρείται πολύ πιθανός–, ενώ παράλληλα η χώρα θα εισέρχεται στο χρονικό διάστημα που οδηγεί στην τρίτη επέτειο της τραγωδίας των Τεμπών, με τις κοινωνικές και πολιτικές φορτίσεις που αυτό συνεπάγεται.

Εάν η κυβέρνηση καταφέρει να βαδίσει έως το προσεχές Πάσχα (12 Απριλίου) έχοντας απορροφήσει ως έναν βαθμό την πίεση αυτής της περιόδου, τότε οι εισηγήσεις προς τον κ. Μητσοτάκη για πρόωρες εκλογές το φθινόπωρο του 2026 αναμένεται να επανέλθουν στο τραπέζι με μεγαλύτερη ένταση.

Υπάρχει, ωστόσο, ένας παράγοντας που προκαλεί προβληματισμό στο Μέγαρο Μαξίμου και δεν αντιμετωπίζεται εύκολα από αυτό το σενάριο: ο κίνδυνος μιας εκλογικής αναμέτρησης με χαρακτηριστικά πολιτικής αποσύνθεσης, αντίστοιχα –έστω σε διαφορετική κλίμακα– με εκείνα του Μαΐου του 2012. Οχι δηλαδή υπό τον κίνδυνο μιας κατάρρευσης της Νέας Δημοκρατίας στο 18,85%, όπως τότε, αλλά με τα συμφραζόμενα μιας πρώτης κάλπης που θα λειτουργήσει ως εκτόνωση οργής και δυσαρέσκειας, με την ασφάλεια της εντύπωσης ότι θα ακολουθήσουν και άλλες εκλογές «για την κυβέρνηση».

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το εναλλακτικό σενάριο που συζητείται στο πρωθυπουργικό επιτελείο και μοιάζει να «πρόδωσε» με μια ατάκα του ο κ. Μητσοτάκης. Στις 30 Δεκεμβρίου, κατά την επίσκεψή του στο εργοτάξιο του νέου γηπέδου του Παναθηναϊκού στον Βοτανικό, ο πρωθυπουργός σχολίασε: «Μάιος του ’27 είναι μια καλή ημερομηνία γενικά…». Η φράση, παρουσία του δημάρχου Αθηναίων Χάρη Δούκα και του ιδιοκτήτη της ΠΑΕ Γιάννη Αλαφούζου, εξελήφθη –όχι αδικαιολόγητα– ως έμμεση αναφορά στον εκλογικό σχεδιασμό (διαβάστε στη «Βαβέλ» για τον χρησμό του κ. Μητσοτάκη).

Το σενάριο των εκλογών τον Μάιο του 2027 (από τις 9 Μαΐου και μετά, καθώς 2 Μαΐου πέφτει το Πάσχα) θεωρείται «αντίδοτο» από όσους το μελετούν στο ενδεχόμενο μιας «χαλαρής» πρώτης αναμέτρησης. Οπως είναι γνωστό, από την 1η Ιουλίου 2027 η Ελλάδα αναλαμβάνει την κυλιόμενη προεδρία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, γεγονός που θα επιτρέψει στον κ. Μητσοτάκη να προτάξει εκ νέου το επιχείρημα της σταθερότητας και της θεσμικής συνέχειας.

Με βάση τα συνταγματικά όρια, βέβαια, οι εκλογές θα μπορούσαν να διεξαχθούν ακόμη και τον Ιούνιο του 2027. Το κρίσιμο, ωστόσο, ερώτημα είναι ποια ημερομηνία υπηρετεί τη λεπτή ισορροπία, έτσι ώστε η αποτροπή ενός κλίματος «εκλογών διαμαρτυρίας» να μην εκληφθεί ως πίεση, ή ακόμη και ως εκβιασμός, υπό τη σκιά της επερχόμενης ευρωπαϊκής προεδρίας. Γιατί στην προκειμένη περίπτωση το ζητούμενο για το Μέγαρο Μαξίμου δεν είναι απλώς ο χρόνος των εκλογών, αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα διαμορφωθεί το πολιτικό τους νόημα.

Exit mobile version