Απόψεις

Η Τουρκία και το δίλημμα του αντιλαϊκισμού

Μελέτες πολιτικών επιστημόνων έχουν καταδείξει ότι δεν αγνοούν πως υπονομεύουν τη δημοκρατία όλοι όσοι ψηφίζουν αυταρχικούς, λαϊκιστές ηγέτες. Αλλά όταν είναι αντιμέτωποι με μια λογική εμείς-εναντίον-εκείνων και έναν συνασπισμό της αντιπολίτευσης του οποίου οι τελικές προθέσεις είναι αβέβαιες, ενδέχεται να επιλέξουν αυτό που αντιλαμβάνονται ως το μικρότερο κακό
Γιαν-Βέρνερ Μίλερ

Μετά από ένα χρόνο διστακτικών διαπραγματεύσεων, έξι από τα κόμματα της τουρκικής αντιπολίτευσης συσπειρώθηκαν, επιτέλους, γύρω από έναν μοναδικό προεδρικό υποψήφιο στις εκλογές του Μαΐου, ευελπιστώντας να τερματίσουν την ολοένα πιο αυταρχική και κατασταλτική, διάρκειας δύο δεκαετιών, διακυβέρνηση της χώρας από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Αυτόν τον μήνα το λεγόμενο Τραπέζι των Εξι κατέληξε στον Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, τον ηγέτη του σοσιαλδημοκρατικού και κοσμικού Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), αφού είχε παραγκωνίσει νεότερους, πιο χαρισματικούς διεκδικητές, όπως ο δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου, ο οποίος ανακατέλαβε την πόλη στο όνομα του CHP από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ερντογάν το 2019.

Oταν ένα αυταρχικό λαϊκιστικό καθεστώς νοθεύει το δημοκρατικό σύστημα, εξυπακούεται ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης πρέπει να συνδυάζουν δυνάμεις για να έχουν κάποια πιθανότητα να κερδίσουν τις εκλογές. Αλλά μια τέτοια ενότητα, αν και απαραίτητη, δεν αρκεί για την επιτυχία. Στην πραγματικότητα, το πιο δύσκολο κομμάτι έρχεται μετά την απόφαση για συνένωση.

Αντιπολιτευόμενα κόμματα που ενώνονται για να απομακρύνουν έναν συγκεκριμένο ηγέτη ή κόμμα – ειδικά έναν «λαϊκιστή αυταρχικό ηγέτη» – πρέπει να θέτουν αυτή την επιταγή πάνω από τις άλλες προγραμματικές τους δεσμεύσεις. Αλλωστε οι λαϊκιστές ηγέτες έχουν παράδοση στην υπονόμευση της δημοκρατίας, και υπάρχει κάθε λόγος να πιστεύεται ότι θα κάνουν ακόμη μεγαλύτερη ζημιά εάν επανεκλεγούν.

Για παράδειγμα ο ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπαν χρησιμοποίησε το διάστημα αμέσως μετά από άδικες εκλογές –όταν η αντιπολίτευση και η κοινωνία των πολιτών είχαν αποθαρρυνθεί εντελώς– για να προωθήσει αμφιλεγόμενες πολιτικές και προβεί σε προκλήσεις πολιτιστικού πολέμου. Το παραπλανητικό μνημείο της Βουδαπέστης για τη γερμανική κατοχή που ουσιαστικά απαλλάσσει την Ουγγαρία από οποιαδήποτε συνενοχή στο Ολοκαύτωμα, ανεγέρθηκε αμέσως μετά τις εκλογές του 2014.

Ομως όσο λογική και εάν είναι αυτή η υποχρέωση «ελέγχου των ζημιών», υποδηλώνει ότι όλη η πολιτική περιστρέφεται γύρω από τον αυταρχικό ηγέτη. Αυτό ακριβώς θέλουν οι λαϊκιστές ηγέτες. Διαπρέπουν στο να χρησιμοποιούν την πόλωση και την εξατομίκευση προς όφελός τους: «Είναι όλοι εναντίον μου, εναντιον του μοναδικού ηγέτη που εκπροσωπεί πραγματικά τον λαό».

Σημαντικές πρόσφατες μελέτες πολιτικών επιστημόνων έχουν καταδείξει ότι δεν αγνοούν ότι υπονομεύουν τη δημοκρατία όλοι όσοι ψηφίζουν αυταρχικούς, λαϊκιστές ηγέτες, ούτε αδιαφορούν για αυτό. Αλλά όταν είναι αντιμέτωποι με μια λογική εμείς-εναντίον-εκείνων και έναν συνασπισμό της αντιπολίτευσης του οποίου οι τελικές προθέσεις είναι αβέβαιες, ενδέχεται να επιλέξουν αυτό που αντιλαμβάνονται ως το μικρότερο κακό.

Επιπλέον τα συνασπισμένα κόμματα της αντιπολίτευσης τείνουν να συμφωνούν σε υποψηφίους που μοιάζουν πολύ με το πρόσωπο στο οποίο εναντιώνονται, μόνο που εμφανίζονται πιο δημοκρατικοί. Πέρυσι η συμμαχία της αντιπολίτευσης στην Ουγγαρία συμφώνησε να στηρίξει έναν συντηρητικό καθολικό δήμαρχο της επαρχίας στην προσπάθειά της να απομακρύνει τον νυν ακροδεξιό λαϊκιστή ηγέτη. Παρομοίως διαδοχικοί συνασπισμοί της ισραηλινής αντιπολίτευσης προσπάθησαν να νικήσουν τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, προβάλλοντας σκληρές κεντροδεξιές προσωπικότητες όπως ο απόστρατος στρατηγός Μπένι Γκαντζ. Η κοινή παραδοχή φαίνεται να είναι ότι η αποκατάσταση της δημοκρατίας επιβλέπεται καλύτερα από βετεράνους. Αυτό λειτούργησε για τους Δημοκρατικούς στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2020 και για τη Δυτική Ευρώπη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν πατερναλιστικές προσωπικότητες όπως ο Κόνραντ Αντενάουερ και ο Σαρλ νττε Γκολ κυριάρχησαν στη γερμανική και τη γαλλική πολιτική αντίστοιχα.

Ωστόσο τέτοιες στρατηγικές συχνά αποτυγχάνουν, είτε επειδή κάνουν την αντιπολίτευση να φαίνεται καθαρά αντιδραστική, είτε (λιγότερο προφανώς) επειδή καταδεικνύουν ηττοπαθητικά ότι οι πολιτικές παράμετροι που καθιέρωσαν οι κυβερνώντες λαϊκιστές έχουν καταστεί η νέα κανονικότητα. Στην Τουρκία το «Τραπέζι των Εξι» υποκύπτει μέχρι στιγμής στην εθνικιστική πίεση, απορρίπτοντας το φιλοκουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP). Παρομοίως η νυν αντιπολίτευση στην ακροδεξιά ισραηλινή κυβέρνηση του Νετανιάχου εξακολουθεί να αρνείται να συμπεριλάβει εκπροσώπους των Αράβων. Ο ισχυρός εθνικισμός – και η περιορισμένη προσοχή στα δικαιώματα των μειονοτήτων – θεωρείται πολιτικό δεδομένο.

Ακόμα και εάν οι αντιλαϊκιστές μπορούν να ενωθούν ενάντια σε έναν κοινό αντίπαλο, η αλλαγή των παραμέτρων της πολιτικής είναι πολύ πιο δύσκολο έργο. Αντί να επικαλούνται απλώς την κοινή τους αντιπάθεια για τον ισχυρό άνδρα, πρέπει να συζητούν ένα ευρύτερο σύνολο θεμάτων και να εστιάζουν σε ζητήματα πολιτικών προγραμμάτων και βασικών αρχών. Ενώ η ιδεολογική ετερογένεια μπορεί να παραμεριστεί στο όνομα της ήττας ενός λαϊκιστή ηγέτη, όλοι γνωρίζουν ότι θα επιστρέψει εκδικητικά μόλις ολοκληρωθεί αυτό το καθήκον, και αυτή η κοινή γνώση γεννά στους ψηφοφόρους αμφιβολίες όσο αφορά το πώς θα κυβερνούσε πραγματικά ένας συνασπισμός.

Προς τιμήν του, το Τραπέζι των Εξι περιέγραψε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα συνέβαλαν σημαντικά στην αποκατάσταση του κράτους δικαίου και στην κατάργηση του υπερπροεδρικού συστήματος που έδωσε στον Ερντογάν ουσιαστικά απεριόριστες εξουσίες. Το Ανώτατο Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης της Τουρκίας και το Συμβούλιο Ανώτατης Εκπαίδευσης – τα είδη των θεσμών στην κατάληψη των οποίων ειδικεύονται οι λαϊκιστές (στο όνομα του «λαού», φυσικά) – θα καθίσταντο ξανά αυτόνομα. Και με τη δέσμευση να βασίζεται σε απρόσωπους θεσμούς αντί σε σουλτανικού τύπου εξουσία, η αντιπολίτευση υπόσχεται μια απομάκρυνση από τις υπερπληθωριστικές («ανορθόδοξες») οικονομικές στρατηγικές και την αλλοπρόσαλλη εξωτερική πολιτική του Ερντογάν.

Αλλά η υπόσχεση του «θεσμισμού» είναι μάλλον αφηρημένη και μπορεί εύκολα να αμφισβητηθεί από συγκρούσεις υψηλού επιπέδου σχετικά με την πολιτική της ετερογενούς συμμαχίας της αντιπολίτευσης και (ειδικά) με το προσωπικό που θα την εφαρμόσει. Για να επικρατήσουν οι ηγέτες της αντιπολίτευσης θα πρέπει να επιδείξουν μια υποτιμημένη πολιτική ικανότητα: ότι μπορούν να διαμορφώνουν τους όρους των εκλογών αντί να αντιδρούν απλώς στην άλλη πλευρά.

Δεν μπορούν απλώς να υποθέτουν ότι η διαφθορά θα ανατρέψει το κυβερνών κόμμα. Πρέπει επίσης να τονίσουν πήγε στραβά και να βρουν ισχυρά σύμβολα (όχι μόνο πολιτικά κείμενα που προκύπτουν μετά από βασανιστικές διαπραγματεύσεις) τα οποία θα δίνουν μια αίσθηση του πώς θα ήταν ένα διαφορετικό μέλλον. .

Για την τουρκική αντιπολίτευση ο πρόσφατος σεισμός —και οι αποτυχίες του καθεστώτος τόσο πριν όσο και μετά από αυτήν την καταστροφή— θα αποτελέσουν προφανές σημείο αναφοράς προεκλογικά. Αλλά το να συμβολίσει ένα διαφορετικό μέλλον είναι μια πιο απαιτητική πρόκληση


* Ο Jan-Werner Muller, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, είναι ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του «Democracy Rules» (Farrar, Straus and Giroux, 2021· Allen Lane, 2021). Το κείμενο αυτό αναδημοσιεύεται από το Project Syndicate