. | CreativeProtagon/SOOC
Απόψεις

Δεξιά του Τσίπρα, αριστερά του Μητσοτάκη…

Ολο το εκλογικό παιχνίδι θα παιχτεί στον χώρο μεταξύ των δύο μεγαλύτερων κομμάτων. Εκεί, στον χώρο του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς θα κριθούν τα πάντα: η μικρή ή η μεγάλη νίκη, ο σχηματισμός κυβέρνησης, αυτοδύναμης ή μη, οι εξελίξεις μέχρι και το 2020
Γιώργος Καρελιάς

Η εικόνα, λοιπόν, είναι συμπληρωμένη. Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αλλά και οι αρχηγοί των μικρότερων κομμάτων που θα παίξουν ρόλο στις εξελίξεις, έχουν ανοίξει τα χαρτιά τους με τις ομιλίες στους στην Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης. Απομένουν μερικά ακόμα χαρτιά, τα οποία μπορεί να ανοίξει η κυβέρνηση. Ομως, σε γενικές γραμμές, το προεκλογικό πάζλ είναι πάνω στο τραπέζι (εδώ, εδώ και εδώ).

Σήμερα θα δούμε μια άλλη διάσταση, με αφορμή μια «έκκληση» του αρχηγού της ΝΔ «στον απογοητευμένο κόσμο της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς». Ο κ. Μητσοτάκης, αλλά και οι υπόλοιποι αρχηγοί, γνωρίζουν καλά ότι αυτό το εκλογικό κοινό μπορεί –όπως και το 2015– να κρίνει τα πάντα. Συμβολικά, είναι ο χώρος στα δεξιά του ΣΥΡΙΖΑ και στα αριστερά της ΝΔ. Είναι ο χώρος που το 2015 έφερε στην κυβέρνηση τον ΣΥΡΙΖΑ, καταβαράθρωσε το ΠΑΣΟΚ στο 4,68% και στο 6,28% (Γενάρης και Σεπτέμβρης) και έβαλε το Ποτάμι στη Βουλή.

Βεβαίως, υπάρχουν και άλλοι, μικρότεροι, χώροι στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ και στα δεξιά της ΝΔ. Oμως, είτε δεν δείχνουν ιδιαίτερη δυναμική είτε τα δύο μεγάλα κόμματα θεωρούν ότι δεν κινδυνεύουν από εκεί. Για παράδειγμα, ο χώρος της Αριστεράς πέραν του ΣΥΡΙΖΑ δεν έδειξε ότι μπορεί να ξεφύγει από την εκλογική δύναμη του 2015 και μάλιστα σε μια τριετία που το κυβερνών κόμμα έκανε την μεγάλη («δεξιά») στροφή. Χωριστή περίπτωση αποτελεί το ΚΚΕ, αλλά δεν είναι ακόμα μετρήσιμο αν μπορεί να υποδεχθεί σημαντικό κομμάτι απογοητευμένων ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ. Δεύτερο παράδειγμα, ο χώρος στα δεξιά της ΝΔ (ακροδεξιά, εθνικιστική δεξιά κ.ά.), που και κερματισμένος είναι και η ΝΔ θεωρεί ότι τον έχει επικαλύψει πολιτικά, ιδιαίτερα με τη «σκληρή» στάση της στο Μακεδονικό. Κι εδώ αποτελεί χωριστή περίπτωση η Χρυσή Αυγή, αλλά δεν φαίνεται, τουλάχιστον ακόμα, αν μπορεί να αποτελέσει υποδοχέα (άλλων) ακραίων ψηφοφόρων, οι οποίοι δεν εκφράζονται από τη ΝΔ.

Πρώτο συμπέρασμα: όλο το εκλογικό παιχνίδι θα παιχτεί, παίζεται ήδη, στον ενδιάμεσο (του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ) χώρο. Και θα παιχτεί με τρεις ή τέσσερις παίκτες:

Ο ΣΥΡΙΖΑ μεγάλωσε και γιγαντώθηκε από αυτόν τον χώρο. Και η ηγεσία του γνωρίζει καλά ότι οι όποιες ελπίδες εκλογικής νίκης και, κυρίως, διατήρησής του στη θέση της κυρίαρχης δύναμης της αντιπολίτευσης εναποτίθενται σε αυτόν τον χώρο. Πολλοί ψηφοφόροι αυτής της εκλογικής περιοχής, απογοητευμένοι από την μέχρι τώρα κυβερνητική πολιτική, πυκνώνουν τις τάξεις της αποχής και της αδιευκρίνιστης ψήφου. Ο κ. Τσίπρας και οι συν αυτώ πιστεύουν ή ελπίζουν ότι μπορεί να τους επαναφέρουν στην κάλπη του ΣΥΡΙΖΑ με συγκεκριμένες κινήσεις στην αρχή της «μεταμνημονιακής εποχής» (παροχές, εξαγγελίες, κ.ά.). Επιπλέον, επειδή γνωρίζουν ότι η μεγάλη μάζα αυτών των ψηφοφόρων έχει αντιδεξιές καταβολές και αντιδεξιά οπτική, η πόλωση με τη ΝΔ θα αποτελέσει -αποτελεί ήδη- σαφέστατη επιλογή.

Η ΝΔ δεν μπορεί να ελπίζει πολλά από αυτόν τον χώρο. Οπως δείχνουν σχεδόν όλες οι μετρήσεις, έχει αποσπάσει από τον ΣΥΡΙΖΑ ικανό αριθμό απογοητευμένων ψηφοφόρων, κυρίως αυτούς («δεξιόστροφους») που έχουν προτάξει το «να φύγουν αυτοί» (οι του ΣΥΡΙΖΑ). Κατά τα άλλα, στη ΝΔ θα αρκούσε σημαντικό τμήμα άλλων ψηφοφόρων («αριστερόστροφοι») του ΣΥΡΙΖΑ είτε να απόσχουν είτε να επιστρέψουν στο ΠΑΣΟΚ. Η ΝΔ, δηλαδή, θα προσπαθήσει να αποτρέψει το ενδεχόμενο οι ψηφοφόροι αυτοί να ξαναπάνε στην κάλπη του ΣΥΡΙΖΑ, κινούμενοι από την παραδοσιακή αντιδεξιά αντίληψη «να μην έρθουν οι άλλοι» (οι της ΝΔ).

Για το ΠΑΣΟΚ, αποκτά χαρακτηριστικά επιβίωσης η απόκρουση και των δύο (συμβολικών) αυτών συνθημάτων, τα οποία αποτελούν δική του επινόηση: «Να φύγουν αυτοί (οι του ΣΥΡΙΖΑ) όχι για να έρθουν οι άλλοι (οι της ΝΔ)» είπε τις προάλλες, πάλι από τη ΔΕΘ, η Φώφη Γεννηματά. Η οποία επιχειρεί μια λεπτή άσκηση ισορροπίας. Από τη μια είναι το «να πάνε από εκεί που ήρθαν» (οι του ΣΥΡΙΖΑ), για να ικανοποιείται το σημερινό εκλογικό κοινό (και πρωτίστως το στελεχικό δυναμικό του κόμματος), που είναι άκρως αντιΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη είναι το «η χώρα δεν έχει ανάγκη από δεξιά επιστροφή», που απευθύνεται στους αντιδεξιούς (πρώην) ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, που στράφηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ το 2015 (εδώ).

Το Ποτάμι αποτελεί τον σαφώς μικρότερο παίκτη, που προσπαθεί να επιβιώσει σε αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο. Σημαντικό κομμάτι αυτών που το έστειλαν το 2015 στη Βουλή φαίνεται ότι έχει μετακινηθεί –οριστικά ή μη μένει να φανεί– προς τον κ. Μητσοτάκη. Ωστόσο, αν η ηγεσία του καταφέρει να το κατεβάσει ξανά αυτόνομο στις προσεχείς εκλογές, το όποιο αποτέλεσμα μπορεί να έχει καθοριστική σημασία για το «μετά». Διότι από τον αριθμό των κομμάτων που θα μπουν στη Βουλή εξαρτάται η αυτοδυναμία. Και, επιπλέον, ένα κόμμα σαν το Ποτάμι, που διακηρύσσει από τώρα ότι θα συμπράξει, υπό όρους, σε κυβέρνηση συνεργασίας, όπως είπε τις προάλλες στη ΔΕΘ ο Σταύρος Θεοδωράκης, μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα των εξελίξεων (εννοείται, εφόσον καταφέρει να εισέλθει στη Βουλή).

Κάπως έτσι διαμορφώνονται τα πράγματα σε αυτήν την πρώτη φάση της «μεταμνημονιακής» εποχής. Το παζλ είναι πάνω στο τραπέζι, αλλά δεν είναι ακόμα ολοκληρωμένο. Λείπουν μερικά κομμάτια του, τα οποία κρατάει ο κ. Τσίπρας. Οσοι προβλέπουν ότι όλα είναι προδιαγεγραμμένα είτε κάνουν λάθος είτε εκφράζουν την επιθυμία τους. Οπως έγινε το 2015 και μετά, τόσο με αρκετούς πολιτικούς όσο και με δημοσκόπους και αναλυτές που έπεσαν τραγικά έξω.

Αλλωστε, για τις προβλέψεις ισχύει διαχρονικά αυτή η σουρεαλιστική ρήση του Ευγένιου Ιονέσκο: «Μπορείς να προβλέψεις τα γεγονότα αφού έχουν γίνει»!