Χρήστος Λαμπράκης: η απουσία του έγινε αισθητή στον εκδοτικό, δημοσιογραφικό και καλλιτεχνικό χώρο προτού περάσουν δέκα χρόνια από τον θάνατό του | CreativeProtagon/AΠΕ
Θέματα

Χρήστος Δ. Λαμπράκης, 10 χρόνια μετά

Στις 21 Δεκεμβρίου 2019, συμπληρώθηκαν ακριβώς δέκα χρόνια από την αποδημία τού εμβληματικού εκδότη και δημιουργού του Μεγάρου Μουσικής. Μια αναδρομή στα –ελάχιστα– ενυπόγραφα κείμενά του αποδεικνύει, στην περίπτωσή του, το αριστοτελικό («Ηθικά») «αρχή άνδρα δείκνυσι»
Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης

Ο αγώνας υπέρ των αρχών (αρετή που ανάγεται στο δημοσιογραφικό λειτούργημα) και η εκπαίδευση -μουσική αλλά και ευρύτερη- ήταν δύο από τους άξονες στους οποίους, διόλου συμπτωματικά, κινήθηκε πάντα στα κείμενά του ο Χρήστος Δ. Λαμπράκης.

Από τον Ιανουάριο του 1957 ακόμη, όταν δημοσιογραφούσε στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» για την τότε πολιτική κρίση στην Ελλάδα με αφορμή τον θάνατο του λογοτέχνη και νομικού Γιώργου Θεοτοκά, έγραφε: «Τα άρθρα του Θεοτοκά και η επιχειρηματολογία που ανέπτυξε, όσο πολύτιμα κι αν ήσαν, έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Εκείνο που προείχε ήταν η ίδια η διάθεση ενός ανθρώπου που δεν είχε τίποτε να κερδίσει από τον αγώνα αυτόν αλλά εμάχετο για τις αρχές του. Και το έκανε, πολεμώντας με πάθος αλλά χωρίς εμπάθεια. Δείχνοντας ανεξικακία κι έλλειψη φανατισμού δίχως καμιάν υποχωρητικότητα. Κι αντέταξε μέχρι τέλους μιαν αναπάντεχη, σε τέτοια σύγκρουση, νηφαλιότητα, τόσο στις κραυγαλέες υπερβολές των ερεθισμένων παρατάξεων, όσο και στην μαραμένη ψυχή των ανεχομένων τα πάντα. Κατάφερε δηλαδή να δώσει σε όλους μας, πέραν πολιτικών πεποιθήσεων και ιδεολογικής τοποθέτησης, ένα άρτιο μάθημα πολιτικής και πνευματικής συμπεριφοράς. Ενα μάθημα ευεργετικό αφού, όπως έγραφεν ο ίδιος “ο αγώνας συνεχίζεται κι η φουρτούνα επίσης”.

»Η πολιτική εξουσία συχνά δεν είναι παρά ένα νομικό πλάσμα, οι Κυβερνήσεις σκλάβοι των βουλευτών και των εφημερίδων, οι εφημερίδες κι οι βουλευτές σκλάβοι των αντιθέτων συμφερόντων του ενός και του άλλου»…

Το έργο ζωής του -έχει ειπωθεί και γραφτεί επανειλημμένα και όχι αδίκως- το οποίο θέλησε να συνδυάσει με το πάθος του για την εκπαίδευση, ήταν το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Από τον Απρίλιο του 1990 σε μία από τις ελάχιστες συνεντεύξεις του (στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ») είχε δώσει το στίγμα του μεγαλόπνοου έργου για το οποίο και ο ίδιος αναγκάστηκε να κινήσει ακόμη και σκουριασμένα γραφειοκρατικά γρανάζια για να ολοκληρωθεί και να παραδοθεί στον αποδέκτη του: στο ελληνικό κοινό. Είχε τότε μιλήσει για έναν «πυρηνικό αντιδραστήρα πολιτισμού», με την έννοια ότι αυτή η έκρηξη πολιτισμού θα διαχυθεί σε όλη τη χώρα – όπως και έγινε με τη δημιουργία ανάλογων χώρων και σε άλλες πόλεις.

Aπό αριστερά: η δημοσιογράφος-κριτικός θεάτρου Ελένη Βαροπουλου, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Μεγάρου Νίκος Τσούχλος, ο Χρήστος Λαμπράκης και ο μουσικολόγος Γιώργος Λεωτσάκος στην ανακοίνωση του προγραμματισμού του Μεγάρου Μουσικής για την περίοδο 1996-1997

Τον Ιούλιο του 2003, όταν το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών βρισκόταν στο τελικό στάδιο της ολοκλήρωσής του, άρχισε η σταδιακή παράδοσή του στην ελληνική κυβέρνηση από τα μέλη των διοικήσεων τόσο του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών όσο και του Συλλόγου των Φίλων της Μουσικής. Ο Χρήστος Δ. Λαμπράκης μιλούσε για «άθλο αρχιτεκτονικό, αισθητικό και λειτουργικό» στην πραγματοποίηση του οποίου «συνέβαλαν κατά πρώτον λόγο ελληνικές επιστημονικές δυνάμεις αλλά και ειδήμονες σε πολλούς τομείς από άλλες χώρες της Ευρώπης. Μπορεί κανείς να πει χωρίς υπερβολή πως στην ολοκληρωμένη του μορφή το Μέγαρο αποτελεί αληθινά ελληνικό και ευρωπαϊκό επίτευγμα, πρωτοποριακό και μοναδικό στο είδος του».

«Στην περίοδο της σταδιακής ολοκλήρωσης του Μεγάρου», προσέθετε τον Μάιο του 2005, «μπορεί να παρουσιάστηκαν δυσκολίες και να ακούστηκαν παράπονα. Μα όταν για την ακουστική των αιθουσών εκφράστηκαν με θαυμασμό προσωπικότητες όπως ο Κλάουντιο Αμπαντο, ο Ρικάρντο Μούτι, ο Κουρτ Μαζούρ, ο Σερ Νέβιλ Μάρινερ και όταν σκηνοθέτες σαν τον Πιέρ Λουίτζι Πίτσι, τον Μπομπ Γουίλσον και τον Μίχαελ Χάμπε περιμένουν με ενθουσιασμό κάθε νέα συνεργασία, ε, τότε μπορεί να ξεχάσουμε τους ενδοιασμούς που -δικαιολογημένα ή μη- είχαν διατυπωθεί στα χρόνια της ολοκλήρωσης του Μεγάρου Μουσικής».

Οταν στον «αντιδραστήρα πολιτισμού» προστέθηκε δε και η Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη Λίλιαν Βουδούρη και ολοκληρώθηκε η επέκταση του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, ο Λαμπράκης θεωρούσε πως «με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνονται οι σκοποί των Φίλων της Μουσικής και του Μεγάρου, η δυνατότητα διαδικτυακής επικοινωνίας με όσα ελληνικά εκπαιδευτικά κέντρα θέλουν να αξιοποιήσουν το πολιτιστικό κεφάλαιο της Βιβλιοθήκης, ώστε να μεταβληθεί το Μέγαρο και η Βιβλιοθήκη σε “ατομικό αντιδραστήρα Πολιτισμού” που να ωφελήσει όλη τη χώρα».

Μια ζωή… έργα

Με επίμονη δουλειά, ο Λαμπράκης βρέθηκε στην κορυφή της λίστας με εκείνους που κατάφεραν, με έργα, να αλλάξουν τον πολιτιστικό χάρτη της Ελλάδας.Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε πει (το 1966) στον τότε υπουργό Γεώργιο Ράλλη ότι, αν είχε στην κυβέρνησή του δέκα Λαμπράκηδες, «η Ελλάδα θα ήταν πολύ διαφορετική».

Ο Ξενοφών Ζολώτας παρατηρούσε ότι «τον Λαμπράκη δεν τον χαρακτηρίζει μόνο η δημιουργικότητα, τον σφραγίζει η συνεχής προσωπική εποπτεία του στα δημιουργήματά του».

«Δεν μπορώ να φανταστώ την Ελλάδα χωρίς την παρουσία του» έχει δηλώσει ο Μίκης Θεοδωράκης. Το καλοκαίρι του 1975, στον Πόρο, ο τότε υπουργός Πολιτισμού και Επιστημών Κωνσταντίνος Τρυπάνης είχε πει στον εκδότη των ιστορικών εφημερίων «ΤΑ ΝΕΑ» και «ΤΟ ΒΗΜΑ»: «Εσείς, που έχετε τόση επιρροή στον Τύπο, γιατί δεν φροντίζετε να ανέβει το πολιτιστικό και πνευματικό ενδιαφέρον του Νεοέλληνα;»

2 Οκτωβρίου 2008: ο Χρήστος Λαμπράκης δίπλα στην προσκεκλημένη του Μεγάρου Μουσικής γαλλίδα πολιτικό Σεγκολέν Ρουαγιάλ, η οποία εκείνη την ημέρα μίλησε στο Μέγαρο με θέμα «την αριστερά και την παγκοσμιοποίηση» – στα δεξιά της κάθεται ο τότε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γιώργος Παπανδρέου (ΑΠΕ)

Δεκαέξι χρόνια μετά, το 1991, ξεκινούσε τη λειτουργία του το όνειρο ζωής και πνοής του Χρήστου Δ. Λαμπράκη, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, που άλλαξε τον πολιτιστικό χάρτη της Ελλάδας ως «αντιδραστήρας Πολιτισμού», όπως το είχε παρουσιάσει ο ίδιος. Οπως ξεκινούσε και το Ιδρυμα Λαμπράκη, ένας κοινωφελής, μη κερδοσκοπικός οργανισμός, για τον οποίο του μίλησε, με θαυμασμό, το 2003, ο τότε γερμανός πρόεδρος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Χερστ Κέλερ, μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Γερμανίας. Λέγοντάς του ότι το Ιδρυμα είναι γνωστό όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στους κύκλους του ΔΝΤ, ως «πρωτοπόρο» στον τομέα της εκπαιδευτικής έρευνας. Ενώ και στην Αμερική, όπως είπε ο Χερστ Κέλερ, «οι άνθρωποι του Ταμείου παρακολουθούν τον προσωπικό ρόλο που παίζετε στη χώρα σας για την ανάπτυξη της Κοινωνίας της Πληροφορίας».
Τότε, το Ιδρυμα Λαμπράκη έγινε και μέλος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Εμπειρογνωμόνων Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας (ΕΕΝet), αλλά και του Ευρωπαϊκού Δικτύου εξ αποστάσεως Εκπαίδευσης (ΕDΕΝ).

Εντυπωσιακό: λίγο μετά, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, χάρη στη -γνωστή και εκτός ελληνικών συνόρων- ευρυμάθεια και στο έργο του, το όνομα του Χρήστου Δ. Λαμπράκη είχε βρεθεί μέχρι και στη λίστα των υποψηφίων για τη θέση του γενικού διευθυντή της κραταιάς Μητροπολιτικής Οπερας της Νέας Υόρκης!

Αργότερα, ο δημοσιογράφος, εκδότης (από τα 23 του!) και οραματιστής Λαμπράκης είχε δώσει ζωή στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου, που το είχε «ανακαλύψει» σε μία από τις μοναχικές εκδρομές του. Συνεχίζοντας παράλληλα το έργο του με τον Σύλλογο «Οι Φίλοι της Μουσικής». Αλλά και την υπόσχεση που είχε αναλάβει για εκπαίδευση νέων ταλέντων από την Ελλάδα, με τις «Υποτροφίες Μαρία Κάλλας».

Ενα έργο επίμονο, σε μια Ελλάδα που χρειαζόταν να ξεπεράσει πολλά –και γραφειοκρατικά και πολιτικά– εμπόδια για να «γεννήσει» νέο πολιτισμό.