1327
Ρέικο Χάντα, Τερούκο Ουένο και Εμίκο Οκάντα. Στο φόντο, τα ερείπια στη Χιροσίμα, στις 7 Αυγούστου 1945, μία ημέρα μετά τη ρίψη της ατομικής βόμβας | Mitsugi Kishida/Teppei Kishida/Hiroshima Peace Memorial Museum/Handout via Reuters/ CreativeProtagon

Χιροσίμα & Ναγκασάκι: Γυναίκες που επέζησαν από τον πυρηνικό εφιάλτη

Protagon Team Protagon Team 5 Αυγούστου 2020, 23:15
Ρέικο Χάντα, Τερούκο Ουένο και Εμίκο Οκάντα. Στο φόντο, τα ερείπια στη Χιροσίμα, στις 7 Αυγούστου 1945, μία ημέρα μετά τη ρίψη της ατομικής βόμβας
| Mitsugi Kishida/Teppei Kishida/Hiroshima Peace Memorial Museum/Handout via Reuters/ CreativeProtagon

Χιροσίμα & Ναγκασάκι: Γυναίκες που επέζησαν από τον πυρηνικό εφιάλτη

Protagon Team Protagon Team 5 Αυγούστου 2020, 23:15

Κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα πόσοι σκοτώθηκαν στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι τον Αύγουστο του 1945, όταν οι Αμερικανοί έριξαν τις δύο ατομικές βόμβες, καθώς δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εξαϋλώθηκαν από τις εκρήξεις και τα ίχνη τους δεν βρέθηκαν ποτέ.

Υπολογίζεται ότι στη Χιροσίμα, 174.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν από την έκρηξη της 6ης Αυγούστου, σε σύνολο 350.000 κατοίκων, και τρεις ημέρες αργότερα, άλλοι 74.000 στο Ναγκασάκι.

Οι βόμβες σήμαναν το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ασία. Η Ιαπωνία παραδόθηκε στους Συμμάχους, στις 14 Αυγούστου.

Είναι πολλοί αυτοί που θεώρησαν άσκοπη τη χρήση αυτού του τρομακτικού όπλου από τον πρόεδρο Χάρι Τρούμαν, καθώς οι Ιάπωνες ήταν έτοιμοι να παραδοθούν έτσι κι αλλιώς.

Αυτοί που επέζησαν της φρίκης είναι οι λεγόμενοι χιμπακούσα, όσοι άντεξαν στη ραδιενέργεια και στα ανυπολόγιστα σωματικά και ψυχικά τραύματα.

Η βρετανή φωτορεπόρτερ Λι Κάρεν Στόου φωτογράφισε και πήρε συνέντευξη από τρεις γυναίκες χιμπακούσα, 75 χρόνια μετά την καταστροφή, στο πλαίσιο αφιερώματος του ΒΒC.

Τερούκο Ουένο

Η Τερούκο ήταν 15 ετών όταν έπεσε η ατομική βόμβα στη Χιροσίμα.

Βρισκόταν στον δεύτερο χρόνο των μαθημάτων στη σχολή Νοσηλευτικής του νοσοκομείου του Ερυθρού Σταυρού.

Οταν εξερράγη η βόμβα, βρισκόταν στη μαθητική εστία, η οποία τυλίχθηκε στις φλόγες. Μαζί με συμμαθητές της, προσπάθησε να σβήσει τη φωτιά. Πολλοί από αυτούς δεν τα κατάφεραν.

Το μόνο που θυμάται από την εβδομάδα μετά τη βόμβα, είναι να προσπαθεί απεγνωσμένα να βοηθήσει τραυματίες με τρομακτικά εγκαύματα, ενώ είχε στη διάθεσή της ελάχιστο νερό και καθόλου τρόφιμα.

Μετά την αποφοίτησή της, η Τερούκο συνέχισε να εργάζεται στο νοσοκομείο, όπου βοηθούσε στις μεταμοσχεύσεις δέρματος των θυμάτων με σοβαρά εγκαύματα.

Αργότερα, παντρεύτηκε τον Τατσουγιούκι, άλλον έναν επιζώντα της ατομικής βόμβας.

Οταν έμεινε έγκυος στο πρώτο τους παιδί, ανησυχούσε για την υγεία του μωρού.

Η κόρη της Τομόκο γεννήθηκε απόλυτα υγιής και η Τερούκο πήρε κουράγιο για να κάνει και άλλα παιδιά.

«Δεν έχω πάει στην κόλαση και δεν ξέρω πώς είναι εκεί, αλλά πρέπει να μοιάζει με αυτό που περάσαμε. Δεν πρέπει να συμβεί ποτέ ξανά. Υπάρχουν άνθρωποι που καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια για την εξάλειψη των πυρηνικών όπλων. Πιστεύω ότι το πρώτο βήμα είναι να αναλάβουν δράση οι τοπικές κυβερνήσεις. Και μετά πρέπει να πείσουμε τους ηγέτες των εθνικών κυβερνήσεων και τον υπόλοιπο κόσμο», είπε η Τερούκο.

«Ελεγαν ότι δεν θα φυτρώσουν γρασίδι ή δέντρα εδώ ποτέ, αλλά η Χιροσίμα ξαναγεννήθηκε και είναι μία πόλη με υπέροχο πράσινο και ποτάμια», είπε η κόρη της, Τομόκο.

«Ομως, οι χιμπακούσα εξακολουθούν να υποφέρουν από τις επιπτώσεις της ραδιενέργειας. Κι ενώ η ανάμνηση της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι χάνεται σιγά σιγά, με την πάροδο του χρόνου, στεκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι. Το μέλλον είναι στα χέρια μας. Η ειρήνη είναι δυνατή μόνο αν διαθέτουμε φαντασία, σκεφτόμαστε τους άλλους ανθρώπους, βρούμε ποια είναι τα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε, αναλάβουμε δράση και συνεχίζουμε καθημερινά τις προσπάθειές μας για ειρήνη», προσθέτει η Τομόκο.

Στην παρέα βρίσκεται και η Κουνίκο, εγγονή της Τερούκο, η οποία λέει: «Δεν ζούσα στον πόλεμο ούτε στην ατομική βόμβα, γνώρισα τη Χιροσίμα πολύ μετά. Μόνο να φανταστώ μπορώ. Ακούω τις ιστορίες κάθε χιμπακούσα. Μελετώ τις επιπτώσεις της ατομικής βόμβας, βάσει αποδείξεων. Εκείνη την ημέρα, κάηκαν τα πάντα στην πόλη, ακόμα και οι μύγες. Από αυτούς που ήρθαν στην πόλη για τις επιχειρήσεις διάσωσης ή για να αναζητήσουν φίλους και συγγενείς, πολλοί πέθαναν. Οσοι επέζησαν, υποφέρουν από ασθένειες».

Εμίκο Οκάντα

Η Εμίκο ήταν οκτώ χρονών όταν έπεσε η ατομική βόμβα στη Χιροσίμα. Η μεγαλύτερη αδελφή της, Μιέκο, καθώς και τέσσερις ακόμα συγγενείς της, σκοτώθηκαν στις 6 Αυγούστου 1945.

Οι μόνες φωτογραφίες της που διασώθηκαν βρίσκονταν σε σπίτια συγγενών της.

Η Εμίκο Οκάντα με ένα διάγραμμα που δείχνει τα πυρηνικά όπλα στον πλανήτη, τον Ιούνιο του 2019 / Yuki Tominaga

«Η αδελφή μου έφυγε για το σχολείο εκείνο το πρωί και με χαιρέτησε λέγοντας “θα τα πούμε αργότερα”. Ηταν μόλις 12 ετών, γεμάτη ζωή», θυμάται η Εμίκο. «Δεν επέστρεψε ποτέ. Κανείς δεν ξέρει τι απέγινε. Οι γονείς μου έψαξαν παντού απεγνωσμένα. Δεν βρήκαν ποτέ το πτώμα της και έλεγαν ότι πρέπει να είναι κάπου ζωντανή.

»Η μητέρα μου ήταν έγκυος, αλλά απέβαλε. Δεν είχαμε τίποτα να φάμε. Δεν γνωρίζαμε για τη ραδιενέργεια και έτσι οτιδήποτε βρίσκαμε που μπορούσαμε να φάμε, το τρώγαμε χωρίς δεύτερη σκέψη.

»Επειδή δεν είχαμε φαγητό, ο κόσμος έκλεβε. Ζούσαμε μόνο με νερό, αλλά αυτό το έχουμε ξεχάσει.

Η Εμίκο στα χέρια της μητέρας της, Φούκου Νακασάκο, με την αδελφή της Μιέκο, δίπλα της / Emiko Okada

»Κάποια στιγμή, άρχισαν να πέφτουν τα μαλλιά μου και να ματώνουν τα ούλα μου. Ημουν μονίμως εξαντλημένη και έπρεπε να ξαπλώνω.

»Κανείς δεν είχε ιδέα τότε, τι είναι η ραδιενέργεια. Δώδεκα χρόνια αργότερα, διαγνώστηκα με απλαστική αναιμία.

»Κάθε χρόνο, κάποιες μέρες, ο ουρανός παίρνει ένα βαθύ κόκκινο χρώμα στο ηλιοβασίλεμα. Είναι τόσο κόκκινο που κοκκινίζουν και τα πρόσωπα.

»Εκείνες τις ημέρες, μου έρχεται στο μυαλό το ηλιοβασίλεμα την ημέρα που έπεσε η ατομική βόμβα. Για τρία μερόνυχτα, η πόλη καιγόταν.

»Μισώ τα ηλιοβασιλέματα. Ακόμα και σήμερα, τα ηλιοβασιλέματα μου θυμίζουν την πόλη να φλέγεται.

Η μεγάλη αδελφή της Εμίκο, Μιέκο, με παραδοσιακή φορεσιά

»Πολλοί χιμπακούσα πέθαναν χωρίς να μπορέσουν να μιλήσουν για αυτά τα πράγματα ή να εκφράσουν την πικρία τους για τον βομβαρδισμό. Δεν μπορούσαν να μιλήσουν, γι’ αυτό μιλάω εγώ.

»Πολλοί μιλούν για παγκόσμια ειρήνη, αλλά θέλω να αναλάβουν δράση. Θέλω όλοι να αρχίσουν να κάνουν ό,τι μπορούν.

»Και εγώ θα ήθελα να κάνω κάτι ώστε τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, που είναι το μέλλον μας, μπορούν να ζήσουν σε έναν κόσμο όπου θα χαμογελούν κάθε μέρα».

Ρέικο Χάντα

Η Ρέικο Χάντα ήταν εννέα ετών όταν η ατομική βόμβα έπεσε στην πατρίδα της, το Ναγκασάκι, στις 11.02 το πρωί της 9ης Αυγούστου 1945.

Νωρίτερα, είχε γίνει μία αεροπορική επιδρομή και έτσι η Ρέικο είχε μείνει σπίτι της.

Οταν σήμανε λήξη συναγερμού, πήγε στον κοντινό ναό, όπου τα παιδιά στη γειτονιά της πήγαιναν για να διαβάσουν αντί για το σχολείο, καθώς οι αεροπορικές επιδρομές ήταν συχνές. Υστερα από 40 λεπτά, οι δάσκαλοι έστειλαν τα παιδιά σπίτια τους.

«Εφτασα στην πόρτα του σπιτιού και νομίζω έκανα και ένα βήμα στο εσωτερικό του. Μετά έγιναν όλα ξαφνικά. Ενα δυνατό φως μπροστά στα μάτια μου, τα χρώματα έγιναν κίτρινα, χακί και πορτοκαλί, όλα ανακατεμένα. Δεν είχα τον χρόνο να αναρωτηθώ τι είχε συμβεί και όλα γύρω μου έγιναν άσπρα.

»Νόμιζα ότι όλοι με είχαν εγκαταλείψει. Την επόμενη στιγμή άκουσα μια τρομακτική βοή και μετά λιποθύμησα.

Γειτονιά του Ναγκασάκι που ισοπεδώθηκε – Mitsugi Kishida/Teppei Kishida/Hiroshima Peace Memorial Museum/Handout via Reuters

»Οταν ξύπνησα, βρήκα τη μαμά μου στο σπίτι και πήγαμε στο αεροπορικό καταφύγιο της γειτονιάς, όπως μας είχε μάθει ο δάσκαλος.

»Δεν είχα ούτε γρατζουνιά. Με είχε σώσει το βουνό Κονπίρα. Αλλά από την άλλη πλευρά του βουνού, τα πράγματα ήταν τρομακτικά και οι άνθρωποι υπέφεραν.

»Πολλοί έφυγαν από τη γειτονιά τους και ήρθαν στη δική μας. Τους είχαν πεταχτεί τα μάτια έξω από τις κόγχες, είχαν ξεμαλλιαστεί, ήταν σχεδόν γυμνοί, με τρομερά εγκαύματα και το δέρμα τους κρεμόταν.

»Η μητέρα μου πήρε πετσέτες και σεντόνια από το σπίτι μας και με άλλες γυναίκες στη γειτονιά, τους βοήθησαν να πάνε σε ένα αμφιθέατρο στο γειτονικό κολέγιο, όπου μπορούσαν να ξαπλώσουν.

Η Ρέικο με τον πατέρα της, Κέιζο Ούρα, και την αδελφή της, Σιζούε Ούρα / Ρέικο Χάντα

»Ζητούσαν νερό. Μου είπαν να τους δίνω νερό και βρήκα ένα μπολ και πήρα νερό από το ποτάμι να τους φέρω. Επιναν μία γουλιά νερό και πέθαιναν αμέσως, ο ένας μετά τον άλλον.

»Ηταν καλοκαίρι. Λόγω της φριχτής μυρωδιάς και της ζέστης, τα πτώματά τους έπρεπε να αποτεφρωθούν άμεσα. Τα έριχναν στην άδεια πισίνα στο κολέγιο και τα έκαιγαν με ό,τι ξύλα έβρισκαν.

»Ηταν αδύνατον να αναγνωριστούν. Δεν πέθαναν σαν άνθρωποι.

»Ελπίζω οι μελλοντικές γενιές να μην περάσουν κάτι παρόμοιο. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε ποτέ ξανά να χρησιμοποιηθούν πυρηνικά όπλα.

»Οι άνθρωποι είναι αυτοί που κάνουν την ειρήνη. Ακόμα και αν ζούμε σε άλλες χώρες και μιλάμε άλλες γλώσσες, η ευχή μας για ειρήνη είναι η ίδια».