Πιάτα με φασόλια και ρύζι στο Αφγανιστάν | Getty Images News/Paula Bronstein
Θέματα

Πόσο πραγματικά κοστίζει ένα πιάτο φαΐ;

Eνα πιάτο με ρύζι και φασόλια κοστίζει στη Νέα Υόρκη ένα δολάριο ενώ στο Νότιο Σουδάν είναι 320 φορές πιο ακριβό. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Σίτισης του ΟΗΕ η σοκαριστική ανισότητα με τους φτωχότερους να πληρώνουν πολύ περισσότερα για το φαγητό τους οδηγεί στην παγκόσμια κρίση πείνας
Protagon Team

Στις πιο φτωχές χώρες του κόσμου οι άνθρωποι πρέπει να πληρώσουν ποσό μεγαλύτερο από το ημερομίσθιό τους για ένα πιάτο φαγητού, σύμφωνα με μια έκθεση του Παγκόσμιου Επισιτιστικού Προγράμματος του ΟΗΕ (WFP), η οποία αποκαλύπτει ότι το ίδιο πιάτο (φασολόρυζο) μπορεί να κοστίζει στη Νέα Υόρκη μόλις 1,20 δολάρια, ενώ αντίστοιχα στο Νότιο Σουδάν η τιμή του είναι πάνω από 320 δολάρια.

Η έρευνα, που κυκλοφόρησε την Δευτέρα 16 Οκτωρίου, Παγκόσμια Ημέρα Τροφίμων, υπογραμμίζει την απόλυτη απόκλιση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών σε όλο τον κόσμο υπολογίζοντας το σχετικό κόστος των τροφίμων σε διάφορες χώρες. «Με την προσαρμογή της αγοραστικής δύναμης, φωτίζουμε έντονα τις ανισότητες ως προς το πόσο οικονομικά προσιτά είναι τα τρόφιμα», δήλωσε ο εκτελεστικός διευθυντής του WFP, Ντέιβιντ Μπίσλεϊ, «Τα αποτελέσματα είναι, σε πολλές περιπτώσεις, συγκλονιστικά: αν σκεφτήκατε ότι ένα γεύμα ήταν ακριβό, για παράδειγμα, στη Νορβηγία, καλά θα κάνετε να δοκιμάσετε το Μαλάουι».

Οι οικονομολόγοι του WFP πήραν ένα τυπικό γεύμα με φασόλια συνδυασμένα με τον υδατάνθρακα που προτιμούν σε διάφορα μέρη, όπως το ρύζι ή η κασάβα, υπολόγισαν την τιμή του φαγητού σε τοπική κλίμακα και κατόπιν σύγκριναν αυτή την τιμή με τον μέσο ημερήσιο προϋπολογισμό που προέκυπτε από τα στοιχεία για το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε κάθε χώρα. Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντάς το σαν βάση, το WFP ήταν σε θέση να υπολογίσει πόσο θα έπρεπε να πληρώσει ένας μέσος άνθρωπος στην πολιτεία της Νέας Υόρκης για ένα πιάτο φασολόρυζο αν ξόδευε το ίδιο ποσοστό του ημερήσιου εισοδήματός του με τους κατοίκους άλλων χωρών.

Και κατέληξε ότι ένα πιάτο το οποίο στη Νέα Υόρκη κάνει 1,20 δολάρια (περίπου 1 ευρώ), ποσό που αντιστοιχεί μόλις στο 0,6% του μέσου ημερήσιου εισοδήματος στη Νέα Υόρκη, στη Γουατεμάλα κοστίζει 8,27 δολάρια, στο Νεπάλ 27,77 δολάρια και στην Αϊτή 72,65 δολάρια, αντίστοιχα. Και στο Νότιο Σουδάν, τη χειρότερη χώρα που εμφανίζεται στη μελέτη, το γεύμα κοστίζει 321,70 δολάρια, ποσόν που αντιστοιχεί στο 155% του ημερήσιου μισθού ενός ατόμου.

Ο Μπίσλεϊ επισημαίνει την ξεκάθαρη αδυναμία απόκτησης τροφής -και όχι την έλλειψή της- για να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους η πείνα επιδεινώνεται, ιδίως στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Περίπου 795 εκατομμύρια άνθρωποι πείνασαν το 2016, σύμφωνα με το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα του ΟΗΕ (WFP), αριθμός που αναμένεται να αυξηθεί φέτος, λόγω παραγόντων όπως οι συγκρούσεις, η πολιτική αστάθεια, οι ανεπαρκείς υποδομές και η κλιματική αλλαγή.

«Περίπου 800 εκατομμύρια άνθρωποι πείνασαν στον πλανήτη τον περασμένο χρόνο επειδή απλά δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να τραφούν, αλλά έχουμε αρκετό φαγητό για να θρέψουμε όλο τον κόσμο: τα τρόφιμα που πετάμε θα μπορούσαν να θρέψουν 2 δισ. ανθρώπους», δήλωσε ο Φράνσις Μουάντζα, εκπρόσωπος τύπου του WFP.

«Αν δεν σταματήσουμε τις συγκρούσεις, αν δεν σταματήσουμε τη μετανάστευση ανθρώπων από τις πατρίδες τους σε γειτονικά κράτη, αν οι άνθρωποι δεν έχουν τα μέσα είτε να καλλιεργούν τα δικά τους τρόφιμα είτε να μπορούν να τα αγοράσουν, θα συνεχίσουν να πεινούν», είπε ο Μουάντζα.

Ακόμη, όμως, και σε σχετικά σταθερές χώρες, τα συστήματα διατροφής εξακολουθούν να είναι φτωχά εξαιτίας των κακών συνθηκών μεταφοράς και εγκαταστάσεων αποθήκευσης, αναφέρει η έκθεση. Αλλά στα έθνη που έχουν καταστραφεί από τον πόλεμο και την αστάθεια, την ξηρασία και την πείνα, τα συστήματα διατροφής διατρέχουν επίσης πολύ μεγάλο κίνδυνο εξαιτίας της καταπίεσης και της κατάχρησης εξουσίας.

 

Το 2016, σύμφωνα με την έκθεση, πάνω από το 50% του πληθυσμού της Συρίας χρειαζόταν επισιτιστική βοήθεια, με το κόστος ενός βασικού πιάτου με φασόλια να ανέρχεται στα 190,11 δολάρια. Πριν από τη σύγκρουση που ξεκίνησε το 2011, η Συρία ήταν χώρα μέσου εισοδήματος. Μόλις πέντε χρόνια αργότερα, τέσσερις στους πέντε Σύρους ζουν σε συνθήκες φτώχειας και το 75% του πληθυσμού χρειάζεται ανθρωπιστική βοήθεια.

Στην Υεμένη, όπου τα τελευταία δύο χρόνια γίνονται συγκρούσεις, περισσότερα από τα δύο τρίτα του πληθυσμού αγωνίζονται για την τροφή τους. Σύμφωνα με την έκθεση, η παραγωγή δημητριακών της χώρας καλύπτει σήμερα λιγότερο από το 20% των αναγκών της, ενώ οι ασθένειες των καλλιεργειών και των ζώων δεν αντιμετωπίζονται γιατί δεν υπάρχουν οι απαραίτητοι πόροι.

«Αυτοί οι αριθμοί είναι απογοητευτικοί [γι’ αυτό] και χαιρετίζω την προσπάθεια απλών υπολογισμών που επιτρέπει τέτοιες συγκρίσεις και επισημαίνει ορισμένους κρίσιμους τομείς όπου η ανθεκτικότητα στο σοκ είναι πολύ μικρή», δήλωσε ο Κρις Γκίλιγκαν, συμπρόεδρος της Στρατηγικής Πρωτοβουλίας για την Παγκόσμια Επισιτιστική Ασφάλεια στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.

«Ανησυχώ πολύ γιατί κάθε φορά που έχουμε μια επιδημία στην Αφρική ή μια προσβολή από επιβλαβείς οργανισμούς, υπάρχει κίνδυνος κάθε φορά να ξεκινάμε από το μηδέν από την άποψη του τρόπου με τον οποίο αντιδρούμε. Πρέπει να προπορευτούμε, να διερευνήσουμε από πού είναι πιθανόν να προέλθει μια μόλυνση και πού θα πάει, ώστε να μπορέσουμε … να αποτρέψουμε σοβαρές απώλειες», δήλωσε.