. | Shutterstock/CreativeProtagon
Θέματα

Τι είναι ο έρωτας; Μήπως… Χημεία και Μαθηματικά;

Πίσω από τον ρομαντισμό υπάρχει και η επιστήμη, που ερευνά τις χημικές ουσίες του εγκεφάλου οι οποίες μας κάνουν να «λιποθυμάμε» από έρωτα μέχρι και πώς να γνωρίζουμε ότι έχουμε συναντήσει «τον ένα (μια) και μοναδικό (-κή)»
Κική Τριανταφύλλη

Λαχταράμε τον ρομαντικό έρωτα όσο τίποτα άλλο, και κάνουμε αδιανόητες θυσίες για κάτι που μπορεί να μας οδηγήσει από μια κατάσταση έκστασης σε βαθύτατη απελπισία. Τι συμβαίνει άραγε μέσα στο κεφάλι μας όταν ερωτευόμαστε;

Η αμερικανίδα ανθρωπολόγος Ελεν Φίσερ περιγράφει την εμμονική προσκόλληση που βιώνουμε σε κατάσταση έρωτα σαν «κάποιος να έχει κατασκηνώσει στον εγκέφαλό μας». Σε ένα πρωτοποριακό πείραμα, γράφει ο Guardian, η Φίσερ και οι συνεργάτες της στο Πανεπιστήμιο Stony Brook στην πολιτεία της Νέας Υόρκης έκαναν μαγνητική τομογραφία στους εγκεφάλους 37 ανθρώπων που ήταν τρελά ερωτευμένοι.

Και έδειξαν ότι η ρομαντική αγάπη προκαλεί έντονη δραστηριότητα σε περιοχές του εγκεφάλου που είναι πλούσιες σε ντοπαμίνη, την χημική ουσία του εγκεφάλου που μας κάνει να νιώθουμε καλά. Παρόμοιες περιοχές του εγκεφάλου «φωτίζονται» κατά τη διάρκεια της ευφορίας, που προκαλεί η λήψη κοκαΐνης.

Ο έρωτας προκαλεί έντονη δραστηριότητα σε περιοχές του εγκεφάλου που είναι πλούσιες σε ντοπαμίνη

Κατά τη διάρκεια των πρώτων σταδίων του έρωτα, ο ενθουσιασμός (ή το άγχος όπως θα έλεγαν κάποιοι) αυξάνει τα επίπεδα της κορτιζόλης στον οργανισμό προκαλώντας ταχυκαρδία, σφίξιμο στο στομάχι και ιδρωμένες παλάμες. Στο παιχνίδι παίρνει επίσης μέρος η ωκυτοκίνη -αλλιώς και ορμόνη της αγάπης-, η οποία αυξάνει τα συναισθήματα των συντρόφων και και ισχυροποιεί τον δεσμό τους, αλλά και η βασοπρεσίνη –γνωστή και ως αντιδιουρητική ορμόνη καθώς η κύρια λειτουργία της είναι να ρυθμίζει την κατακράτηση των υγρών-, η οποία έχει συνδεθεί με την εμπιστοσύνη, την ενσυναίσθηση και τη σεξουαλική μονογαμία.

Ερωτας: «ολική έκλειψη» του εγκεφάλου, όχι της καρδιάς;

Εχει βρεθεί ότι η καρδιά επηρεάζει τον τρόπο που βιώνουμε το συναίσθημα, πράγμα που αποδεικνύει ότι μερικές φορέςη επιστήμη …μιμείται την ποίηση.

Ο εγκέφαλος και η καρδιά μας είναι γνωστό ότι βρίσκονται σε στενή επικοινωνία. Όταν αντιμετωπίζουμε μια απειλή ή όταν εντοπίζουμε το αντικείμενο του έρωτά μας σε έναν χώρο γεμάτο κόσμο, η καρδιά μας αρχίζει να χτυπάει σαν τρελή. Πρόσφατα, όμως, οι επιστήμονες έδειξαν ότι υπάρχει ένα feedback από τον εγκέφαλο στην καρδιά που επηρεάζει επίσης αυτό που νιώθουμε.

Μια ομάδα με επικεφαλής την Σάρα Γκαρφίνκελ, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ, έδειξε ότι η καρδιαγγειακή διέγερση (στον κύκλο λειτουργίας της καρδιάς) μπορεί να εντείνει τα συναισθήματα του φόβου και του άγχους. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, μετρήθηκαν οι παλμοί ανθρώπων την ώρα που έβλεπαν τρομακτικές ή ουδέτερες εικόνες. Και διαπιστώθηκε ότι αντιδρούσαν ταχύτερα στις τρομακτικές.  Η Γκαρφίνκελ υποστηρίζει ότι τα αιμοφόρα αγγεία γύρω από την καρδιά τροφοδοτούν με ηλεκτρικά σήματα τις περιοχές του εγκεφάλου που εμπλέκονται στη συναισθηματική διεργασία, επηρεάζοντας το πόσο δυνατά πιστεύουμε ότι αισθανόμαστε κάτι.

Τέλος, μια από τις πιο ρομαντικές πληροφορίες που μας έχει δώσει η επιστημονική γνώση μέχρι σήμερα, είναι και το γεγονός ότι τα ζευγάρια έχουν την τάση να συγχρονίζουν τους καρδιακούς παλμούς και την αναπνοή τους!

Μια τρέλα που κρατάει λίγο;

H αγάπη είναι απλά μια τρέλα, έγραψε ο Σαίξπηρ. Αλλά μόλις πρόσφατα οι επιστήμονες έδωσαν επιτέλους μια εξήγηση στο γιατί η αγάπη μπορεί να προκαλέσει ασυνήθιστη συμπεριφορά.

Η Ντονατέλα Μαρατσίτι, καθηγήτρια ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, διαπίστωσε ότι τα άτομα με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (OCD) έχουν, κατά μέσο όρο, σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα σεροτονίνης στο αίμα τους ενω η ίδια ανισορροπία σχετίζεται και με τον ρομαντικό έρωτα.

Εξετάζοντας τρεις ομάδες ατόμων, με OCD, υγιείς, και 20 «ερωτευμενους» που είχαν ξεκινήσει μια ρομαντική σχέση τους προηγούμενους έξι μήνες  (δεν είχαν σεξουαλικές επαφές και περνούσαν τουλάχιστον τέσσερις ώρες την ημέρα σκεπτόμενοι τον σύντροφό τους), η ιταλίδα ψυχίατρος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η αγάπη προκαλεί κυριολεκτικά μια μη φυσιολογική κατάσταση». Όταν η ομάδα «ερωτευμένων εθελοντών» εξετάστηκε και πάλι έξι μήνες αργότερα, τα επίπεδα σεροτονίνης των περισσοτέρων είχαν επιστρέψει στις φυσιολογικές τιμές.

Σύμφωνα με την ιταλίδα ψυχίατρο Ντονατέλα Μαρατσίτι «η αγάπη προκαλεί κυριολεκτικά μια μη φυσιολογική κατάσταση»

Σύμφωνα με μια άλλη μελέτη όταν οι ερωτευμένοι σκέφτονταν τον αγαπημένο τους, ο μετωπιαίος λοβός τους  -περιοχή του εγκεφάλου που ελέγχει τη λογική και την κρίση μας-, παρουσίαζε πολύ χαμηλότερη δραστηριότητα. Οι επιστήμονες υπέθεσαν ότι η αιτία είναι εξελικτική: η αναστολή της λογικής κάνει πολύ πιο πιθανό το ζευγάρωμα, και κατά συνέπεια την αναπαραγωγή.

Ο μαθηματικός τύπος εύρεσης του «ιδανικού έρωτα»

Μερικοί άνθρωποι το «ξέρουν με ακρίβεια», αλλά για εκείνους που θέλουν μια επιστημονική τεκμηρίωση της δια βίου δέσμευσης, οι μαθηματικοί έχουν καταλήξει στην στατιστικά βέλτιστη στρατηγική των ραντεβού…

Το ερώτημα είναι με πόσους ανθρώπους χρειάζεται να κάνετε σχέση πριν διαπιστώσετε ότι έχετε κάνει την καλύτερη επιλογή; Το μαγικό όριο είναι το… 37%.  Αυτό σημαίνει ότι για να έχετε τις καλύτερες πιθανότητες να επιλέξετε τον άριστο σύντροφο, θα πρέπει να βγείτε και να απορρίψετε (σκληρά μεν πλην όμως αποφασιστικά) το πρώτο 37% του συνόλου των πιθανών συντρόφων για το υπόλοιπο του βίου σας.

Στη συνέχεια, ακολουθείτε τον απλό κανόνα επιλογής του επόμενου συντρόφου που είναι καλύτερος από οποιονδήποτε είχατε προηγουμένως. Για να εφαρμόσετε τον κανόνα στην πραγματική ζωή, θα πρέπει να αποφασίσετε κατ΄αρχάς ποιος είναι για σας ο μέγιστος αριθμός συντρόφων που μπορείτε να έχετε σε όλη σας τη ζωή, και να ορίσετε τι σημαίνει σύντροφος, όχι απλά περιστασιακή σχέση.

Ας πούμε, για παράδειγμα, ότι ο  προσωπικός σας αριθμός είναι το πολύ 10 σύντροφοι. Τότε θα πρέπει να απορρίψετε τα πρώτα τέσσερα άτομα με τα οποία θα κάνετε σχέση, και στη συνέχεια να επιλέξετε τον επόμενο σύντροφο που θα είναι καλύτερος από οποιονδήποτε προηγούμενο.

Βέβαια και αυτή η μέθοδος έχει τους κινδύνους της: εάν συμβεί να γνωρίσετε με την πρώτη το καλύτερο δυνατό ταίρι και το αφήσετε ασυλλόγιστα, δεν θα συναντήσετε ποτέ κάποιον καλύτερο, οπότε θα καταλήξετε μόνοι. Κάτι που στην πραγματική ζωή, είναι πολύ πιθανό να συμβεί.

Η αγάπη όλα τα επιτρέπει ανεξάρτητα από τον σεξουαλικό προσανατολισμό

Ο σεξουαλικός προσανατολισμός έχει διάφορα στοιχεία, όπως η συμπεριφορά, η ταυτότητα, η έλξη και η διέγερση. Οι έρευνες δείχνουν ότι η έλξη ανάμεσα σε ανθρώπους του ιδίου φύλου αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 5% του πληθυσμού, ποσοστό που μένει σχετικά σταθερό εδώ και χρόνια. Αλλά η συμπεριφορά των ανθρώπων και οι ταμπέλες που χρησιμοποιούν για να περιγράψουν τη σεξουαλική τους ταυτότητα φαίνεται να επηρεάζονται σε μεγαλύτερο βαθμό από κοινωνικούς και πολιτιστικούς παράγοντες.

Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο παρατηρήθηκε απότομη αύξηση του ποσοστού των γυναικών που ανέφεραν ότι είχαν σεξουαλική εμπειρία με άλλη γυναίκα, από 1,8% το 1991 σε 7,9% το 2013, σύμφωνα με την Εθνική Έρευνα για τις Σεξουαλικές Στάσεις και τους Τρόπους Ζωής (National Survey of Sexual Attitudes and Lifestyles) που διεξάγεται κάθε δεκαετία και δημοσιεύτηκε στο έγκυρο ιατρικό περιοδικό The Lancet.

Το ποσοστό των γυναικών που αναφέρουν πως είχαν σεξουαλική εμπειρία με άλλη γυναίκα έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι σύμφωνα με μια μελέτη του 2011 δεν διαπιστώθηκαν διαφορές μεταξύ των εγκεφαλικών συστημάτων που ρυθμίζουν τη ρομαντική αγάπη στους ομοφυλόφιλους και τους ετεροφυλόφιλους.

Υπάρχει γκέι γονίδιο;

Είναι γνωστό εδώ και δεκαετίες ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι εν μέρει κληρονομικός στους άνδρες, με βάση μελέτες πανομοιότυπων διδύμων. Τη δεκαετία του 1990, μια συγκεκριμένη περιοχή του χρωμοσώματος Χ συνδέθηκε με την ανδρική ομοφυλοφυλία ενώ πιο πρόσφατα βρέθηκε ότι δύο συγκεκριμένα γονίδια ήταν πιο συνηθισμένα στους ομοφυλόφιλους άνδρες.

Ωστόσο, οι γενετικοί παράγοντες που έχουν εντοπιστεί μέχρι τώρα παίζουν μικρό ρόλο στον προσδιορισμό της σεξουαλικότητας, καθώς δεν είναι γκέι όλοι οι άνδρες που έχουν αυτά τα γονίδια. Από την άλλη πλευρά, η έρευνα για τη γενετική βάση της γυναικείας σεξουαλικότητας παρουσιάζει καθυστέρηση, την οποία μερικοί αποδίδουν στο γεγονός ότι είναι πιο δύσκολο να μελετηθεί ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι απλά υπήρξε λιγότερη προσπάθεια.

Υπάρχουν, όμως, και άλλοι βιολογικοί παράγοντες που παίζουν ρόλο. Ένα από τα πιο ισχυρά ευρήματα της έρευνας για τον σεξουαλικό προσανατολισμό είναι ότι οι ομοφυλόφιλοι τείνουν να έχουν περισσότερους αδελφoύς μεγαλύτερης ηλικίας σε σύγκριση με τους στρέιτ άνδρες. Πρόκειται για μια βιολογική επιρροή, όχι κοινωνική, που αυξάνει τις πιθανότητες ενός άνδρα να είναι ομοφυλόφιλος κατά περίπου ένα τρίτο. Αντίστοιχα στις γυναίκες, υπάρχουν ενδείξεις ότι η προγεννητική έκθεση σε ορμόνες μπορεί να κάνει τη διαφορά στον σεξουαλικό προσανατολισμό.

Ας το δούμε χημικά: οι άνθρωποι εκπέμπουν φερομόνες;

Οι φερομόνες είναι χημικά σήματα που χρησιμοποιούνται για στέλνουν αόρατα «ραβασάκια» και να επηρεάζουν τη συμπεριφορά των άλλων. Τη δεκαετία του 1950 ανακαλύφθηκε η πρώτη φερορμόνη, η βομβυκόλη, μια ουσία που εκκρίνουν οι θηλυκοί μεταξοσκώληκες για να προσελκύσουν αρσενικά. Από τότε, συνεχίζονται οι προσπάθειες, -όχι μόνο από τους αρωματοποιούς- να βρεθεί το ανθρώπινο ισοδύναμό της. Και κατά καιρούς έχουν παρουσιαστεί διάφορες ουσίες.

H φερομόνη ανδροστενόνη που παράγεται από τα αρσενικά γουρούνια, έχει βρεθεί και στην ανθρώπινη μασχάλη

Για παράδειγμα, η ανδροστενόνη, φερομόνη που παράγεται από τα αρσενικά γουρούνια και τους κάπρους, έχει βρεθεί και στην ανθρώπινη μασχάλη. Όταν τα θηλυκά γουρούνια την οσμιστούν, παίρνουν τη στάση του ζευγαρώματος. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ακόμη πειστικές αποδείξεις ότι τα σπρέι με φερομόνες τα οποία κυκλοφορούν στην αγορά έχουν τα ποθητά αποτελέσματα που υπόσχονται οι διαφημίσεις τους σε άνδρες και γυναίκες. Προς το παρόν την ισχυρότερη υποψηφιότητα ανθρώπινης φερομόνης βάζει μια χημική ουσία που εκκρίνεται από τους αδένες γύρω από τις θηλές των γυναικών που θηλάζουν. Ακόμη και ένα κοιμισμένο μωρό θα ανταποκριθεί αμέσως στην οσμή θηλάζοντας, αν η μύτη του βρεθεί κάτω από τη θηλή της μητέρας του.

Πόσο συνηθίζεται  η απιστία;

Η ερωτική απάτη απορρίπτεται μεν ευρέως, αλλά δεν είναι τόσο ασυνήθιστη. Σύμφωνα με τη Γενική Κοινωνική Έρευνα του Πανεπιστημίου του Σικάγου, είναι πιθανό οι άντρες να απατούν κατά μέσο όρο πιο συχνά τις συντρόφους τους από ό,τι οι γυναίκες: το 20% των ανδρών και το 13% των γυναικών ανέφεραν ότι έχουν κάνει σεξ με κάποιον άλλο ενώ ήταν παντρεμένοι.

Ωστόσο, τα ποσοστά αλλάζουν ανάλογα με την ηλικία. Οι γυναίκες της μικρότερης ηλικιακής ομάδας (18-29 ετών) ήταν οριακά πιο πιθανό (11% έναντι 10%) να απατήσουν τους συντρόφους τους, ενώ το μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ των δύο φύλων παρατηρήθηκε στην ομάδα ηλικίας 80 ετών και άνω (!) όπου το 24% των ανδρών και μόνο το 6% των γυναικών δήλωσαν ότι ήταν άπιστοι.

Πρόσφατα οι επιστήμονες έδειξαν ότι μερικοί άνθρωποι μπορεί να έχουν γενετική προδιάθεση στην απιστία. Μία φινλανδική μελέτη με περίπου 7.400 δίδυμους και τα αδέλφια τους βρήκε μια σημαντική σχέση μεταξύ του γονιδίου της βασοπρεσίνης και της απιστίας στις γυναίκες.

Μια άλλη μελέτη, του Ινστιτούτου Kinsey, στην Ιντιάνα, έδειξε ότι άνθρωποι με ορισμένες παραλλαγές του γονιδίου της ντοπαμίνης ήταν πιο πιθανό να είναι άπιστοι και επίσης πιο πιθανό να είναι άπιστοι κατ’εξακολούθηση.

Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος

Το μίσος μπορεί να είναι ωμό και καταστροφικό, μερικοί μάλιστα λένε, ότι είναι το μόνο πιο δυνατό συναίσθημα από την αγάπη του εραστή, αν και πρόκειται για μια πολύ ζοφερή αντίληψη των πραγμάτων.

Ο ψυχολόγος Ρόμπερτ Στέρνμπεργκ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ και συγγραφέας της «Ψυχολογίας του Μίσους», αφού πέρασε ένα μέρος της καριέρας του αναλύοντας αυτό το σύνθετο συναίσθημα, διατύπωσε την «Τριγωνική Θεωρία του Μίσους», και το απέδωσε σε τρία βασικά στοιχεία, την αποστροφή, το πάθος και την περιφρόνηση. Οι διαφορετικοί συνδυασμοί τους δημιουργούν διαφορετικές μορφές μίσους: μίσος ψυχρό και υπολογιστικό, μίσος μέσα στο οποίο σιγοβράζει η απέχθεια, ανάγκη για πλήρη εξόντωση.

Σε  έρευνα ψυχολόγων με τη συμμετοχή 600 ατόμων διαπιστώθηκε ακόμη ότι ως επί το πλείστον μισούμε ανθρώπους που γνωρίζουμε και τις περισσότερες φορές επειδή μας έχουν προδώσει.

Η ακραία αποστροφή στην προσωπικότητα των άλλων μπορεί επίσης να είναι ένας παράγοντας. Οι πρώην σύζυγοι είναι μεταξύ των πιο κοινών αντικειμένων μίσους, μαζί με συναδέλφους και άλλα μέλη της οικογένειας. Οι άνθρωποι ανέφεραν, επίσης, ότι κατά τη διάρκεια της ζωής τους, μισούσαν περίπου πέντε άτομα κατά μέσο όρο.