Επισκέπτες στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης. Θέλει τόλμη η απόφαση για ποιοτική αναβάθμισή των Μουσείων | Μουσείο Ακρόπολης/Facebook
Θέματα

Τα μουσεία μας αλλάζουν – κάποιοι… ξεβολεύονται

«Ξεπουλιέται η πολιτιστική μας κληρονομιά» με το επικείμενο μοντέλο οικονομικής και, κυρίως, διοικητικής αυτοτέλειας των μουσείων μας; Ή, μήπως, απλώς κάποιοι ξεβολεύονται από το στοίχημα της αποδοτικότητας, της ταχύτητας στη λήψη αποφάσεων και της λειτουργικότητας; Τι δείχνει το παράδειγμα του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης
Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης

Ας πάρουμε ένα πραγματικό – και πραγματοποιήσιμο – σενάριο: Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στήνει την πιο επιτυχημένη, τουλάχιστον τις τελευταίες δεκαετίες, έκθεσή του για τον Θησαυρό των Αντικυθήρων. Επιτυχημένη κυρίως σε προσέλευση κοινού και διεθνή προβολή.

Θέλει λοιπόν να εξαργυρώσει την επιδραστικότητα αυτής της μεγάλης επιτυχίας της έκθεσης των Αντικυθήρων και στα πωλητήριά του. Πώς το λένε; Στο ταμείο. Προτείνοντας, όπως πλέον τα περισσότερα μουσεία στον κόσμο, μια σειρά από «προϊόντα» με τα εμβλήματα της έκθεσης. Από εκμαγεία / αντίγραφα των αρχαιοτήτων που εκτίθενται μέχρι όλα αυτά τα νόστιμα δωράκια που βρίσκουμε στα μουσεία. Κούπες, μαντήλια, χρηστικά αντικείμενα γραφείου, παιχνίδια. Πάντα με άξονα την επιτυχημένη έκθεση.

Όχι για να «εκποιήσει» το περιεχόμενό του, αλλά για να το κάνει πιο προσιτό και οικείο στο κοινό του. Και για να αξιοποιήσει αυτό το «brand» της επιτυχημένης έκθεσης για να βελτιώσει την επόμενη μεγάλη έκθεση. Τσοντάροντας σημαντικά στην ήδη δεδομένη επιχορήγηση από το υπουργείο Πολιτισμού. Ιδίαις δυνάμεις.

Ας πούμε τώρα και τα πράγματα με το όνομά τους: Η έκθεση για τον Θησαυρό των Αντικυθήρων έγινε στο ΕΑΜ (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Και ήταν η πιο επιτυχημένη του τις τελευταίες δεκαετίες. Ομως, με βάση το θεσμικό και θεσμοποιημένο (ακόμη και σε αγκύλωση, κατά κάποιους) καθεστώς λειτουργίας του, δεν μπορούσε να κάνει όλα τα παραπάνω. Μην σας πω ότι, ακόμη και αν υπήρχε αυτή η μία καλύτερη εκθεσιακή ιδέα, δεν είναι και σίγουρο ότι τα γραφειοκρατικά δεδομένα και οι εξαρτήσεις από τον δυσκίνητο κρατικό μηχανισμό μπορεί και να μην την άφηναν να πραγματοποιηθεί. Μόνον η ακραιφνής σύμπλευση απόψεων με τις κρατικές υπηρεσίες μπορεί να κατέληξε, εν προκειμένω, στο «θαύμα» των Αντικυθήρων στο ΕΑΜ.

Εικόνα από την πλέον επιτυχημένη έκθεση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, «Το Ναυάγιο των Αντικυθήρων: Το Πλοίο, οι Θησαυροί, ο Μηχανισμός», που λόγω «κρατικής εξάρτησης» και δυσκολίας στη λήψη αποφάσεων δεν εξαργύρωσε την επιτυχία της και στο ταμείο

Φανταστείτε, λοιπόν, ένα μεγάλο κρατικού ελέγχου μουσείο να μπορούσε να απελευθερωθεί από τα δεσμά και τις αγκυλώσεις. Και να επιλέξει, να δρομολογήσει, να οργανώσει και να τολμήσει μόνο του τις «πτήσεις» του. Με οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια. Δίχως να χάνει, όπως μου διευκρινίζουν πηγές στο υπουργείο Πολιτισμού, την στήριξη του υπουργείου. Αλλά με δυνατότητες αυτενέργειας και επέκτασης κάθε καλής ιδέας και έκθεσης.

Ναι, παίρνουμε την καλή εκδοχή σε αυτό το νέο σενάριο, που πλέον και δια στόματος του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι η επόμενη μέρα των μεγάλων μουσείων. Ο οποίος πολύ πρόσφατα είπε: «Στο εξής, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, τα Αρχαιολογικά Μουσεία της Θεσσαλονίκης και του Ηρακλείου, το Βυζαντινό Μουσείο, το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού από Διευθύνσεις του Υπουργείου Πολιτισμού, που είναι σήμερα, μετατρέπονται σε αυτοτελείς οντότητες, πάντα υπό την εποπτεία του. Είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου αλλά, πλέον, μπορούν να χαράσσουν αυτόνομη πολιτική, διαχειριζόμενα τα ίδια πόρους αλλά και χορηγίες».

Σε αυτό το τελευταίο, τις χορηγίες και την προσέλκυσή τους ας σταθούμε για το επόμενο – επαγωγικά – βήμα.

Αντε και το μουσείο πετύχαινε σήμερα μια χορηγία γενναία. Τι γίνεται με το παλιό «καθεστώς»; Δεν αξιοποιούνταν άμεσα και απευθείας στο μουσείο που τη βρήκε. Αλλά περνούσε (με την ανάλογη καθυστέρηση / χρονοτριβή και δυσκαμψία) μέσω του τακτικού κρατικού προϋπολογισμού του υπουργείου Πολιτισμού. Δηλαδή, ζήσε Μάη μου…

Για να (ξανα)λέμε τα πράγματα με το όνομά τους: Η νυν ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού έχει κατηγορηθεί, κατά καιρούς, για διάφορα – δικαίως και αδίκως, συνήθως αδίκως. Εδώ, σε αυτό το συγκεκριμένο θέμα, πρέπει να της δώσουμε δίκιο. Φαίνεται να αρμενίζει ίσια (και σωστά). Ο γιαλός είναι από χρόοοοονια στραβός.

Τα εκμαγεία αρχαιοτήτων στο πωλητήριο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου των 500.000 επισκεπτών ετησίως. Μια καλύτερη παρουσίαση, άραγε, θα έβλαπτε;

Με δυο λόγια, η δεσμευτική από τον κρατικό μηχανισμό μέχρι τώρα λειτουργία για τα μεγάλα (και έμφορτα θησαυρών) μουσεία μας δεν έδινε φτερά ούτε στην φαντασία των όποιων διευθυντών και επιμελητών των εκθέσεών τους, ούτε ευνοούσε την ταχεία και αποτελεσματική διεκπεραίωση ιδεών που θα μπορούσαν να φέρουν και το κοινό πιο κοντά και περισσότερα χρήματα – άξια δουλεμένα – στα ταμεία τους. Για την ακόμη μεγαλύτερη οικονομική αυτοτέλεια. Όπως το έθεσε ο Πρωθυπουργός: «Ο πολιτισμός, άλλωστε, ανθίζει όταν χειραφετείται και όχι όταν καθοδηγείται».

Εντάξει, πάλι καλά. Διότι είμαστε και καμιά 35αριά χρόνια πίσω σε αυτό. Όταν σε όλη την Ευρώπη (με πιο τελευταία τα μουσεία της Γαλλίας και δη εκείνο των Βερσαλλιών, γύρω στο 1995) φούντωνε αυτή η τάση διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας των μουσείων. Ακόμη και όταν συνέχιζαν να είναι προσδεδεμένα στο κρατικό άρμα και να χορηγούνται καταρχάς από τον κρατικό κορβανά.

Το 1998, δεν είναι κρυφό ότι ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ως υπουργός Πολιτισμού (με γενικό γραμματέα τον Ευγένιο Γιαννακόπουλο), επιχείρησε να εισάγει αυτή την αυτοδιοίκηση και στα μέρη μας. Τζίφος. Το «μάζεψε» πάραυτα, λόγω των εξαιρετικά έντονων αντιδράσεων κυρίως από τους φορείς του (αρχαιολογικού) χώρου.

Θα μου πείτε, τώρα δεν έχουμε αντιδράσεις; Αν έχουμε, λέει! Όμως, τότε ήταν πιο εύκολη η επικράτηση της… αντίδρασης, καθώς έβρισκε έρεισμα σε μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας, που ακόμη δεν το είχε δει να δουλεύει, χειροπιαστά, το συγκεκριμένο μοντέλο από τας Ευρώπας. Τώρα, έχουμε ένα κεκτημένο, χάρη σε ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα ΝΠΔΔ αυτής της μορφής, που έχει λειτουργήσει θαυμαστά και ως κόσμημα. Και ας έφτασαν και για κείνο οι αντιδράσεις έως το Συμβούλιο της Επικρατείας (όπου και η δικαίωσή του). Μιλάμε για το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης με την διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια- πρότυπο. Και το αποτέλεσμά της που το βλέπουμε, ελπίζω, όλοι «δια γυμνού οφθαλμού». Σε όλα όσα έχει οργανώσει και επιτύχει.

Το καφέ – εστιατόριο στο Μουσείο της Ακρόπολης θεωρείται υπόδειγμα για το πως μπορείς, με ποιότητα και με ελληνικής παραγωγής εδέσματα, να κερδίσεις το παιχνίδι και στον τομέα της μουσειακής γαστρονομίας (Μουσείο Ακρόπολης/Facebook)

Το σύνθημα είναι «απεταξάμην τον κρατισμό»; Πονηρή η ερώτηση και η κουβέντα περί κρατισμού. Το Μουσείο της Ακρόπολης, ειδικά τώρα επί κορονοϊού που τα χρειάστηκε, καθώς δυσκολεύτηκε πολύ, αν και αυτόνομο ΝΠΔΔ, εξαρτώμενο όμως απευθείας από τον κρατικό μηχανισμό, χορηγήθηκε επιπλέον και ειδικά από το υπουργείο Πολιτισμού. Όπως, σε προηγούμενες χρονιές, που έβγαλε περισσότερα από την (αυτόνομη) λειτουργία του και την επιτυχία του, συνεισέφερε, με σχεδόν 2 εκατ. ευρώ, στο συνολικό πλάνο της αρμόδιας διεύθυνσης του ΥΠΠΟ. Ανεξαρτησία και διαρκής αλληλεπίδραση, λέγεται μάλλον αυτό.

Πάμε, όμως, και στο καλύτερο, που μας αφορά όλους, ως πολίτες μιας πλούσιας αρχαιολογικά χώρας. Στις αντιδράσεις ότι «ιδιωτικοποιούνται» (αν όχι καταληστεύονται) οι αρχαιότητες των μουσείων μας. Εκείνο που εξήγησε και στο υπουργικό συμβούλιο, πριν την απόφαση, κατά πληροφορίες, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη: «Δεν θα περάσει ανώδυνα, καθώς κάποιοι δεν θα θέλουν να χάσουν τα κεκτημένα τους».

Ας μην ιδρώνει τόσο το αυτί μας, θα έλεγα, εν προκειμένω, στα περί «ιδιωτικοποίησης» και «ξεπουλήματος της πολιτιστικής κληρονομιάς», με την επικείμενη αυτοτέλεια των μουσείων. Καθώς θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι όλες οι αρχαιότητες, χρονολογημένες έως και το 1453 (Αλωση της Πόλης), είναι δημόσια περιουσία – θεσμοθετημένα από τους ανάλογους νόμους και με τη βούλα. Και δεν χάνεται αυτή τους η ιδιότητα, ως «δημόσιο αγαθό».

Ακόμη και οι αρχαιότητες σε ένα ιδιωτικό μουσείο, όπως το εξαιρετικό Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, ανήκουν – πάντα – σε όλους μας. Στο ελληνικό Δημόσιο. Οπως και πολλές μετά από αυτή την ημερομηνία-σταθμό, χαρακτηρισμένες ως δημόσιος πλούτος. Αλλά μέχρι τότε, το 1453, όλες. Είτε τα μουσεία λειτουργούν όπως μέχρι σήμερα, είτε αποκτήσουν την οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια του ΝΠΔΔ.

Μεταξύ μας, η αυτοτέλεια αυτή του Λούβρου είναι που έκανε δυνατή την ίδρυση Λούβρου στο Αμπού Ντάμπι. Όπως, ας πούμε, θα μπορούσε αντίστοιχα να είχε κάνει ένα ιδιωτικής διοίκησης μουσείο, σαν το δικό μας Μουσείο Μπενάκη. Κατανοητό και αυτό;

Προς τι λοιπόν οι αντιδράσεις, αφού τούτο το αρμένισμα δεν φαίνεται στραβό; Από την πλευρά των αντιδρώντων (φορέων κ.λπ.) υπερισχύει ο ισχυρισμός ότι υπάρχει ιδιαίτερη ευαισθησία για έναν χώρο τόσο εύθραυστο και τόσο πολύτιμο όπως αυτός των αρχαιοτήτων μας. Και υφέρπουν φυσικά ως παράγοντας αμφισβήτησης οι συγκρούσεις του παρελθόντος με μια υπουργό – αρχαιολόγο η οποία έχει σημαδέψει με την πολύχρονη προ-ΣΥΡΙΖΑ θητεία της, ως γενική γραμματέας του, την πολιτική περί αρχαιοτήτων και μουσείων του ΥΠΠΟ.

Το Λούβρο δεν θα μπορούσε να κάνει το διεθνές του άνοιγμα, με παράρτημα στο Αμπού Ντάμπι, αν δεν είχε διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια (Louvre Abu Dhabi/Facebook)

Οπως ισχυρίζεται το υπουργείο Πολιτισμού από την πλευρά του, οι αντιδράσεις αφορούν τα κακώς κείμενα του… δημοσιοϋπαλληλικιού. Δηλαδή, τα δεδομένα και κεκτημένα που θεωρείται ότι χάνονται με την διαφορετική (και μάλλον διόλου δημοσιοϋπαλληλική) λειτουργία. Με ό,τι σημαίνει ακόμη και στερεοτυπικά αυτό. Μπορεί να μην πιστεύουν, ας πούμε, ότι με κοινή, συντονισμένη προσπάθεια και δουλειά και με λυμένα τα χέρια από ανάλογες αγκυλώσεις, μπορούν να δείξουν έργο και να κριθούν για αυτό. Λειτουργώντας, πλέον, με τα μέτρα και τα σταθμά της ελεύθερης αγοράς. Με σφιγμένα τα λουριά και με απόδοση λογαριασμού. Και όχι με το «βόλεμα» της απόλυτης κρατικής εξάρτησης.

Αλλη κουβέντα αυτή. Η δική μας κουβέντα είναι, ας πούμε, ότι αν ήθελαν τα μουσεία θα άλλαζε η ποιότητα του φαγητού που προσφέρεται στα κυλικεία τους (τρανό, γκουρμέ παράδειγμα, το Μουσείο της Ακρόπολης). Ή ότι θα άλλαζε η εμφάνιση του προσωπικού με νέες στολές. Αυτό μέχρι σήμερα έπρεπε να περάσει… δια πυρός και σιδήρου. Και από τα χίλια κύματα του Δημοσίου. Αγκυλώσεις, καθυστερήσεις, γραφειοκρατία. Και στο τέλος μπορεί να μην γινόταν καν.

Στη νέα εκδοχή (αυτο)διοίκησης ο/η διευθυντής, που θα αναδεικνύεται από προκήρυξη διεθνούς διαγωνισμού (και όχι, απευθείας, από τα σπλάχνα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, όπως τώρα), καθώς μου εξηγούν από το ΥΠΠΟ, θα μπορεί και να αποφασίζει ποια έκθεση θα κάνει. Και όχι να περιμένει μέχρι και ο αρμόδιος υπουργός να αποκτήσει και να εκφέρει, «υπηρεσιακώς», άποψη για την έκθεσή του.

Θα αποφασίζει ακόμη τι θα πωλείται στο πωλητήριο και ποιας ποιότητας. Και, όπως συμβαίνει με το Μουσείο της Ακρόπολης, θα μπορεί να παίρνει εκμαγεία / αντίγραφα και από το μέχρι πρόσφατα ονομαζόμενο Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων του ΥΠΠΟ (που έχει τις μίτρες και τις πατέντες). Αλλά και να εκμαγεύει, με δική του ευθύνη, αρχαιότητες από αυτές που έχει στις προθήκες του.

Το πωλητήριο του – ιδιωτικού – Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης προσφέρει ποιότητα και κομψότητα στα «εκθέματά» του. Μια αρετή που δεν αποκτάται εύκολα και γρήγορα, στον κυκεώνα του γραφειοκρατικού κρατικού μηχανισμού (Museum of Cycladic Art/Facebook)

Και αρκετά ακόμη θα αποφασίζει αυτοτελώς, πάραυτα και «ανενόχλητα». Τι είδους και ποιας ποιότητας φαγητό θα προσφέρεται στο κυλικείο. Αν θα βελτιωθεί ή όχι. Αλλά και τις τιμές του. Πώς θα είναι ντυμένο το προσωπικό. Ποιες εκδόσεις θα κάνει.

Και κυρίως: Πώς και που θα αξιοποιεί το μουσείο τις χορηγίες και τα όποια έσοδά του, από εισιτήρια ή άλλες πηγές, όπως τα «brand» προς πώληση αντικείμενα της εκάστοτε έκθεσης. Και πολλά άλλα.

Αυτά όλα, δίχως να απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του/της επικεφαλής στη Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του ΥΠΠΟ, που σήμερα είναι επιφορτισμένη να ελέγχει 72 συναπτές υπηρεσίες / διευθύνσεις. Κάτι που μέχρι σήμερα ήταν ένα αγκάθι. Η συμφωνία δηλαδή με τον διευθυντή/ διευθύντρια Αρχαιοτήτων στα τεχνικά του κάθε μουσείου με τον εκάστοτε διευθυντή / διευθύντριά του. Και που κάποτε έφτανε να γίνει… μύλος.

Θα χάσει, με όλα αυτά, έσοδα το μέχρι πρόσφατα ΤΑΠΑ και πλέον Οργανισμός Διαχείρισης και Ανάπτυξης Αρχαιολογικών Πόρων; Από τους 500.000 επισκέπτες (τον χρόνο) του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου ή το 1.000.000 της Ακρόπολης; Μπορεί, αρχικά. Αλλά με την αποδοτικότητα, ισχυρίζονται στο ΥΠΠΟ, και με την άρση της ποιότητας (υπηρεσιών και αγαθών) στα επίπεδα των μουσείων του κόσμου, θα τα «πατσίσει». Και ίσως θα τα ξεπεράσει. Άλλωστε, η καλή, ποιοτική, αποδοτική και λειτουργική εικόνα ενός μουσείου – που είναι το μεγάλο στοίχημα εδώ – δεν αποτιμάται μόνον στο ταμείο. Αλλά στο (θετικό) ισοζύγιο της ίδιας της χώρας.