O Oυίνστον Τσόρτσιλ ζωγραφίζει σε διακοπές του στο Μαϊάμι, το 1946. Αριστερά, δύο έργα του, «Το κανάλι στο Μοτέλ Σεντ Τζορτζ» και «Θέα από τη καμπάνα στο Κλαμπ Σερφ του Μαϊάμι» | CreativeProtagon/GettyImages/Churchill Heritage
Θέματα

Ο ζωγράφος των φωτεινών χρωμάτων Ουίνστον Τσόρτσιλ

Ο «Πατέρας της Νίκης», που βρήκε καταφύγιο στη ζωγραφική για να γλιτώσει από την κατάθλιψη, φιλοτέχνησε εκατοντάδες έργα, μερικά από τα οποία έχουν πουληθεί τα τελευταία χρόνια σε πολύ υψηλές τιμές
Protagon Team

Η φλογερή αποφασιστικότητα και η παιχνιδιάρικη αυθάδεια του Ουίνστον Τσόρτσιλ έκαναν πολλούς να τον αγκαλιάσουν ως έναν εμπνευσμένο, αυθεντικό, αν και όχι τέλειο, ηγέτη. Ο Τσόρτσιλ υπήρξε επίσης ζωγράφος, χωρίς ωστόσο να επιδιώκει την καλλιτεχνική καταξίωση.

Ξεκίνησε να ζωγραφίζει το 1915, σε ηλικία 40 ετών, για να ανακουφιστεί από την κατάθλιψη που τον βασάνιζε όταν παραιτήθηκε από το αξίωμα του πρώτου λόρδου του Βασιλικού Ναυτικού της Βρετανίας, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μετά την αποτυχημένη για την Αντάντ εκστρατεία της Καλλίπολης, την οποία είχε εισηγηθεί ως υπουργός Ναυτικού.

«Η ζωγραφική με έσωσε σε μια πολύ δύσκολη στιγμή», έγραψε αργότερα στα απομνημονεύματά του. Η επιμονή του, ένα χαρακτηριστικό που βοήθησε τον Τσόρτσιλ και σε άλλες συνθήκες, συνέβαλε στο να εξελιχθεί σε έναν αξιόπιστο, παραγωγικό καλλιτέχνη, που δημιούργησε περισσότερα από 500 έργα. Σήμερα, έχουν την τιμητική τους, ίσως περισσότερο για το όνομα του δημιουργού, παρά για την αισθητική τους, γράφει στους New York Times ο Μίλτον Εστεροου.

Παρ’ όλα αυτά, προσθέτει ο κριτικός τέχνης στην αμερικανική εφημερίδα, είναι επιδέξιες, συχνά πολύχρωμες απεικονίσεις του κόσμου του, εσχάτως μάλιστα παρατηρείται αύξηση του ενδιαφέροντος και των τιμών τους, σύμφωνα με εμπόρους, οίκους δημοπρασιών και ιστορικούς τέχνης.

«Μια ολόκληρη γενιά τον ανακάλυψε» λέει στους New York Times ο Τίμοθι Ρίλεϊ, διευθυντής και επικεφαλής επιμελητής στο Εθνικό Μουσείο Τσόρτσιλ της Αμερικής στο Κολέγιο Γουέστμινστερ του Φούλτον.

Τρία έργα του Τσόρτσιλ πωλήθηκαν σε δημοπρασία του οίκου Christie’s του Λονδίνου τον περασμένο μήνα, με τιμές από 376.000 έως 630.000 δολάρια. Τα δύο ήταν πίνακες που έδωσε ο Τσόρτσιλ στον Αντονι Ιντεν, τον διάδοχό του στον πρωθυπουργικό θώκο της Βρετανίας το 1955 –«Νεκρή φύση, ασήμι στο Τσάρτγουελ» και «Το κανάλι στο Μοτέλ Σεντ Τζορτζ» (περίπου του 1930)– και πωλήθηκαν από τους κληρονόμους του Ιντεν.

«Νεκρή φύση, ασήμι στο Τσάρτγουελ» (Churchill Heritage/Christie’s)

Πέρυσι, ένα νέο ρεκόρ δημοπρασίας για έργο του Τσόρτσιλ σημειώθηκε, όταν ο «Πύργος του Τζαμιού Κουτούμπια» (1943), που απεικονίζει το Μαρακές, πουλήθηκε, επίσης από τον οίκο Christie’s, σε έναν βέλγο συλλέκτη για 11,5 εκατ. δολάρια. Ο συλλέκτης αγόρασε άλλα δύο έργα του Τσόρτσιλ στην ίδια δημοπρασία, τη «Σκηνή στο Μαρακές» (1935) για 2,6 εκατ. δολάρια και την «Αυλή της Εκκλησίας του Αγίου Παύλου» (1927) για 1,5 εκατ. δολάρια.

Ο «Πύργος του Τζαμιού Κουτούμπια» ανήκε στην Αντζελίνα Τζολί και ήταν δώρο του συζύγου της Μπραντ Πιτ, πριν από τον χωρισμό τους, σύμφωνα με τον Μπιλ Ράου, έμπορο έργων τέχνης και αντικών από τη Νέα Ορλεάνη. Ο Ράου είπε στους New York Times ότι έχει πουλήσει πολλούς Τσόρτσιλ, συμπεριλαμβανομένου αυτού του έργου στον Μπραντ Πιτ.

Η προηγούμενη υψηλότερη τιμή για πίνακα του Τσόρτσιλ σε δημοπρασία ήταν τα 2,7 εκατ. δολάρια που πληρώθηκαν το 2014 για τη «Λιμνούλα με τα Χρυσόψαρα στο Τσάρτγουελ» (1932), στο κτήμα του Τσόρτσιλ στη νοτιοανατολική Αγγλία.

Ο Τσόρτσιλ χάρισε το «Τζαμί Κουτούμπια» στον πρόεδρο των ΗΠΑ Φρανκλίνο Ρούσβελτ. Πιστεύεται ότι ήταν ο μοναδικός πίνακας που φιλοτέχνησε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τον ζωγράφισε μετά τη Διάσκεψη της Καζαμπλάνκα, όπου αποφασίστηκε ότι ο αγώνας των Συμμάχων έπρεπε να συνεχιστεί μέχρι την «άνευ όρων παράδοση» των δυνάμεων του Αξονα. Μετά τη συνάντηση, ο Τσόρτσιλ και ο Ρούσβελτ παρακολούθησαν μαζί το ηλιοβασίλεμα πάνω από το Μαρακές και τα βουνά του Ατλαντα και αργότερα ο Τσόρτσιλ ζωγράφισε τη σκηνή.

«Πύργος του Τζαμιού Κουτούμπια», 1943 (Churchill Heritage)

Αλλοι αποδέκτες έργων του ήταν οι πρόεδροι Αϊζενχάουερ και Τρούμαν, η βασίλισσα Ελισάβετ Β’, ο αμερικανός στρατηγός Τζορτζ Σ. Μάρσαλ, ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ, ο βρετανός στρατάρχης Μπέρναρντ Μοντγκόμερι, η αμερικανίδα πολιτικός Κλερ Μπουθ Λους και οι ηθοποιοί Βίβιεν Λι και Λόρενς Ολίβιε.

Πέρυσι, «Η Τάφρος του Μπρεκλς», ένα τοπίο του 1921 που είχε χαρίσει ο Τσόρτσιλ στον Αριστοτέλη Ωνάση, πουλήθηκε από τους κληρονόμους του έναντι 1,85 εκατ. δολαρίων σε δημοπρασία του οίκου Phillips, στη Νέα Υόρκη. Εκπρόσωπος του οίκου είπε ότι ο Τσόρτσιλ δώρισε τον πίνακα στον Ωνάση το 1961, για να σηματοδοτήσει τη φιλία τους, και ότι το έργο είχε κρεμαστεί στο γιοτ του Ωνάση μαζί με έργα των Ελ Γκρέκο, Γκογκέν και Πισάρο.

Σύμφωνα με το βιβλίο «Sir Winston Churchill: His Life and His Paintings», των Ντέιβιντ Κουμπς και Μίνι Τσόρτσιλ, που κυκλοφόρησε στις αρχές του 2022, ο βρετανός ηγέτης δώρισε τη δεκαετία του 1950 έναν πίνακά του στον Αρθουρ Χέις Σούλτσμπεργκερ, τότε εκδότη των New York Times, για να τιμήσει την 20ή επέτειό του σε αυτή τη θέση.

Ο Τσόρτσιλ, ο οποίος υπηρέτησε ως πρωθυπουργός τη Βρετανία από το 1940 έως το 1945 και ξανά από το 1951 έως το 1955, δεν είχε σκεφτεί ποτέ να πουλήσει τις «προχειροδουλίτσες» του, όπως αποκαλούσε τα έργα του. «Είναι πολύ άσχημα για να πουληθούν και πολύ αγαπημένα για να τα δώσω», είχε γράψει στη θεία του Λίονι Λέσλι στο ξεκίνημα της ζωγραφικής καριέρας του. Αλλά τελικά χάρισε τουλάχιστον 100 έργα σε συγγενείς, φίλους, συναδέλφους, υπαλλήλους και ξένους αξιωματούχους.

Ο Τσόρτσιλ σε διακοπές στο Μαρακές, ζωγραφίζει τη Rue de Ramparts το 1959 (Michael McKeown/Daily Express/Getty Images)

Περίπου άλλοι 100 πίνακές του φιλοξενούνται σήμερα στο Τσάρτγουελ, το κτήμα 324 στρεμμάτων στο Κεντ της νοτιοανατολικής Αγγλίας, το οποίο αγόρασε ο Τσόρτσιλ το 1922 και έζησε εκεί μέχρι λίγο πριν πεθάνει, το 1965. Το καταπράσινο τοπίο της ιδιοκτησίας του έγινε πηγή έμπνευσης. Ο Τσόρτσιλ έχτισε μόνος του τους τοίχους του κήπου και χάρηκε όταν αναγνωρίστηκε ως επίτιμο μέλος της Ενωσης Κτιστών. Το κτήμα ανήκει τώρα στα διατηρητέα ιστορικά ακίνητα του British National Trust.

Οι περισσότεροι από τους πίνακες του Τσόρτσιλ είναι τοπία ή νεκρές φύσεις με τριαντάφυλλα, τουλίπες, μανόλιες, κρίνους, ορχιδέες και νάρκισσους, φρούτα και μπουκάλια κρασιού. Μια νεκρή φύση με μπουκάλια ουίσκι και κονιάκ πωλήθηκε το 2020 έναντι 1,3 εκατ. δολαρίων. Εφτιαξε επίσης πορτρέτα, κυρίως της οικογένειάς του, αλλά προτιμούσε τα τοπία: «Ενα δέντρο δεν παραπονιέται ότι δεν το έχω δικαιώσει», είπε κάποτε.

Ο Πολ Ράφερτι, καλλιτέχνης και συγγραφέας του «Winston Churchill: Paintings on the French Riviera», αποκάλυψε σε συνέντευξή του ότι περισσότεροι από 130 πίνακες του Τσόρτσιλ φιλοτεχνήθηκαν στη Γαλλική Ριβιέρα. Αλλά ζωγράφισε επίσης σκηνές στην Αίγυπτο, στην Ιταλία και στην Ελλάδα, απεικόνισε τα φιόρδ της Σκανδιναβίας και τα κανάλια του Ρότερνταμ, ενώ τον γοήτευαν καθεδρικοί ναοί και ερείπια.

Σύμφωνα με τον Αλεν Πέκγουντ, διευθυντή του Churchill Archives Center, ο αριθμός των έργων του μπορεί να υπολογιστεί μόνο κατά προσέγγιση: «Ο Τσόρτσιλ δεν διατηρούσε κατάλογο καθώς προχωρούσε, οπότε υπάρχει πιθανότητα να υπάρχουν περισσότεροι πίνακες», λέει στους New York Times.

Δύο έργα του Τσόρτσιλ, το «The Bridge near Aix-en-Provence» και «Η Πύλη του Μαρακές», σε έκθεση στη Γερμανία, το 2016 (EPA/MARKUS SCHOLZ)

Εκανε την αρχή με ακουαρέλες σε μια φάρμα στο Σάρεϊ, όπου είχε βρεθεί ένα Σαββατοκύριακο, μαζί με τη σύζυγό του, Κλεμεντίν. Οταν είδε την κουνιάδα του, Γκουέντολιν, να ζωγραφίζει με ακουαρέλες, δανείστηκε κάποια υλικά και άρχισε να κάνει και εκείνος το ίδιο. Αργότερα, όμως, στράφηκε στα λάδια, τα οποία προτιμούσε.

Ο Ντέιβιντ Κάναντιν, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, γράφει στο βιβλίο του «Churchill: the Statesman as Artist» ότι η ζωγραφική ήταν μια επιτυχημένη στρατηγική που χρησιμοποίησε ο Τσόρτσιλ για να ελέγξει την κατάθλιψη.

«Αν δεν ήταν η ζωγραφική, δεν θα μπορούσα να ζήσω», είπε κάποτε ο Τσόρτσιλ στον φίλο του Τζον Ρόθενσταϊν, ο οποίος ήταν τότε διευθυντής της Πινακοθήκης Τέιτ.  «Δεν μπορούσα να αντέξω την ένταση των πραγμάτων».

Ο Κάναντιν έγραψε ότι ο Τσόρτσιλ ήταν «στην καλύτερη περίπτωση αδιάφορος και στη χειρότερη εχθρικός προς την αφηρημένη τέχνη» των Σαγκάλ και Πικάσο. Αντίθετα, γοητεύτηκε από τον Μανέ, τον Μονέ, τον Σεζάν και τον Ματίς, το έργο των οποίων «διακρίνεται από ευθυμία και επιπλέει στον αστραφτερό αέρα», έγραψε στο βιβλίο του «Painting as a Pastime» («Η Ζωγραφική ως Χόμπι»).

Τη δεκαετία του 1920, ο Τσόρτσιλ έστειλε πέντε πίνακες σε μια έκθεση ερασιτεχνών στο Παρίσι με το ψευδώνυμο Σαρλ Μορέν, επειδή δεν ήθελε να βγάλει λεφτά με το όνομά του. Οι τέσσερις από αυτούς πωλήθηκαν σε χαμηλές τιμές.

«Η λίμνη με τα χρυσόψαρα στο Τσάρτγουελ» σε δημοπρασία του οίκου Sotheby’s, το 2017 (EPA/ANDY RAIN)

Με ψευδώνυμο επίσης, ως Ντέιβιντ Γουίντερ, συμμετείχε και σε έναν διαγωνισμό για ερασιτέχνες ζωγράφους στο Λονδίνο το 1926, κερδίζοντας το πρώτο βραβείο. Κριτές ήταν ο Κένεθ Κλαρκ, που θα γινόταν αργότερα διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης του Λονδίνου, ο Οσβαλντ Μπίρλεϊ, εξέχων ζωγράφος πορτρέτων, και ο Τζόζεφ Ντίβιν, ο πιο διάσημος έμπορος έργων τέχνης εκείνη την εποχή.

Ο Τσόρτσιλ πούλησε στον Τζόις Χολ, τον ιδρυτή του Hallmark Cards, τα δικαιώματα αναπαραγωγής πέντε πινάκων του, που χρησιμοποιήθηκαν για την εικονογράφηση χριστουγεννιάτικων καρτών. Μάλιστα, ο Χολ διοργάνωσε αργότερα μια περιοδεύουσα έκθεση με 35 έργα του Τσόρτσιλ, η οποία εγκαινιάστηκε το 1958 στο Μουσείο Nelson-Atkins στο Κάνσας Σίτι και στη συνέχεια, μεταξύ άλλων σταθμών, παρουσιάστηκε στο Ινστιτούτο Τεχνών του Ντιτρόιτ, στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, στην Πινακοθήκη Τέχνης του Οντάριο και στο Σμιθσόνιαν.

Αλλά δεν δέχτηκαν όλα τα μουσεία να παρουσιάσουν την έκθεση. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της International Churchill Society, «ο βοηθός διευθυντής του Ινστιτούτου Carnegie, στο Πίτσμπουργκ, αρνήθηκε να εκθέσει τους πίνακες του Τσόρτσιλ λέγοντας: “Καταλαβαίνω ότι ο Τσόρτσιλ είναι επίσης φοβερός χτίστης, αλλά κανείς δεν εκθέτει τούβλα αυτή τη σεζόν”, αναφερόμενος σε ένα από τα άλλα “χόμπι” του»…

Ωστόσο, πίνακες του Τσόρτσιλ έχουν παρουσιαστεί σε γκαλερί και εκθέσεις στην Ευρώπη, στον Καναδά, στην Αυστραλία, στην Ιαπωνία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, λέει η Μέρι Λ. Αλμπερίγκι, πρώην διευθύντρια της International Churchill Society, ενώ τρία μουσεία, η πινακοθήκη Τέιτ και η Βασιλική Ακαδημία στο Λονδίνο, και το Μουσείο Καλών Τεχνών του Ντάλας, έχουν έργα του στις συλλογές τους.

«Οι περισσότεροι κριτικοί», έγραψε η Αλμπερίγκι σε μια έκδοση της Εταιρείας, «συμμερίζονται την άποψη ότι, ενώ δεν κατατάσσεται στους μεγάλους ζωγράφους, το έργο του έχει ξεχωριστή αξία».

Ο Τσόρτσιλ ζωγραφίζει δίπλα στη Λίμνη της Γενεύης (Fox Photos/Getty Images)

Οι εγγονές του, Εντουίνα και Σίλια Σάντις, επιμελήθηκαν το 1983 μια έκθεση έργων του στην Εθνική Ακαδημία Σχεδίου της Νέας Υόρκης. Σε συνέντευξή της, η Εντουίνα –ζωγράφος και η ίδια– είπε ότι θυμόταν τον παππού της να ζωγραφίζει: «Ηταν πολύ ήσυχος και όλα τα εγγόνια έκαναν ησυχία. Μερικές φορές τον ακολουθούσαμε στον κήπο, τάιζε τα χρυσόψαρα με σκουλήκια. Μετά πηγαίναμε στη λίμνη για να ταΐσει τους κύκνους».

Κάποτε, η Εντουίνα του έδειξε μια χριστουγεννιάτικη κάρτα που είχε φτιάξει και εκείνος της έδωσε μερικές συμβουλές: «Πρέπει να είσαι τολμηρή. Πρέπει να την κάνεις εντυπωσιακή», της είπε.

Για τη Σάντις, από τις αγαπημένες στιγμές με τον παππού της ήταν τα δείπνα στο Τσάρτγουελ: «Η συζήτηση μπορεί να αφορούσε το τάισμα των χρυσόψαρων ή τις φωλιές των μαύρων κύκνων και να ακολουθούσε μια συζήτηση με τον στρατάρχη Μοντγκόμερι για τη μάχη του Ελ Αλαμέιν στη Βόρεια Αφρικήο, ή με κάποιον άλλον διάσημο καλεσμένο«.

»Και όταν ο παππούς τέλειωνε το κονιάκ και το πούρο του, απάγγελε μερικά από τα “Lays of Ancient Rome”, τα ποιήματα του Τόμας Μακόλεϊ για τις ηρωικές περιόδους της πρώιμης ρωμαϊκής ιστορίας, και τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα».

Η εγγονή του προσέθεσε ακόμη ότι «σε όλη του τη ζωή λάτρευε τα φωτεινά χρώματα, τα μπλε, τα πράσινα, τα κόκκινα, τα κίτρινα». Πράγματι, στο βιβλίο του «Η ζωγραφική ως χόμπι», ο Τσόρτσιλ έγραψε: «Δεν μπορώ να προσποιηθώ ότι αισθάνομαι αμερόληπτος για τα χρώματα. Χαίρομαι με τα λαμπερά και, ειλικρινά, λυπάμαι για τα φτωχά καφετιά. Οταν φτάσω στον Παράδεισο, σκοπεύω να περάσω τα περισσότερα από τα πρώτα μου εκατομμύρια χρόνια ζωγραφίζοντας και έτσι να φτάσω στο βάθος του θέματος».