Στο ριμέικ του «West Side Story», η Ρίτα Μορένο παίζει τη Βαλεντίνα, έναν ρόλο που γράφτηκε ειδικά για εκείνη | 20th Century Studios
Θέματα

Ρίτα Μορένο: «Ο Μπράντο δεν ήξερε πώς να κάνει έρωτα…»

Η πορτορικανή σταρ ξεπέρασε έναν βιασμό, τον ρατσισμό των στούντιο και το «δηλητήριο» του Μπράντο, κέρδισε ένα Oσκαρ για τον ρόλο της Ανίτα στο «West Side Story» και τώρα επιστρέφει στο ριμέικ του Σπίλμπεργκ με έναν νέο ρόλο-γέφυρα, που γράφτηκε ειδικά για εκείνη
Protagon Team

«Φλογερή; Ατρόμητη; Λάγνα; Ω ναι! Μπορώ να είμαι όλα αυτά», λέει η Ρίτα Μορένο, η οποία, πριν από 60 χρόνια, έφερε αυτές τις ιδιότητες στη λαμπερή, βραβευμένη με Οσκαρ ερμηνεία της Ανίτα στο «West Side Story». Και τώρα, στα 90 της, επιστρέφει με έναν ρόλο στα μέτρα της, που γίνεται γέφυρα ανάμεσα στην πρωτότυπη ταινία και το ριμέικ της, το οποίο υπογράφει ο Στίβεν Σπίλμπεργκ.

Μπορεί, επιπλέον, να μιλάει πολύ ανοιχτά. Οταν ήρθε η ώρα να γυρίσει το ντοκιμαντέρ «Just a Girl Who Decided to Go for It» για την εξαιρετική ζωή της σαν Πορτορικανή στο Χόλιγουντ, η Μορένο ήξερε ότι θα έπρεπε να είναι ειλικρινής σχετικά με μερικές από τις «τρομερές» εμπειρίες της, που όμως δεν την έκαναν να πάψει να χαμογελά. Στο ντοκιμαντέρ της Μέριεμ Πέρεζ Ριέρα, η ηθοποιός περιγράφει ότι βιάστηκε από τον ατζέντη της στα 17 της, προδόθηκε επανειλημμένα από τον εραστή της Μάρλον Μπράντο και αναγκάστηκε να ερμηνεύσει μια σειρά από στερεοτυπικά υποτιμητικούς ρόλους «σκουρόχρωμων κοριτσιών», μακιγιαρισμένη με μέικ-απ στο χρώμα της λάσπης. Και έπρεπε να μιλάει με βαριά «εθνοτική προφορά», την ίδια πάντα, είτε έπαιζε την Ταϊλανδέζα, τη Μεξικάνα, την Ινδιάνα ή την Αιγύπτια. (Δείτε το trailer του ντοκιμαντέρ)

Σε συνέντευξή της στην Telegraph, η Ρίτα Μορένο λέει ότι όταν οι κινηματογραφιστές την πλησίασαν για πρώτη φορά για το ντοκιμαντέρ, δεν ήταν σίγουρη ότι είχε πολλά να πει. Αλλά παρακολουθώντας τις ειδήσεις για τα κινήματα #BlackLivesMatter και #MeToo, συνειδητοποίησε ότι «η ιστορία» της «ήταν πολύ σχετική με αυτό που συμβαίνει στην κοινωνία μας αυτή τη στιγμή. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δεν θα επέτρεπα να γίνει κάτι κακό. Θα έπρεπε να είμαι ειλικρινής. Στην ηλικία μου, τι διάολο προστατεύω, τέλος πάντων; Εχω τη δύναμη να πω στους ανθρώπους την αλήθεια και νομίζω ότι αυτό μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμο», λέει στη δημοσιογράφο της βρετανικής εφημερίδας Ελεν Μπράουν, μιλώντας τηλεφωνικά μαζί της από το σπίτι της στο Λος Αντζελες.

Η Ρίτα Μορένο είναι μία από τις μόλις έξι γυναίκες που κέρδισαν ποτέ όλα τα EGOT (συντομογραφία των βραβείων Emmy, Grammy, Oscar και Tony). Γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1931 στο Χουμακάο του Πουέρτο Ρίκο και το όνομά της ήταν Ροζίτα Ντολόρες Αλβέριο. Η πρώτη της ανάμνηση είναι ένας καταπράσινος παράδεισος, στον οποίο ήταν πάντα ξυπόλυτη. Αλλά τον Φεβρουάριο του 1936, η μοδίστρα μητέρα της (μόλις 22 ετών) μετακόμισε στη Νέα Υόρκη με τη μικρή της Ροζίτα, αφήνοντας πίσω έναν πρώην σύζυγο και έναν μικρό γιο.

Η Ρίτα δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά τον αδελφό της. Φθάνοντας στη χειμωνιάτικη, τσιμεντένια Νέα Υόρκη, η ζωή της από Technicolor θα γινόταν ασπρόμαυρη. «Συμμορίες αγοριών» της φώναζαν ρατσιστικές προσβολές καθώς περπατούσε στα παγωμένα πεζοδρόμια: «μπαχαρικό», «μυρίζει σκόρδο», «χρυσό δόντι»…

Ωστόσο, αφού παρακολούθησε μαθήματα χορού με τον θείο της Ρίτα Χέιγουορθ, η μικρή Μορένο κατάλαβε ότι το θέατρο μπορεί να είναι «η τέλεια πανάκεια». Σε ηλικία μόλις έξι ετών έκανε το επαγγελματικό της ντεμπούτο σε ένα μπαρ του Γκρίνουιτς Βίλατζ, στα 11 δάνειζε τη φωνή της στην ισπανική μεταγλώττιση ταινιών και στα 13 της έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο Μπρόντγουεϊ. Προσλήφθηκε για να διασκεδάζει στις αποβάθρες του λιμανιού τους στρατιώτες, που ξεκινούσαν να πολεμήσουν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Τραγουδούσα το “Rum and Coca-Cola” φορώντας ένα καπέλο που μου είχε φτιάξει η μητέρα μου για να να μοιάζω με την Κάρμεν Μιράντα», λέει, «Ενα κουδούνι χτυπούσε και τα μισά αγόρια έφευγαν από την καντίνα. Δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσοι από αυτούς δεν θα επέστρεφαν ποτέ».

Η (90άχρονη!) Ρίτα Μορένο την Τρίτη 7 Δεκεμβρίου έδωσε το «παρών» στην πρεμιέρα του ριμέικ που την έκανε διάσημη, στο θέατρο «El Capitan» του Λος Αντζελες (REUTERS/Mario Anzuoni)

Στα 16 της, συντηρούσε ήδη την οικογένειά της, όταν την εντόπισε ένας ανιχνευτής ταλέντων της MGM και την κάλεσε σε μια συνάντηση στο Waldorf Astoria με τον προϊστάμενο του στούντιο, Λούις Μπ. Μάγιερ. Αναζητώντας μια κατάλληλη εμφάνιση για τη συνάντηση, η Μορένο ντύθηκε σε στιλ Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Εκπληκτος από την ομοιότητα, ο Μάγιερ τής πρόσφερε αμέσως ένα συμβόλαιο. Τώρα γελάει αναλογιζόμενη πόσο σκληρά είχε δουλέψει για την υποκριτική και τον χορό της, όταν το μόνο που χρειαζόταν για τη μεγάλη οντισιόν της ήταν να αρέσει σε έναν άντρα.

Ενα χρόνο αργότερα, τη βίασε ο ατζέντης της. «Ημουν 17 χρόνων και είχα περίοδο», μου λέει ωμά. «Ημουν πολύ ενθουσιασμένη που με πήγε σε ένα φανταχτερό εστιατόριο. Είχα πάει μόνο σε ένα ραντεβού πριν, στο τσίρκο. Δεν είχα κανέναν λόγο να φανταστώ ότι θα συνέβαινε κάτι κακό αν συναντιόμασταν στο διαμέρισμά του. Μπορεί να το παρεξήγησε, αλλά αν έγινε έτσι, είναι γιατί δεν καταλάβαινε ότι ήμουν κορίτσι».

«Εδώ υπάρχει κάτι περίεργο», συνεχίζει, «δεν χρησιμοποίησα ποτέ τη λέξη “βιασμός” γι’ αυτό που μου έκανε, μέχρι που ήρθε η ώρα να γυρίσω το ντοκιμαντέρ». Πώς το όριζε λοιπόν; «Το σκέφτηκα σαν “επίθεση”… Οχι. Σκεφτόμουν ότι μου το έκανε πιεστικά. Δεν μπορούσα να του δώσω το σωστό όνομα μέχρι που άρχισαν τα γυρίσματα. Και είναι μια σημαντική ιστορία για ό,τι δείχνει για μένα, αφού τον άφησα να είναι ο ατζέντης μου. Δεν εκτιμούσα τον εαυτό μου τότε. Και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η εθνικότητά μου τον έκανε να πιστεύει ότι άξιζα λιγότερο από άλλα κορίτσια», απαντάει.

Η Μορένο έφυγε τρέχοντας από το διαμέρισμα του ατζέντη της και περιόρισε τις συναλλαγές της μαζί του στο τηλέφωνο. Ομως η παρενόχληση συνεχίστηκε. Στο ντοκιμαντέρ περιγράφει πως ήταν 20 χρόνων, όταν πήγε σε ένα κοκτέιλ πάρτι όπου την παρουσίασαν στον Χάρι Κον, τότε επικεφαλής της Columbia, «έναν ξεκάθαρα ωμό και χυδαίο άνθρωπο». Σε λίγα λεπτά της είπε, «Ξέρεις ότι θέλω να σε γ…;». Εκείνη «μπορεί να ήταν η τρίτη φορά στη ζωή μου που άκουγα αυτή τη λέξη», λέει και απορεί που η μόνη της αντίδραση ήταν «να γελάσει σαν ηλίθια και να φύγει».

Το 1954, η Μορένο γνώρισε τον 30χρονο Μάρλον Μπράντο στα γυρίσματα της «Ντεζιρέ», ιστορικής ταινίας για την άνοδο και την πτώση του Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Τρία χρόνια νωρίτερα, ο Μπράντο είχε αναδειχθεί διεθνές σύμβολο του σεξ παίζοντας τον Στάνλεϊ Κοβάλσκι στο «Λεωφορείον ο Πόθος». Στα απομνημονεύματά της, η Μορένο  θυμάται ότι, ως 22χρονη, «και μόνο που τον είδα εκείνη την πρώτη ημέρα, η θερμοκρασία του σώματός μου εκτοξεύτηκε στα ύψη… Ηταν το είδος της φούριας που εμπνέει την ποίηση και τα τραγούδια».

Σήμερα, στη συνέντευξή της στην Telegraph, λέει ότι «το σεξουαλικό κομμάτι της σχέσης μου με τον Μάρλον ήταν φωτεινό, απίστευτο». Αλλά όταν η Ελεν Μπράουν της λέει ότι εξεπλάγη μαθαίνοντας ότι ο Μπράντο ήταν πολύ δοτικός εραστής –στα απομνημονεύματά της η Μορένο τον περιγράφει ως «γενναιόδωρο»– η πορτορικανή ηθοποιός αντιδρά απότομα. «Περίμενε, περίμενε, κάνεις μια υπόθεση», λέει. «Δεν ήταν δοτικός και για τον λόγο αυτό δεν αγαπούσε. Δεν μου “έκανε ποτέ έρωτα”. Δεν ήξερε πώς. Ηταν μια πολύ θυελλώδης, πολύ σεξουαλική σχέση, αλλά σε καμία περίπτωση σχέση αγάπης. Εγινε αγάπη μόνο αφού χωρίσαμε. Με έπαιρνε συνεχώς τηλέφωνο και μοιραζόμασταν όλα τα μυστικά μεταξύ μας», αποκαλύπτει.

Ρίτα Μορένο και Μάρλον Μπράντο στο φιλμ «Η νύχτα της επόμενης μέρας» (The Night of the Following Day), του Χίμπερτ Κόρνφιλντ, 1968 (FilmPublicityArchive/United Archives via Getty Images)

Στα επτά χρόνια της σχέσης τους, ο Μπράντο ήταν επανειλημμένα άπιστος. Κάποια στιγμή, η Μορένο προσπάθησε να τον κάνει να ζηλέψει βγαίνοντας με τον Ελβις Πρίσλεϊ, τον οποίο έχει περιγράψει ως σεξουαλικά απογοητευτικό: «Περισσότερο σαν αδελφάκι, που δεν μπορούσε να κάνει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση».

Η σχέση τους τελείωσε όταν η Μορένο έμεινε έγκυος (όχι εντελώς τυχαία) και ο Μπράντο κανόνισε μια παράνομη άμβλωση, η οποία παραλίγο να τη σκοτώσει. Εκανε απόπειρα αυτοκτονίας στο σπίτι του και κατόπιν, όπως λέει στην Telegraph, άρχισε να κάνει «ψυχοθεραπεία. Ημουν ερωτευμένη μαζί του για πολύ καιρό μετά το τέλος της σχέσης. Αλλά ήξερα ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν δηλητήριο. Ο γιατρός μου είπε ότι ήταν δηλητήριο. Δεν μπόρεσα ποτέ να τον ξαναδώ».

Το ζευγάρι επανασυνδέθηκε επτά χρόνια μετά τον χωρισμό, στα γυρίσματα της αστυνομικής ταινίας «Η νύχτα της επόμενης μέρας» (1969). Το σενάριο απαιτούσε να μαλώσουν, και τότε, λέει η Μορένο, «όλα βγήκαν στην επιφάνεια και τρελάθηκα». Κατ’ απαίτηση του σκηνοθέτη, χαστούκισε τον Μπράντο «και είδα τη γραμμή των μαλλιών του να τραβιέται πέντε πόντους προς τα πίσω. Εμοιαζε με ζώο. Τα ρουθούνια του άνοιξαν και με χτύπησε. Και τότε τρελάθηκα. Φυσικά ο σκηνοθέτης συνέχιζε να τραβάει». Με κάποια ικανοποίηση, η Μορένο λέει στην Ελεν Μπράουν ότι αυτή «είναι η αγαπημένη σκηνή πολλών ανθρώπων».

Η «Ανίτα» Ρίτα Μορένο, το κορίτσι του «Μπερνάρντο» Τζορτζ Τσακίρη, στο «West Side Story» το 1961, (Silver Screen Collection/Getty Images)

Κάπως έτσι, στα χρόνια που ακολούθησαν, αναπτύχθηκε ανάμεσά τους μια αμοιβαία στοργή: «Ο Μάρλον με αγαπούσε γιατί ήμουν πολύ αυθεντική», λέει τώρα η Μορένο, «Δεν έμοιαζα με καμία άλλη από τις γυναίκες που συναναστρεφόταν. Μπορούσα να του προκαλέσω τεράστια αμηχανία και εκείνος άρχιζε να τραυλίζει. Μπορούσα απλώς να τον κοιτάξω και να πω: “Ξέρω ακριβώς τι κάνεις”, και εκείνος άρχιζε να χαχανίζει. Ηταν τέλειο. Δεν συνειδητοποιούσα, όμως, ότι είχα ένα πλεονέκτημα έναντί του. Ημουν τόσο βλάκας».

Αν και ασυνήθιστο μεταξύ των σταρ του Χόλιγουντ εκείνης της εποχής, ο Μπράντο ήταν παθιασμένος ακτιβιστής για τα πολιτικά δικαιώματα και ενέπνευσε τη Μορένο να ακολουθήσει το παράδειγμά του. Θεωρεί τη συμμετοχή της στην Πορεία του 1963 στην Ουάσινγκτον για την Εργασία και την Ελευθερία μία από τις σπουδαίες στιγμές της ζωής της. Βρέθηκε μόλις λίγα μέτρα μακριά από τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ καθώς εκφωνούσε την ομιλία του «Εχω ένα όνειρο».

Τη χρονιά που χώρισε με τον Μπράντο, η Μορένο γύρισε το «West Side Story». Από την αρχή είχε ενδοιασμούς για τον ρόλο της Ανίτα, που ήταν το κορίτσι του Μπερνάρντο (Τζορτζ Τσακίρης), του αρχηγού της συμμορίας των Πορτορικανών Sharks. Πάνω από όλα, ωστόσο, ανησυχούσε για το τραγούδι «America», στο οποίο ο χαρακτήρας της καταστρέφει τη φήμη της αγαπημένης της γενέτειρας. Παραδέχεται, βέβαια, ότι δεν ξέρει τι θα της είχε συμβεί αν είχε μείνει στο Πουέρτο Ρίκο. Λέει επίσης ότι «η Ανίτα δεν εκφράζει τις απόψεις μου, τις απόψεις  του συγγραφέα ή του σκηνοθέτη. Η Ανίτα είναι ένα κορίτσι που προτιμά την Αμερική από το Πουέρτο Ρίκο και τα αγόρια τη χτυπούν και την υποτιμούν συνεχώς». (Δείτε το clip του «America»)

Η Μορένο περίμενε ότι μετά το Οσκαρ που της έφερε ο ρόλος της Ανίτα θα είχε συνεχώς προτάσεις. Στην πραγματικότητα, για επτά χρόνια δεν εμφανίστηκε σε άλλη ταινία. Το 1965 παντρεύτηκε τον καρδιολόγο Λένι Γκόρντον, με τον οποίο το 1967 απέκτησαν μια κόρη, τη Φερνάντα, και έμειναν μαζί μέχρι τον θάνατό του το 2010. Ωστόσο η σχέση τους απείχε πολύ από το ρομαντικό ειδύλλιο που έδειχνε ότι ήταν: «Ο σύζυγός μου ντρεπόταν για τα πράγματα που μου αρέσουν περισσότερο στον εαυτό μου», λέει τώρα, «Με μισούσε επειδή είμαι τραχιά, βρωμόστομη, γελάω πολύ δυνατά. Δεν λέω βρώμικες λέξεις συνεχώς, όπως κάνουν μερικοί άνθρωποι. Τις λέω όταν πρέπει. Είναι μια υπέροχη συναισθηματική απελευθέρωση για μένα».

Οταν ο Σπίλμπεργκ ανακοίνωσε την απόφασή του να διασκευάσει το «West Side Story», αρχικά η Μορένο ήταν επιφυλακτική. Τώρα, όμως, δηλώνει ευχαριστημένη από αυτό που έχουν κάνει ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος Τόνι Κούσνερ. Στα γυρίσματα της πρώτης ταινίας, όταν γύριζαν μια σκηνή στην οποία οι Jets κυνηγούν την Ανίτα γύρω από το Doc’s Drugstore και την καρφώνουν στο πάτωμα, ένα θαμμένο τραύμα βγήκε ορμητικά στην επιφάνεια. «Την αποκαλώ σκηνή βιασμού», λέει. Ετρεξε μακριά από τους άλλους ηθοποιούς, σκόνταψε σε ένα καλώδιο και βρέθηκε να κλαίει κάτω από τα φώτα.

Εμεινε, λοιπόν, έκπληκτη όταν ανακάλυψε ότι στο ριμέικ του Σπίλμπεργκ, ως Βαλεντίνα, χήρα του Ντοκ, του ιδιοκτήτη Drugstore –ο ρόλος γράφτηκε ειδικά για τη Μορένο– θα έπρεπε να σταματήσει την επίθεση που δέχεται η Ανίτα (Αριάνα ΝτεΜποζ). «Ηταν θετικά ανατριχιαστικό και απόκοσμο να ξαναβρίσκομαι στη σκηνή του “βιασμού” με την Αριάνα ως τη νέα Ανίτα», λέει. «Είναι μία σκηνή που δυσκολεύτηκα πραγματικά να παίξω. Ελεγα συνέχεια “παίζω το λάθος άτομο”. Ποτέ δεν ένιωσα άνετα. Δεν το είπα στον Στίβεν. Αυτή η εκδοχή ήταν πιο βίαιη, πραγματικά, πολύ τρομακτική. Είναι μια πολύ απαραίτητη σκηνή. Αλλά… ω, Θεέ μου»…

Ωστόσο, έχοντας ξεπεράσει τους φόβους ότι το σενάριο του Κούσνερ θα ήταν «πολύ σκοτεινό», η Μορένο έγινε επίσης εκτελεστική παραγωγός της νέας ταινίας. «Δεν θέλω το κοινό να πιστεύει ότι υποτιμώ το πρωτότυπο “West Side Story”, γιατί ήταν μια απίστευτη ταινία», λέει, «αλλά τώρα ο Τόνι μπαίνει πραγματικά στα πολιτικά πράγματα του 1957 με έναν τρόπο που δεν είχαμε στο πρωτότυπο. Κανείς δεν το σκέφτηκε καν. Αν το είχαν κάνει, θα φορούσαμε μέικ-απ στο δικό μας χρώμα», λέει γελώντας, «Δόξα τω Θεώ, έχουμε προχωρήσει από τότε»…