927
Κατά την δρα Νταϊάν Μάιερ, η αποδοχή, η έκφραση και η διαχείριση των όποιων τραυματικών εμπειριών μπορεί να ωθήσει κάποιον ακόμα και να βελτιώσει τη ζωή του | CreativeProtagon/Facebook

Υπάρχουν και πολλές «σκιώδεις» πανδημίες

Protagon Team Protagon Team 30 Μαρτίου 2021, 07:30
Κατά την δρα Νταϊάν Μάιερ, η αποδοχή, η έκφραση και η διαχείριση των όποιων τραυματικών εμπειριών μπορεί να ωθήσει κάποιον ακόμα και να βελτιώσει τη ζωή του
|CreativeProtagon/Facebook

Υπάρχουν και πολλές «σκιώδεις» πανδημίες

Protagon Team Protagon Team 30 Μαρτίου 2021, 07:30

Η δρ Νταïάν Μάιερ είναι 68 χρόνων και θεωρείται μία από τις κορυφαίες ειδικούς των ΗΠΑ στην αποκαλούμενη παρηγορητική/ανακουφιστική φροντίδα (palliative care). Διευθύνει εδώ και πολλά χρόνια το Κέντρο Παρηγορητικής Φροντίδας του περίφημου Mount Sinai Hospital της Νέα Υόρκης, οπότε γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει να έρχεται κάποιος άνθρωπος αντιμέτωπος (και μαζί με αυτόν και οι δικοί του) με σοβαρές ή ανίατες ασθένειες, με ανείπωτη οδύνη, με τον φόβο του θανάτου, με τη σύγχυση και την αβεβαιότητα που όλα αυτά επιφέρουν. Γνωρίζει επίσης πόσο σημαντική είναι η συνδρομή όλων όσοι δοκιμάζονται, μέσω της παροχής αποτελεσματικής αλλά και ανθρώπινης ιατρικής φροντίδας.

Τις προηγούμενες ημέρες και ενώ οι ΗΠΑ και οι πολίτες τους προσπαθούν σιγά σιγά να επιστρέψουν σε κάποια κανονικότητα, η δρ Μάιερ συνομίλησε με τον Ντέιβιντ Μαρκέζε των New York Times, καθώς όλες αυτές οι ανησυχίες που συνιστούν τον πυρήνα της παρηγορητικής φροντίδας, εξαιτίας του κορονοïού και της πανδημίας του, στοίχειωσαν και εξακολουθούν να στοιχειώνουν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων.

Παρότι η ιατρική είναι πολύ καλή στην αντιμετώπιση του σωματικού/οργανικού πόνου, «τα υπαρξιακά, πνευματικά και σχεσιακά θεμέλια» του πόνου συνήθως παραμελούνται, με αποτέλεσμα να ασχολούνται με αυτά σχεδόν αποκλειστικά οι ειδικοί στις παρηγορητικές φροντίδες. «Εμείς θεωρούμε ότι αποτελεί μέρος της δουλειάς μας. Στα υπόλοιπα ιατρικά πεδία οι άνθρωποι αφήνονται να βρουν μόνοι τον δρόμο τους. Εάν δεν ανήκουν σε κάποια θρησκευτική κοινότητα ή σε κάποια διευρυμένη οικογένεια, αυτό τους προκαλεί τεράστιο πόνο, γιατί το νόημα πηγάζει από τις σχέσεις. Ο φόβος του θανάτου αφορά την απώλεια της σχέσης με τον κόσμο και τους ανθρώπους», εξήγησε.

Οσον αφορά ειδικά την τρέχουσα κατάσταση έκτακτης ανάγκης, κατά τη διάρκεια της πανδημίας εκατομμύρια άνθρωποι βίωσαν αυτήν την «απώλεια της σχέσης», όχι μόνον γιατί πάρα πολλοί έχασαν συγγενείς τους, αλλά και επειδή η πλειονότητα της ανθρωπότητας στερήθηκε και εξακολουθεί να στερείται μιας φυσιολογικής σχέσης και με τον κόσμο στο σύνολό του και με τους ανθρώπους ειδικότερα.

Η πανδημία του κορονοïού είναι μία αλλά «υπάρχουν πολλές σκιώδεις πανδημίες», εξήγησε η αμερικανίδα ειδικός, υπενθυμίζοντας πως κάθε άνθρωπος που υποκύπτει στον φονικό ιό, αφήνει πίσω του περί τους δέκα ανθρώπους που θρηνούν τον χαμό του. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα πονούν αφόρητα περισσότεροι από 5 εκατομμύρια άνθρωποι στις ΗΠΑ, περίπου 77.000 στην Ελλάδα (με τους αριθμούς της 25ης Μαρτίου) και 28 εκατομμύρια σε όλον τον κόσμο.

Ο καρκίνος, η άνοια και η νεφρική ανεπάρκεια τρομάζουν τους ανθρώπους, αλλά αποτελούν παθήσεις με τις οποίες οι περισσότεροι είμαστε εξοικειωμένοι, καθώς γνωρίζουμε ανθρώπους που βρέθηκαν αντιμέτωποι μαζί τους. Ωστόσο ο κορονοïός και η πανδημία του βρήκαν την ανθρωπότητα απροετοίμαστη ενώ ακόμη και σήμερα, έπειτα από πολλούς μήνες, πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να αρνούνται να αποδεχτούν και να βιώσουν την πραγματικότητα, καθώς είναι εξαιρετικά δύσκολη ούτως ώστε να τη διαχειριστούν.

«Ας πούμε ότι η στάση σας ήταν “Δεν θα συμβεί σε μένα”. Και μετά συμβαίνει και όλη αυτή η άρνηση (της πραγματικότητας) καταρρέει. Ολη αυτή η απάθεια δεν θα σας προστατέψει. Είναι τρομακτικό και καθίσταται ακόμη περισσότερο εξαιτίας του ότι οι συγγενείς δεν μπορούν να είναι με τους ασθενείς. Μία από τις μεγαλύτερες πηγές πόνου είναι η απομόνωση των ασθενών και το γεγονός πως οι άνθρωποι που τους αγαπούν περισσότερο, δεν μπορούν να είναι μαζί τους. Σας διαβεβαιώνω, τα τάμπλετ και τα τηλέφωνα δεν αποτελούν υποκατάστατα», σημείωσε η αμερικανίδα γιατρός. Για να προσθέσει πως «εάν είχαμε ανάγκη να θυμηθούμε πόσο σημαντική είναι η ανθρώπινη επαφή και η υποστήριξη για τα άτομα με σοβαρές ασθένειες, η πανδημία το κατέστησε αυτό πάρα, πάρα πολύ σαφές».

Σύμφωνα με τη δρα Μάιερ, αυτός ο ανέκφραστος, σε μεγάλο βαθμό, πόνος της απώλειας αγαπημένων προσώπων αλλά και των ανθρώπινων σχέσεων γενικότερα, θα συνεχίσει να μας ταλανίζει για πολύ καιρό μετά την ανάσχεση της πανδημίας. «Ο νυν πρόεδρός μας (ο Τζο Μπάιντεν) εργάστηκε σκληρά ούτως ώστε να αρχίσει να αντιμετωπίζει αυτό το ζήτημα μέσω ομαδικών εκδηλώσεων στη μνήμη των νεκρών, και μίλησε πολύ για τις προσωπικές του απώλειες, ούτως ώστε να καταστεί φυσιολογική η συζήτηση για τις απώλειες. Αυτό είναι σημαντικό. Πρέπει να κάνουν και άλλοι άνθρωποι το ίδιο», τόνισε.

Η έκφραση του πόνου και του πένθους είναι εξαιρετικά σημαντική για την υγεία, σωματική και ψυχική, των ανθρώπων που υποφέρουν. Ολοι όσοι αρνούνται τον πόνο, κινδυνεύουν από την αποκαλούμενη διαταραχή μετατραυματικού στρες, «μία υπερβολική αντίδραση σε νέα τραύματα» η οποία εκδηλώνεται επειδή «προηγούμενα τραύματα δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ, δεν εκφράστηκαν ποτέ και ποτέ δεν ξεπεράστηκαν. Οπότε οτιδήποτε συμβαίνει τα ενεργοποιεί εκ νέου», εξήγησε η δρ Μάιερ.

Η άρνηση των όποιων τραυμάτων κάθε άλλο παρά τα εξαλείφει. Συνήθως καταλήγει να καθορίζει την αντίδραση των ανθρώπων σε νέα τραύματα, «είτε πρόκειται για μία διάγνωση είτε για μία πανδημία ή για τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου» (ΣΣ: Εδώ αναφέρεται στο πολύ αμερικανικό τραύμα της εισβολής των τραμπιστών στο Καπιτώλιο).

Αντιθέτως, η αποδοχή, η έκφραση και η διαχείριση των όποιων τραυματικών εμπειριών μπορεί να ωθήσει κάποιον ακόμα και να βελτιώσει τη ζωή του. Για να γίνει κατανοητή, η δρ Μάιερ αναφέρθηκε σε περιπτώσεις ανθρώπων οι οποίοι αφότου διαγνώστηκαν με κάποια σοβαρή ασθένεια, κατέληξαν να είναι τρόπον τινά ευγνώμονες για το δυσάρεστο γεγονός, «επειδή τους έκανε να σταματήσουν να ανησυχούν για τα ασήμαντα και να εστιάσουν στα σημαντικά», ανεξάρτητα από το ποια είναι αυτά.

Αλλά δεν είναι απαραίτητο να νοσήσει σοβαρά κάποιος ώστε να αναλογιστεί τι είναι και τι δεν είναι σημαντικό για τον ίδιο. Αρκεί να αποστασιοποιηθεί για λίγο από τη ρουτίνα –«ξυπνάω στις έξι, πηγαίνω στο γυμναστήριο, πηγαίνω στη δουλειά κ.ο.κ.»– της καθημερινότητας. Η πανδημία απέδειξε ότι η αναστολή της κανονικότητας είναι ιδιαίτερα δύσκολη έως και επώδυνη. Εάν, ωστόσο, την αξιοποιήσουμε για να σκεφτούμε τι πραγματικά θέλουμε ο καθένας από τη ζωή του, ενδέχεται και να λυτρωθούμε. «Οι άνθρωποι προσπαθούν απεγνωσμένα να προσφέρουν χώρο στα εσώψυχά τους», υπενθύμισε η δρ Μάιερ.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News