21 Αυγούστου του 1968. Πρώτη ημέρα της σοβιετικής εισβολής στην Τσεχοσλοβακία και κάτοικοι της Πράγας περικυκλώνουν τα σοβιετικά τανκς, έξω από το κτίριο του κρατικού ραδιοσταθμού | Libor Hajsky / Reuters
Θέματα

Πράγα 1968: Η αρχή του τέλους για τη σοβιετική αυτοκρατορία

Προφητικός και ταυτόχρονα ανατριχιαστικά επίκαιρος αποδεικνύεται ο πολωνός δημοσιογράφος Βίκτορ Ζόρζα ο οποίος, πριν από ακριβώς μισόν αιώνα, κάλυψε τα γεγονότα της σοβιετικής εισβολής στην Πράγα για λογαριασμό του Guardian
Protagon Team

Σχεδόν προφητική αποδεικνύεται η ανταπόκριση του Βίκτορ Ζόρζα από την Πράγα στις 21 Αυγούστου του 1968. Ο βετεράνος πολωνός δημοσιογράφος της βρετανικής εφημερίδας The Guardian, που πέθανε το 1996 κι έγινε ευρύτερα γνωστός κι ως «Κρεμλινολόγος», καθώς ήταν από τους ελάχιστους ρεπόρτερ με εμπεριστατωμένη άποψη (και ταυτόχρονα, πρόσβαση) πάνω σε ζητήματα που άπτονταν της σοβιετικής ηγεσίας, κάνει ευθέως λόγο για «βιασμό» της Τσεχοσλοβακίας από τις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, για μια επέμβαση που ουσιαστικά «επιτάχυνε ακόμη περισσότερο την διάλυση της χώρας».

«Ο κομμουνιστικός κόσμος δεν θα ανακάμψει ποτέ από αυτήν την πρωτοφανή πράξη αυτό-τραυματισμού του. Αυτό που συνέβη είναι η αρχή του τέλους. Ένας βιασμός της Τσεχοσλοβακίας, ο οποίος αντί να διατηρήσει την παλαιά τάξη, θα επιταχύνει την αποσύνθεσή της», γράφει.

Ο Ζόρζα μιλάει για «φοβισμένους άνδρες μέσα στο Κρεμλίνο και τους συμμάχους τους σε άλλες κομμουνιστικές πρωτεύουσες οι οποίοι ήθελαν εξαρχής να επέμβουν, επειδή είδαν τη νέα Τσεχοσλοβακία ως πρόκληση για οτιδήποτε αντιπροσώπευαν και ως απειλή για τις θέσεις εξουσίας που είχαν αποκτήσει. Κι ενώ υπήρχαν ηγέτες σε διάφορες άλλες κομμουνιστικές χώρες που έβλεπαν με κάποια συμπάθεια τις νέες πολιτικές της Τσεχοσλοβακίας, εντούτοις οι σκληροπυρηνικοί αποδείχθηκαν ισχυρότεροι, όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες καταστάσεις», σημειώνει.

Μέσα από το παράθυρο καφετέριας, Τσεχοσλοβάκοι παρακολουθούν σοβιετικά άρματα μάχης T-55 να εισβάλλουν στους δρόμους της Πράγας (Express Newspapers/Getty Images/Ideal Images)

Ουσιαστικά αναφέρει πως η απόφαση για την στρατιωτική επέμβαση δεν ελήφθη επειδή η κατάσταση στη χώρα έγινε δήθεν πιο επικίνδυνη, αλλά επειδή «οι πιο φιλελεύθερες φωνές εντός του Κρεμλίνου, όπως του Κοσίγκιν, καταπνίγηκαν από εκείνες των πιο συντηρητικών, όπως του Μπρέζνιεφ».

Ο Ζόρζα επισημαίνει πως το Κρεμλίνο γνώριζε από νωρίς πως οι στρατιωτικοί κίνδυνοι ήταν ελάχιστοι καθώς ο Ντούμπτσεκ είχε καταστήσει σαφές από την αρχή ότι δεν θα προέβαλλε αντίσταση.

«Το κατά πόσο η Δύση θα μπορούσε να κάνει κάτι για να αποτρέψει την σοβιετική επέμβαση είναι ένα άλλο θέμα. Αυτό που είναι ξεκάθαρο είναι ότι δεν έκανε απολύτως τίποτα για να την αποτρέψει – εν μέρει επειδή δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να συμβεί και εν μέρει επειδή οι ΗΠΑ  ήταν ήδη πολύ βαθιά ‘χωμένες’ στον πόλεμο στο Βιετνάμ για να διακινδυνεύσουν ακόμη και διπλωματική δράση, πόσω μάλλον για στρατιωτική παρέμβαση», τονίζει ο πολωνός δημοσιογράφος.

Ο Ζόρζα κάνει λόγο ευθέως για αποτυχία: «…η αποτυχία της Δύσης να πάρει μια σταθερή και ξεκάθαρη στάση, σήμαινε ότι οι σκληροπυρηνικοί μέσα στο Κρεμλίνο θα μπορούσαν να υποθέσουν ότι οι ΗΠΑ ήταν διατεθειμένες να παραδώσουν σχεδόν… εν λευκώ την Τσεχοσλοβακία στη Ρωσία, ακριβώς όπως η Ρωσία έδωσε με τον ίδιο τρόπο το Βιετνάμ στις ΗΠΑ. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας – μόνο μια σιωπηρή κατανόηση γύρω από γεωπολιτικά ζητήματα.

Ο,τι απέμεινε από ένα ΙΧ μετά την εισβολή των τανκς (Milan Linhart)

»Όχι τόσο μια συμφωνία μεταξύ κυρίων, όσο μια συμφωνία μεταξύ κλεφτών», σημειώνει.

«Πλέον η απόφαση για την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία θα αναγκάσει πολλά ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα να διαφοροποιηθούν πολιτικά απέναντι στο Κρεμλίνο, επιταχύνοντας με τον τρόπο αυτό τη διαδικασία διαφοροποίησης εντός του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος», προσθέτει ο Ζόρζα, καταλήγοντας με νόημα πως «ταυτόχρονα, θα δώσει στους φιλελεύθερους μια τονωτική ένεση αυτοπεποίθησης, που από μόνη της φυσικά δεν αρκεί για να τους δώσει την νίκη στον πολιτικό αγώνα του μέλλοντος. Αλλά η ανάγκη για μεταρρύθμιση και σε άλλες χώρες όπως και στην Τσεχοσλοβακία θα αναγκάσει το κομμουνιστικό σύστημα να “σέρνεται” με τρόπο επώδυνο στο σύγχρονο κόσμο. Γιατί το μεταρρυθμιστικό κίνημα μπορεί να ανασχεθεί μόνο με την επαναφορά του σταλινισμού».