Την εποχή που ο Θόδωρος Πάγκαλος (δεύτερος από αριστερά) βρισκόταν στο Παρίσι συνδέθηκε φιλικά με τον Μίκη Θεοδωράκη (αριστερά) | Twitter/@tpangalos/CreativeProtagon
Θέματα

Οταν ο Πάγκαλος διέγραφε τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο

Υπήρξε μια εποχή που ο Θόδωρος Πάγκαλος ήταν μπίτνικ, μετέφερε πιστόλια με το αυτοκίνητο του Μίκη Θεοδωράκη, ταξίδευε με πλαστά διαβατήρια και διέγραφε τον μετέπειτα αρχηγό της 17Ν από το ΚΚΕ. Τις ιστορίες αυτές αφηγήθηκε ο ίδιος σε μια εξομολογητική συνέντευξη δέκα χρόνια πριν από τον θάνατό του
Protagon Team

Πριν από δέκα χρόνια, σε μια συνέντευξη-εξομολόγηση που είχε δώσει ο Θεόδωρος Πάγκαλος στο περιοδικό ΒHΜΑgazino, μίλησε εκτενώς για τα νεανικά χρόνια του και τη δράση του κατά της χούντας. Τότε, το 2013, είχε μόλις ολοκληρώσει τον κύκλο του στη μάχιμη πολιτική και αφηγήθηκε με την trademark ζωντάνια του όσα συνέβησαν χρόνια πριν, το 1981, όταν εξελέγη πρώτη φορά βουλευτής με το ΠΑΣΟΚ: από τους μπίτνικ και τον Κουτρουμπούση, ως το ξύλο στις πορείες των 60s και την παρανομία στη Γαλλία. 

Ο Πάγκαλος, γεννημένος το 1938, μεγάλωσε σε οικογένεια στρατιωτικών. Ο πατέρας του, Γεώργιος Πάγκαλος, ήταν αξιωματικός της Αεροπορίας. Ο παππούς του, ο στρατηγός και μετέπειτα δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος, πέθανε όταν ο εγγονός του ήταν 14 ετών.

Ο έφηβος Πάγκαλος μπήκε στη μετωπική δράση της Αριστεράς και συμμετείχε στις πιο ανατρεπτικές παρέες της εποχής: στο φοιτητικό κίνημα, ιδρυτικό μέλος της Νεολαίας Λαμπράκη, και μετά ενεργός και συχνά παράτολμος στον αντιδικτατορικό αγώνα, με αποτέλεσμα να του αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια από τη χούντα το 1968.

Εκτός από τη Νεολαία της ΕΔΑ, ο Θεόδωρος Πάγκαλος μπαίνει τη δεκαετία του 1960 στην παρέα των ελλήνων μπίτνικ. «Κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους στο πανεπιστήμιο, μπήκα σε διάφορες παρέες και δίκτυα γύρω από την αμφισβήτηση: τον υπαρξισμό, το κίνημα των μπίτνικ, την τζαζ. Αυτούς τους έβρισκες τυχαία, ήταν μικρή η Αθήνα εκείνη την εποχή, τα στέκια ήταν συγκεκριμένα. Το ένα ήταν η Παράγκα του Σίμου του υπαρξιστή (…) Αυτή η παρέα της “μπιτ τζενερέισον” δεν είχε καλή εξέλιξη. Μερικοί από αυτούς κατέληξαν αλκοολικοί, άλλοι έπεσαν στα ναρκωτικά. Αυτού του είδους την αμφισβήτηση τη χτύπησαν με τα ναρκωτικά» θυμήθηκε το 2013.

 

Πάνος Κουτρουμπούσης, Θεόδωρος Πάγκαλος το 1962

Τα μέλη της παρέας έχουν καταγραφεί στο βιβλίο «Ελληνικό Ροκ» (εκδ. Αγκυρα, 2006) του Μανώλη Νταλούκα: «Στις αρχές του 1963, μερικοί ανήσυχοι τύποι διαβιούν στο Κολωνάκι. Απαρτίζουν μια μεγάλη παρέα, όπου δρουν οι υπαρξιστές Αντώνης Ευθυμιάδης και Πάνος Κουτρουμπούσης, ο λόγιος των ανεύθυνων Γιώργος Μακρής, οι φοιτητές Θεόδωρος Πάγκαλος και Δημήτρης Πολύτιμος και μερικά νέα “φιντάνια”, όπως ο Δημήτρης Πουλικάκος».

Κυπριακό και ξύλο στα πανεπιστήμια 

Η εποχή είχε βία και ασφαλίτες στα πανεπιστήμια. Λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας 1950, όταν ο Πάγκαλος μπήκε στο πανεπιστήμιο, η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη. «Μεθεόρτια» Εμφυλίου. Κυπριακό. «Οι Εγγλέζοι τότε μας πρόδωσαν με το Κυπριακό» ανέφερε, ανακαλώντας τα συμφραζόμενα της εποχής. «Οι απαγχονισμοί των αγωνιστών της ΕΟΚΑ με συγκλόνισαν. Θυμάμαι ότι το πρώτο ξύλο από αστυνομικό στη ζωή μου ήταν ένα ανηλεές μαστίγωμα, το οποίο έχω υποστεί μαζί με μια ένδοξη προσωπικότητα, τον Μιχάλη Σταθόπουλο, μετέπειτα καθηγητή πανεπιστημίου και νυν ακαδημαϊκό. Μας είχαν στριμώξει σε μια γωνιά. Ενας αξιωματικός είχε βγάλει ένα μαστίγιο, ένα πραγματικό μαστίγιο, όχι κλομπ, και μας μαστίγωνε».

«Το λεγόμενο “σταλινικό αμάλγαμα”»

Το 1965 ο Πάγκαλος φεύγει με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης για μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. Ως στέλεχος του ΚΚΕ στο Παρίσι γνωρίζει τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο, καταδικασμένο σήμερα για τη συμμετοχή του στην τρομοκρατική οργάνωση 17 Νοέμβρη. «Ημουν εναντίον της ένοπλης πάλης» τόνισε ο Πάγκαλος το 2013. «Ο Γιωτόπουλος υπήρξε αντιπρόεδρος της φοιτητικής ενώσεως του Παρισιού το 1970, έναν χρόνο προτού εξαφανιστεί, δηλαδή, και περάσει στην παράλληλη ζωή. Αυτοί ήταν υπέρ της ένοπλης πάλης και ήθελαν να κάνουν διάφορα. Να πάνε στους Παλαιστινίους, να πάνε στην Κούβα. Εγώ θεωρούσα πως όταν υπάρξουν συνθήκες ένοπλης πάλης, όταν δηλαδή υπάρξει ριζοσπαστικό κίνημα μέσα στην κοινωνία, η εξεύρεση των όπλων είναι μια λεπτομέρεια, είναι αστείο θέμα».

Γιατί διεγράφη ο Γιωτόπουλος; «Τον είχα διαγράψει μαζί με άλλους τρεις από το ΚΚΕ για εξτρεμισμό, μικροαστικό τυχοδιωκτισμό και χαρτοπαιξία, νομίζω, γιατί έπαιζαν πόκερ. Τώρα, γιατί έβαλα και τη χαρτοπαιξία; Είναι το λεγόμενο “σταλινικό αμάλγαμα”…» θυμήθηκε ο Πάγκαλος. 

Τα όπλα και ο Μίκης Θεοδωράκης 

Στην ίδια συνέντευξη στο περιοδικό του «Βήματος της κυριακής» εξιστόρησε μια επιχείρηση για τη μεταφορά όπλων από τη Γαλλία στην Ελλάδα. Παραθέτουμε ολόκληρο το συναρπαστικό απόσπασμα:

«Ηρθε ένας από την Αθήνα και με έπεισε να τους στείλω μερικά πιστόλια για να κάνουν 5-6 χαρακτηριστικές εκτελέσεις χαφιέδων μέσα στο πανεπιστήμιο. Υπήρχε στο Παρίσι ο Γ.Δ. Παλιός αριστερός, παλιός αντάρτης του ΕΛΑΣ που ήταν ανακατεμένος σε παράνομες δουλειές. Στυλ Αλ Καπόνε, δεν μπόρεσαν ποτέ να τον βάλουν φυλακή. Οταν πέθανε, η “Monde” τού αφιέρωσε μισή σελίδα. Πήγα στον Γ.Δ. και του εξήγησα. “Θα ειδοποιήσω”, μου λέει, “θα πας σε αυτή τη διεύθυνση στην Τουλόν”, το λιμάνι δίπλα στη Μασσαλία, “σε ένα αραβικό κουσκουσάδικο, θα ζητήσεις τον Αχμέτ τάδε, θα τους πεις ότι σε στέλνει ο μεσιέ Ζορζ, εν τω μεταξύ εγώ θα έχω κάνει ένα τηλέφωνο”.

Παίρνω, λοιπόν, το αυτοκίνητο του Μίκη Θεοδωράκη, μια Citroën – είχε δυο-τρία αυτοκίνητα ο Θεοδωράκης, από τον Ζορμπά είχε βγάλει πολλά λεφτά. Καβαλάω τη Citroën, το πατάω στον αυτοκινητόδρομο, όνειρο ήταν, καταπληκτικό. Φτάνω στην Τουλόν, πηγαίνω σε αυτόν, του διηγούμαι την ιστορία μου, μου απαντά “πολύ καλά, έλα στις 3.00 το μεσημέρι”. Πηγαίνω και μου δίνει δύο πιστόλια και κάμποσους γεμιστήρες. Πηγαίνω πίσω στο Παρίσι. Εν τω μεταξύ, αυτός από την Ελλάδα μού είχε πει ότι θα με πάρει κάποιος τηλέφωνο με ένα σύνθημα, να με ειδοποιήσει. Πράγματι, με πήρε ένας με ένα φορτηγό ψυγείο που κουβαλούσε στο Παρίσι καρπούζια. Τα είχε ξεφορτώσει, με παίρνει, μου δίνει το σύνθημα, παίρνει τα πιστόλια και τα πάει στην Ελλάδα. Βέβαια, αυτοί που τα πήραν δεν τα χρησιμοποίησαν ποτέ και μάλλον τα έχουν οικειοποιηθεί τα πιστόλια, φαντάζομαι. Κάπου θα τα έχουν στο σπίτι τους, γιατί δεν εμφανίστηκαν ποτέ τα πιστόλια πουθενά…».

Τρεις μήνες μετά, ένα πρωί, μόλις ανέτειλε ο ήλιος, έρχονται κάποιοι αστυνόμοι με πολιτικά και μου λένε “ξέρετε, κύριε Πάγκαλε, έχουμε ένα ένταλμα συλλήψεως και απελάσεως από τη Γαλλία”. Φτιάχνω μια βαλίτσα, φεύγω – η γυναίκα μου και η κόρη μου, που ήταν τότε δύο ετών, άρχισαν να κλαίνε. Με πηγαίνουν στο Ιλ Ντε Λα Σιτέ, απέναντι από τη Νοτρ-Νταμ, με βάζουν σε ένα γραφείο, έρχεται κάποιος, μου λέει “κύριε Πάγκαλε, έχετε παραβιάσει τους γαλλικούς νόμους και είστε δημόσιος υπάλληλος”. Εγώ ήμουν στο πανεπιστήμιο τότε. Επίκουρος καθηγητής. “Παραβιάσατε τους νόμους και στείλατε δύο πιστόλια που τα πήρατε από το τάδε μαγαζί στην Τουλόν”. Αυτοί παρακολουθούσαν τη δουλειά ή παρακολουθούσαν τον τύπο του κουσκουσάδικου και με έδωσε ο τύπος. Μου λένε “θα σας απελάσουμε, πού θέλετε να πάτε;”. Λέω, “μπορείτε να με στείλετε στη Σουηδία;”. Η πτήση για τη Σουηδία είχε φύγει. Λένε “θα φύγετε αύριο το πρωί”. Και με έβαλαν σε ένα γραφείο αντί για κρατητήριο. Εκεί ήρθε ο αστυνόμος Αμπράμοβιτς. Ο πατέρας του ήταν πολωνός εβραίος και η μάνα του εβραία από τη Θεσσαλονίκη. Ηξερε ελληνικά και ήταν υπεύθυνος για τους Ελληνες. Μου λέει “τι έκανες, δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά. Επρεπε να προσέχετε. Εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε πια. Αυτό που μπορώ να κάνω για σένα είναι να σε πάω σε ένα τηλέφωνο να κάνεις όσα τηλέφωνα θέλεις”. 

Με πήγε σε ένα γραφείο. Εγώ τότε είχα μια φιλική σχέση με τη Ζιζέλ Ανιμί, δικηγορίνα από το Αλγέρι. Φεμινίστρια και συγγραφέας. Hταν μια πολύ ωραία και ενδιαφέρουσα γυναίκα. Παίρνω την Αλιμί, η Αλιμί παίρνει τον Ρολάν Ντιμά που ήταν μεγαλοδικηγόρος στο Παρίσι, ειδικευμένος στους καλλιτέχνες, πνευματικούς ανθρώπους κ.λπ. Και ο Ρολάν Ντιμά παίρνει τη Λουσίλ Φορ, διανοούμενη, γυναίκα του Εντγκάρ Φορ, που ήταν τότε υπουργός Δικαιοσύνης.

Η ώρα περνούσε, πήγε 11.00, έφευγε το αεροπλάνο. Σκέφτηκα να τους πω ότι φεύγει η πτήση για Σουηδία ή να κάνω την πάπια. Εκανα την πάπια. Κάποια στιγμή, με παίρνει ένας, “πάμε”, λέει, “στον νομάρχη του Παρισιού”. Ηταν ένας τύπος, παλιός βουλευτής, τον ήξερα στη φάτσα, ο οποίος μου έκανε τον θυμωμένο, βάραγε το χέρι του στο τραπέζι, λέγοντας “τι πράγματα είναι αυτά; Μας φέρατε σε πολύ δύσκολη θέση. Λοιπόν, αποφασίσαμε τελικά, για να δείξουμε τη συμπάθειά μας προς τη Δημοκρατία και τους αγώνες του ελληνικού λαού, να σας αφήσουμε να μείνετε. Αλλά, πλέον, η παραμικρή κίνησή σας που θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στη Γαλλία θα τιμωρηθεί αμείλικτα. Και τότε, θα σας στείλουμε πίσω στην Ελλάδα”.

Περνούν πολλά χρόνια και είμαστε στο γεύμα ενός συμβουλίου υπουργών Εξωτερικών, όπου έρχεται για πρώτη φορά ο Ρολάν Ντιμά. Μπαίνει μέσα καθυστερημένος, επειδή τρώγαμε δεν έκανε τον γύρο να τους χαιρετήσει όλους, πήγε σε μια θέση και χαιρετούσε από απέναντι. Οταν τελειώσαμε, έρχεται και μου λέει: “Εχετε αδελφό; Μοιάζετε πολύ με έναν κύριο που είχα γνωρίσει, ο οποίος είχε ένα πρόβλημα με τη γαλλική αστυνομία”»…

Για τον Μίκη Θεοδωράκη, με τον οποίο συνδέθηκε στενά, ο Πάγκαλος έγραψε στο Twitter την ημέρα του θανάτου του σπουδαίου έλληνα συνθέτη (2/9/2021): «Καλό ταξίδι φίλε μου. Σε λίγο θα σε συναντήσω ξανά…»