1220
| EPA/CreativeProtagon

Οι πόλεμοι του Πούτιν: από την Τσετσενία έως την Ουκρανία

Protagon Team Protagon Team 1 Νοεμβρίου 2022, 20:25
|EPA/CreativeProtagon

Οι πόλεμοι του Πούτιν: από την Τσετσενία έως την Ουκρανία

Protagon Team Protagon Team 1 Νοεμβρίου 2022, 20:25

Στα δυτικά προάστια της Μόσχας υπάρχει ένα πραγματικά ξεχωριστό θεματικό πάρκο. Στους χώρους του εκτίθενται περισσότερα από 600 άρματα μάχης, αεροσκάφη και στρατιωτικά οχήματα, ακόμη και διηπειρωτικοί βαλλιστικοί πύραυλοι, καθώς και ένα υποβρύχιο. Υπάρχουν επίσης πεδία βολής, μια καντίνα που σερβίρει σιτηρέσια και ένας καθεδρικός ναός με μωσαϊκά από βιτρό που απεικονίζουν έναν άγγελο να κοιτάζει από ψηλά ρώσους στρατιώτες. Το Πάρκο των Πατριωτών, όπως ονομάζεται, παρομοιάζεται με μια στρατιωτική Disneyland.

«Η λατρεία του στρατού, σε συνδυασμό με τη λατρεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, έχει καταστεί ένας από τους κεντρικούς πυλώνες της ρωσικής εθνικής ταυτότητας τις δύο δεκαετίες από τότε που ο Βλαντίμιρ Πούτιν εκλέχθηκε πρώτη φορά πρόεδρος, ενώ η ετήσια παρέλαση της 9ης Μαΐου στην Κόκκινη Πλατεία για τη νίκη επί της ναζιστικής Γερμανίας αποτελεί σημείο αναφοράς του πολιτικού ημερολογίου», γράφει ο Πίτερ Κονράντι, συγγραφέας και δημοσιογράφος των Sunday Times.

Ο Βλαντίμιρ Πούτιν και ο προκαθήμενος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Πατριάρχης Κύριλλος. Οι δύο υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον κατά τη μακρά παραμονή τους σε θέσεις ισχύος

Κατά πόσο, όμως, αυτή η λατρεία, αυτός ο θαυμασμός που τρέφει ο ρωσικός λαός για τον στρατό του δικαιολογούνται; Στο εν λόγω ερώτημα επιδιώκει να απαντήσει στις σελίδες του τελευταίου βιβλίου του, «Οι Πόλεμοι του Πούτιν», ο Μαρκ Γκαλεότι. Ο βρετανός ακαδημαϊκός και κορυφαίος ειδήμων στα ζητήματα της Ρωσίας εστιάζει την προσοχή του στις διάφορες συρράξεις στις οποίες ενεπλάκη η χώρα από τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης έως σήμερα, με αποκορύφωμα τη φετινή εισβολή στην Ουκρανία. Στο βιβλίο εξετάζονται επίσης και οι αλλαγές που προκάλεσαν αυτές οι συγκρούσεις στις ένοπλες δυνάμεις της Ρωσίας.

Η πρώτη από αυτές τις ένοπλες συγκρούσεις, τον Δεκέμβριο του 1994, αποσκοπούσε στο να αποτραπεί η απόσχιση της Τσετσενίας από τη Ρωσία και καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τη μετέπειτα στάση της Μόσχας απέναντι στους όποιους εχθρούς της, αν και τον πόλεμο αυτόν δεν τον κήρυξε ο Βλαντίμιρ Πούτιν, αλλά ο προκάτοχός του. «Οι στρατιωτικοί διοικητές του είχαν διαβεβαιώσει τον Γιέλτσιν ότι θα ήταν ένας “αναίμακτος κεραυνοβόλος πόλεμος”. Αντίθετα, έληξε με ισοπαλία — και ταπείνωση για το Κρεμλίνο, δεδομένου ότι η Τσετσενία είχε μόλις 1,2 εκατομμύρια ανθρώπους σε μια περιοχή μικρότερη από την Ουαλία», γράφει ο συντάκτης των Times, παρουσιάζοντας το βιβλίο του Μαρκ Γκαλεότι.

Ο πόλεμος ήταν αξιοσημείωτος κυρίως για τη βαρβαρότητά του, καθώς το Γκρόζνι, η πρωτεύουσα της Τσετσενίας, ισοπεδώθηκε και δεκάδες χιλιάδες άμαχοι σκοτώθηκαν, δίχως, ωστόσο, να πτοηθούν οι Τσετσένοι, οι οποίοι κατάφεραν να διατηρήσουν την ντε φάκτο ανεξαρτησία τους. Ομως το Κρεμλίνο δεν άργησε πολύ να επιστρέψει στην Τσετσενία, διεξάγοντας έναν δεύτερο αιματηρό πόλεμο, ο οποίος άρχισε το 1999, καθώς ο Πούτιν εγκατέλειπε την πρωθυπουργία για να αναλάβει την προεδρία της Ρωσίας.

Επειτα από οχτώ μήνες εχθροπραξιών, στο Γκρόζνι εγκαταστάθηκε μια φιλορωσική κυβέρνηση, αρχικά υπό την ηγεσία ενός πρώην ηγέτη των αυτονομιστών που συμμάχησε με τη Μόσχα, ονόματι Αχμάντ Καντίροφ, και στη συνέχεια, μετά τη δολοφονία του, υπό την ηγεσία του γιου του Ραμζάν Καντίροφ, ο οποίος ανά τα χρόνια κατέστη ένας πανίσχυρος όσο και απρόβλεπτος σύμμαχος του ρώσου προέδρου.

Από τότε έγιναν διάφορες απόπειρες αντιμετώπισης των προβλημάτων και των ελλείψεων στον ρωσικό στρατό που αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια των δύο συρράξεων στην Τσετσενία. Καταρχάς εκσυγχρονίστηκε ο εξοπλισμός των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, ενώ στο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο έως τότε βασιζόταν κυρίως σε στρατεύσιμους, προστέθηκαν και οι αποκαλούμενοι «κοντρακνίκι», οι εθελοντές μακράς θητείας.

Παρότι, όμως, το ρωσικό οπλοστάσιο ενισχύθηκε με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και άλλα προηγμένα στρατιωτικά/οπλικά συστήματα, τα άρματα μάχης και το πυροβολικό παρέμειναν ο βασικός πυλώνας του ρωσικού στρατού, ενώ ελάχιστη προσοχή δόθηκε στην επιμελητεία.

Στρατιώτες της κυβέρνησης της Τσετσενίας επιβαίνουν σε τεθωρακισμένο όχημα κατά μήκος του κεντρικού δρόμου του Γκρόζνι, τον Νοέμβριο του 1994

Ο διάρκειας μόλις πέντε ημερών πόλεμος κατά της Γεωργίας το 2008, αν και τερματίστηκε με νίκη της Μόσχας, αποκάλυψε την ανάγκη για περαιτέρω μεταρρυθμίσεις οι οποίες ακολούθησαν. Πολύ καλύτερα από όσο ευελπιστούσαν οι ίδιοι οι Ρώσοι εξελίχθηκε η κατάληψη της Κριμαίας το 2014, δεδομένου ότι οι ρωσικές δυνάμεις δεν έχασαν ούτε έναν άνδρα. «Αυτός δεν είναι ο στρατός που θυμάμαι από την Τσετσενία», είχε πει περήφανα τότε στον Γκαλεότι ένας ρώσος πρώην αλεξιπτωτιστής.

Στη Ρωσία άρχισε να καλλιεργείται η ψευδαίσθηση ότι ο ρωσικός στρατός είχε καταστεί ανίκητος, ωστόσο η μετέπειτα στήριξη που παρείχε η Μόσχα στους αυτονομιστές του Ντονμπάς αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Σε αυτό το πλαίσιο συστάθηκε και η παραστρατιωτική και διαβόητη, πλέον, Ομάδα Βάγκνερ του ολιγάρχη «σεφ του Πούτιν» Εβγκένι Πριγκόζιν.

Οι μισθοφόροι της Ομάδας Βάγκνερ απέδειξαν τις εξαιρετικές φονικές ικανότητές τους το 2015, κατά την επιτυχημένη ρωσική εμπλοκή στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας, συνδράμοντας τις δυνάμεις του Μπασάρ αλ Ασαντ να επικρατήσουν. «Ο Πούτιν όχι μόνο δεν αποτελματώθηκε, όπως είχαν προβλέψει πολλοί δυτικοί αναλυτές, αλλά κατάφερε να στηρίξει τον δολοφονικό σύμμαχό του με ελάχιστο κόστος και παρείχε στη διψασμένη για εξαγωγές βιομηχανία όπλων της Ρωσίας μια  περίοπτη βιτρίνα για τα προϊόντα της», αναφέρει ο Πίτερ Κονράντι στη βιβλιοπαρουσίασή του.

Ακολούθησε, όμως, η φετινή εισβολή των ρωσικών δυνάμεων στην Ουκρανία, η οποία άρχισε με καταστροφικό, για το Κρεμλίνο, τρόπο και έκτοτε σίγουρα δεν εξελίσσεται βάσει των όποιων σχεδίων της Μόσχας. Ο Γκαλεότι εξηγεί στο βιβλίο του ότι αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός πως ο προπαρασκευαστικός βομβαρδισμός ήταν περιορισμένης κλίμακας και έντασης, στο ότι δεν υπήρχαν αρκετοί άνδρες, ενώ υπήρχαν πάρα πολλοί διοικητές, και στην έλλειψη προμηθειών. «Είναι αδύνατο να υπερεκτιμηθεί πόσο καταστροφικές ήταν οι επιπτώσεις. Αναμφισβήτητα, 20 χρόνια στρατιωτικών μεταρρυθμίσεων υψηλού κόστους πήγαν χαμένα σε 20 ημέρες», αναφέρει στο βιβλίο του.

Οσον αφορά το παρόν και τη συνέχεια, έπειτα από περισσότερους από οχτώ μήνες πολέμου, η κατάσταση στο πεδίο παραμένει στάσιμη και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον ίδιο τον Βλαντίμιρ Πούτιν και την πεποίθησή του ότι θα χρειαζόταν μόνο μια μικρή προσπάθεια για να ανατραπούν ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι και η «νεοναζιστική», σύμφωνα με τη Μόσχα, κυβέρνησή του.

Ο ρώσος πρόεδρος και οι στενοί συνεργάτες ανέλαβαν την ευθύνη της εισβολής, παρότι κανένας δεν έχει πραγματική πείρα του πολέμου, με πολλούς ρώσους στρατηγούς να ενημερώνονται για τα σχέδια του Κρεμλίνου μόλις λίγες ημέρες πριν διατάξει ο Πούτιν τα στρατεύματά του να εισβάλουν στην Ουκρανία.

Ο Μαρκ Γκαλεότι αναγνωρίζει πως το βιβλίο του έχει ένα μειονέκτημα. Οπως εξηγεί ο ίδιος, ολοκλήρωσε το χειρόγραφο την περίοδο της ρωσικής εισβολής, ενώ στη συνέχεια περιορίστηκε στο να «τροποποιήσει ελαφρώς» το κύριο μέρος του βιβλίου και να προσθέσει ένα κεφάλαιο μόλις δώδεκα σελίδων για την Ουκρανία, το οποίο, σίγουρα, δεν είναι αρκετό, ούτως ώστε να γίνει αντιληπτός ο αντίκτυπος των μεταρρυθμίσεων στο ρωσικό στρατό την τελευταία εικοσαετία μέσα από το πρίσμα του πολέμου που μαίνεται.

Ωστόσο, ο Μαρκ Γκαλεότι είναι σε θέση να υποστηρίζει ότι υπάρχει λόγος αισιοδοξίας, καθώς η απόπειρα του Πούτιν να μετατρέψει την πατρίδα τους σε μία «ευρασιατική Σπάρτη του 21ου αιώνα», κάθε άλλο παρά ολοκληρωμένη και επιτυχημένη μπορεί να θεωρηθεί. Τα προβλήματα που μαστίζουν εδώ και καιρό τον στρατό της Ρωσίας δεν έχουν επιλυθεί.

Παρόλο που προηγείται σε σχέση με τη Δύση σε τομείς όπως τα υπερηχητικά όπλα, η Ρωσία υστερεί σημαντικά όσον αφορά τον πόλεμο υψηλής τεχνολογίας του μέλλοντος, και η διαρκής πτώση του ποσοστού γεννήσεων τη δεκαετία του 1990 σημαίνει ότι κατά τη διάρκεια της τρέχουσας δεκαετίας ο αριθμός των στρατεύσιμων θα μειωθεί κατά 20%. «Οσοι από εμάς έχουμε την τύχη να είμαστε μακριά από τη σύρραξη, μπορούμε ίσως να ξεκουραζόμαστε λίγο πιο άνετα στα κρεβάτια μας», καταλήγει ο δημοσιογράφος των Times.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News