951
Η ατομική βόμβα εκρήγνυται στο Ναγκασάκι, στις 9 Αυγούστου 1945 | Universal History Archive/Universal Images Group via Getty Images

Οι ξεχασμένοι αιχμάλωτοι στην πυρηνική κόλαση του Ναγκασάκι

Protagon Team Protagon Team 7 Αυγούστου 2022, 23:01
Η ατομική βόμβα εκρήγνυται στο Ναγκασάκι, στις 9 Αυγούστου 1945
|Universal History Archive/Universal Images Group via Getty Images

Οι ξεχασμένοι αιχμάλωτοι στην πυρηνική κόλαση του Ναγκασάκι

Protagon Team Protagon Team 7 Αυγούστου 2022, 23:01

Ο Aρθουρ Κρίστι, ένας στρατιώτης από το νότιο Λονδίνο, ήταν ένας από τους 400 αιχμάλωτους πολέμου των συμμαχικών δυνάμεων, οι οποίοι έγιναν μάρτυρες της καταστροφής της πυρηνικής βόμβας που έπεσε στο Ναγκασάκι στις 9 Αυγούστου 1945.

Ο Aρθουρ Κρίστι παρακολουθούσε με τρόμο «τον ουρανό να παίρνει μια βίαιη απόχρωση του μπλε» και «τον ήλιο να έχει σβήσει». Και τώρα η ιστορία του, μαζί με τις ιστορίες άλλων αιχμαλώτων, πρόκειται να διαβαστεί για πρώτη φορά ολόκληρη.

Οι αφηγήσεις, από αδημοσίευτες επιστολές και σημειώσεις που σπάνια έχουν δει το φως της δημοσιότητας, συνεντεύξεις και απομνημονεύματα των αιχμαλώτων, συγκεντρώθηκαν σε ένα βιβλίο από τον Τζον Γουίλις, τηλεοπτικό παραγωγό και πρώην πρόεδρο των Βραβείων Bafta, ο οποίος γνώρισε μερικούς από αυτούς τους αιχμάλωτους ενώ έκανε ένα ντοκιμαντέρ πριν από σχεδόν 40 χρόνια. Και σαν ισχυρή χορωδία φωνών, αποκαλύπτουν μια ζωντανή εικόνα της ήττας, της αντοχής και της επιβίωσης ενάντια σε κάθε πιθανότητα.

 

Το βιβλίο του Τζον Γουίλις «Nagasaki: The Forgotten Prisoners» (κάτω το εξώφυλλο) κυκλοφόρησε στις 2 Αυγούστου, λίγες ημέρες πριν από την 77η επέτειο από τις ρίψεις ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι.

Νωρίς το πρωί της 9ης Αυγούστου 1945, το Bockscar, το βομβαρδιστικό B-29 της αμερικανικής αεροπορίας στρατού συνάντησε ένα βαρύ σύννεφο πάνω από την πόλη Κοκούρα· έτσι κατευθύνθηκε προς τον δεύτερο στόχο του, γράφει στους βρετανικούς Times ο Τζακ Μπλάκμπερν. Εκείνη η στιγμή σφράγισε τη μοίρα του Ναγκασάκι: ήταν η δεύτερη ιαπωνική πόλη, που θα χτυπιόταν με ατομικό όπλο. Είχε προηγηθεί η Χιροσίμα, στις 6 Αυγούστου.

Στο «Nagasaki: The Forgotten Prisoners», ο βρετανός συγγραφέας συνθέτει μια από τις πιο αξιοσημείωτες και ανείπωτες ιστορίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: «Είναι ένα πραγματικά παραμελημένο κομμάτι του πολέμου ενάντια στους Ιάπωνες», λέει ο Γουίλις. «Αισθάνονται πολύ ξεχασμένοι».

Το Ναγκασάκι, πόλη λιμάνι και η πιο ευρωπαϊκή πόλη της Ιαπωνίας ισοπεδώθηκε εντελώς  «σαν να την είχε σαρώσει μια σκούπα» αναφέρει το δελτίο Τύπου του βιβλίου. Πάνω από 70.000 Ιάπωνες σκοτώθηκαν. Εκείνη την εποχή, εκατοντάδες αιχμάλωτοι πολέμου των συμμαχικών δυνάμεων χρησιμοποιούνταν σε καταναγκαστικά έργα στα ναυπηγεία και στα χυτήρια του Ναγκασάκι, κοντά στο σημείο έκρηξης της βόμβας.

9 Αυγούστου του 1945: η ισοπεδωμένη πόλη του Ναγκασάκι μετά την πυρηνική επίθεση (MPI/Getty Images)

Αυτοί οι άντρες, από το Ντέιλς του Γιορκσάιρ και σκονισμένες περιοχές της Αυστραλίας, από τα χωράφια της Ολλανδίας και τις απομακρυσμένες πόλεις του Τέξας, είχαν ήδη υποστεί μια τρομερή λοταρία ζωής και θανάτου που είχε αλλάξει τη ζωή τους για πάντα. Είχαν βιώσει σχεδόν τέσσερα χρόνια υποσιτισμού, ασθενειών και βαρβαρότητας. Και τώρα ο τόπος αιχμαλωσίας τους ήταν ο στόχος της δεύτερης ατομικής βόμβας της Αμερικής.

Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες ιστορίες επιβίωσης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με εκπληκτικές εμπειρίες σε αιματηρές μάχες στη ζούγκλα της Μαλαισίας, πριν από τη δραματική πτώση του φρουρίου της Σιγκαπούρης, του ισχυρού συμβόλου της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Αυτή την άθλια συνθηκολόγηση ακολούθησε η παράδοση στην Ιάβας, καταδικάζοντας τους αιχμαλώτους σε χρόνια σκληρής φυλάκισης από τους Ιάπωνες.

Η ζωή τους γινόταν όλο και πιο επικίνδυνη, όταν χιλιάδες κρατούμενοι υποχρεώθηκαν να χτίσουν τον περίφημο σιδηρόδρομο Ταϊλάνδης-Βιρμανίας, και τη γέφυρα του ποταμού Κβάι (Θυμηθείτε την κλασική ταινία «Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι») .  Και αν αυτό δεν ήταν αρκετά σκληρό, οι αιχμάλωτοι μεταφέρονταν στην Ιαπωνία στοιβαγμένοι μέσα στα αμπάρια των λεγόμενων «πλοίων της κόλασης». Αυτοί οι σκουριασμένοι κάδοι βυθίζονταν τακτικά από τα συμμαχικά υποβρύχια και χιλιάδες κρατούμενοι έζησαν μια αφάνταστη φρίκη, παρασυρόμενοι στον ωκεανό για μέρες. Κάποιοι έπρεπε να υποστούν και την τελευταία υπέρτατη δοκιμή, τη ρίψη της δεύτερης ατομικής βόμβας στον κόσμο.

Οι κρατούμενοι στο Ναγκασάκι ήταν μεν αυτόπτες μάρτυρες ενός από τα πιο σημαντικά γεγονότα στη σύγχρονη ιστορία, αλλά το να γράφουν σημειώσεις ή ημερολόγια σε ένα ιαπωνικό στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου των συμμαχικών δυνάμεων ήταν επικίνδυνο. Για να αποφύγει τον εντοπισμό, ένας από αυτούς έθαψε τις σημειώσεις του στον τάφο ενός συναδέλφου του αιχμαλώτου για να τις ανακτήσει μετά τον πόλεμο, ενώ ένας άλλος έγραφε το ημερολόγιό του στα ιρλανδικά.

Οι μαρτυρίες τους δίνουν μια ανατριχιαστική και φρικαλέα εικόνα της πυρηνικής επίθεσης. «Ο ουρανός πήρε μια βίαιη απόχρωση του μπλε», έγραψε ο Κρίστι. «Το μπλε άλλαξε σε ένα αποτρόπαιο καφέ σαν συκώτι. Το έδαφος γύρω μου άρχισε να τρέμει και να τραντάζεται. Ενα μανιτάρι καπνού ανέτειλε. Ο ήλιος χάθηκε. Μετά ήρθε μια έκρηξη σαν βρυχηθμός τρένων εξπρές».

Μεταξύ των 70.000 ανθρώπων, που σκοτώθηκαν, ήταν τουλάχιστον οκτώ αιχμάλωτοι, ο Ρόναλντ Σο, ένας δεκανέας της RAF και επτά ολλανδοί στρατιώτες. Ο Ρον Μπράιερ, από το Χάρογκεϊτ, περιέγραψε την απόδρασή του στους λόφους: «Γύρω μου ήταν . . . κρατούμενοι και φρουροί, πολλοί τραυματίες, πολλοί με τα ρούχα τους καμένα, όλοι κινούνταν άσκοπα με το ίδιο κενό βλέμμα στα πρόσωπά τους», έγραψε.

Το πυρηνικό μανιτάρι που σχηματίστηκε πάνω από το Ναγκασάκι στις 9 Αυγούστου 1945 (Wikimedia Commons/Charles Levy – U.S. National Archives and Records Administration)

Και ο Τζον Γουίλις παρατηρεί: «Δεν μπορείς να φανταστείς ότι άνθρωποι τόσο υποσιτισμένοι, που υπέφεραν από τόσες πολλές τροπικές ασθένειες και αντιμετωπίζονταν τόσο σκληρά, είχαν ωστόσο ένα πνεύμα τόσο ακατάβλητο και κατάφεραν να επιβιώσουν».

Οσοι επέζησαν, πολλοί με τρομερά εγκαύματα, βάλθηκαν να φροντίσουν τους νεκρούς. Αλλά μια εβδομάδα αργότερα, όταν η Ιαπωνία παραδόθηκε, εγκαταλείφθηκαν να τα βγάλουν πέρα ​​μόνοι τους. Κάποιοι έτρεξαν στον σιδηροδρομικό σταθμό ενώ οι υπόλοιποι  διασώθηκαν, τελικά, τον Σεπτέμβριο. Πολλοί όμως θα διαπίστωναν σύντομα ότι οι οικογένειές τους είχαν χάσει τις ελπίδες τους και δεν τους περίμεναν πια. Γύρισαν πίσω μήνες αργότερα σε μια χώρα, που προσπαθούσε να προχωρήσει.

«Ενιωσαν ξεχασμένοι όταν επέστρεψαν στην πατρίδα τους», επισημαίνει ο Γουίλις. «Οι άνθρωποι είχαν ξαναπιάσει τα νήματα της συνηθισμένης ζωής και ξαφνικά εμφανίστηκαν μπροστά τους αυτοί οι σκελετωμένοι τύποι. Νομίζω ότι ο κόσμος δεν ήθελε να μάθει, ήταν πολύ οδυνηρό».

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News