«Συνέχισα να τα επισκέπτομαι στη ντουλάπα μου και να φαντάζομαι τις περιπέτειες που ενδεχομένως να ζήσουμε μαζί όταν θα μπορώ να πηγαίνω ξανά σε θέατρα και σκοτεινά μπαρ» | Shutterstock
Θέματα

Ενας χρόνος με τα καλά μου ρούχα στη ναφθαλίνη

Η «αντίσταση» στην ανία και τον φόβο του κορονοϊού, δεν κράτησε πολύ. «Εκλεισα τη ντουλάπα με τα φορέματα, τις μπότες και τα σακάκια και άρχισα να επιτίθεμαι στο συρτάρι με τα κολάν, τις φόρμες και τα μακριά, σαν καφτάνια, ρούχα», γράφει η Ρέιτσελ Σάιμ, fashion editor του «The New Yorker»
Protagon Team

«Ημουν αρκετά τυχερή ώστε να μπορώ να παραμείνω σπίτι – εργάζομαι από το σπίτι και υπό κανονικές συνθήκες – αλλά για κάποιο διάστημα συνέχισα να ντύνομαι κάθε πρωί, ωσάν να επρόκειτο να πάω κάπου», αφηγήθηκε πρόσφατα σε κείμενό της η Ρέιτσελ Σάιμ. Μάλιστα κατά τις πρώτες εβδομάδες της πανδημίας και της καραντίνας της περασμένης άνοιξης η fashion editor του The New Yorker απηύθυνε έκκληση μέσω του Twitter προς τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες του νεοϋορκέζικου περιοδικού να φοράνε τα καλά τους τις Κυριακές, παραμένοντας, φυσικά, στα σπίτια τους, και στη συνέχεια να απαθανατίζονται και να αναρτούν τη φωτογραφία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Στόχος της αμερικανίδας δημοσιογράφου ήταν να προσφέρει μία διέξοδο από «τον φόβο και την ανία – και ήταν, για λίγο καιρό, ενθαρρυντικό να χαζεύεις φωτογραφίες ανθρώπων στα σαλόνια τους με βραδινά φορέματα και μπολερό». Καθώς, όμως, οι ημέρες περνούσαν και η καραντίνα συνεχιζόταν η Ρέιτσελ Σάιμ σταμάτησε να αναρτά φωτογραφίες. «Εκλεισα ήσυχα τα φύλλα της ντουλάπας στα φορέματά μου και στις γυαλιστερές μπότες και στα σακάκια και άρχισα να επιτίθεμαι στο συρτάρι όπου φυλάω κολάν, φόρμες και μακριά, ριχτά, σαν καφτάνια, ρούχα», αποκάλυψε στο κείμενό της, γράφοντας για τον αντίκτυπο της πανδημίας του κορονοïού στο ντύσιμο και στη μόδα γενικότερα.

Υφίσταται, φυσικά κι ένας οικονομικός αντίκτυπος, καθώς τα αλλεπάλληλα λοκντάουν αλλά και η ξαφνική αύξηση του αριθμού των ανθρώπων που εργάζονται από το σπίτι, επέφερε μία δραματική μείωση των πωλήσεων ενδυμάτων και υποδημάτων σε όλον τον κόσμο. Αρκεί να σημειωθεί ότι στην Ιταλία, την χώρα της μόδας και του στιλ όπου το ντύσιμο, και το καθημερινό, αποτελεί ιεροτελεστία, η μείωση του συνολικού κύκλου εργασιών στη βιομηχανία της μόδας έφτασε στο 30%, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 29 δισεκατομμύρια ευρώ.

Χαρούμενες και στιλάτες μπλόγκερ στην Εβδομάδα Μόδας του Μιλάνου το… μακρινό 2019

Η Ρέιτσελ Σάιμ, ωστόσο, επέλεξε να εστιάσει περισσότερο στην πολιτισμική και ανθρωπολογική διάσταση της μόδας. «Η μόδα, για μένα, αφορούσε πάντα την εμπειρία του να πορεύεσαι στον κόσμο, φορώντας ρούχα. Η περιβόητη Νταϊάνα Βρίλαντ είχε πει πως “Πρέπει να έχεις στιλ. Σε βοηθάει να κατέβεις τις σκάλες”. Πώς αλλάζει το στιλ όταν ευχαριστείς τον εαυτό σου μόνος σου;», διερωτήθηκε, για να υπογραμμίσει ότι «πολλοί άνθρωποι ήταν περιορισμένοι στα σπίτια τους πολύ πριν την έναρξη της πανδημίας, και κάποιοι από αυτούς απέδειξαν, μέσω των μέσων κοινωνική δικτύωσης, ότι μπορεί κάποιος να καλλιεργεί το γούστο ακόμα και απομονωμένος».

Παραδέχεται, ωστόσο, πως στο πλαίσιο της αναστολής της κοινωνικότητας και της κανονικότητας που επέφερε η πανδημία, περισσότερο της έλειψαν όχι το στιλ και η κομψότητα αλλά «οι αναπάντεχοι τρόποι με τους οποίους ενδέχεται να συγκρουστούν η αμφίεση και η δημόσια ζωή – το πώς αισθάνεται κάποιος, ας πούμε, όταν μπαίνει στο μετρό για να πάει σε μία γιορτή, φορώντας κάτι φανταχτερό και χαζό κάτω από ένα φουσκωτό μπουφάν».

Το μπλε μαντό

Πρόσφατα, η Ρέιτσελ Σάιμ αγόρασε από το Ebay έναν μπλε βελούδινο μαντό της δεκαετίας του 1930. Δεν το φόρεσε, όμως, δεν είχε την ευκαιρία, καθώς το διαμέρισμά της είναι ιδιαίτερα ζεστό ενώ σίγουρα θα φαινόταν αστεία εάν φορούσε το μαντό για να πάει έως το υποκατάστημα της UPS στη γειτονιά της.

Ομως το ότι εξακολουθεί να μην μπορεί να φορέσει ό,τι επιθυμεί, δεν σημαίνει πως απαρνήθηκε ή σκοπεύει να απαρνηθεί τα ρούχα της. «Συνέχισα να τα επισκέπτομαι στη ντουλάπα μου και να φαντάζομαι τις περιπέτειες που ενδεχομένως να ζήσουμε μαζί όταν θα μπορώ να πηγαίνω ξανά σε θέατρα και σκοτεινά μπαρ. Αρχισα να τακτοποιώ τις παλιές ψηλοτάκουνες μπότες μου και τα φανταχτερά φορέματα μου – δεν επρόκειτο για ξεσκαρτάρισμα, γιατί κάθε κομμάτι που μου ψιθυρίζει κάτι για μελλοντικές εξόδους με χαροποιεί, τα τακτοποιούσα για την ημέρα που θα μπορώ να τα φορέσω ξανά», εξήγησε, σημειώνοντας πως δεν αναμένει το τέλος της πανδημίας και την επιστροφή στην κανονικότητα για να επιδοθεί σε έναν μαραθώνιο αγορών νέων ενδυμάτων και υποδημάτων κορυφαίων σχεδιαστών, καθώς δεν της λείπει τόσο η μόδα «όσο η πόλη στην οποία ζω και τα ρούχα που ήδη έχω».

Η επιθυμία της έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη μόδα ως κατανάλωση. Εξαιτίας, όμως, της πανδημίας η fashion editor του The New Yorker αντιλήφθηκε πλήρως την εκφραστική αξία της αμφίεσης, την ικανότητά της να επηρεάζει τις αλληλεπιδράσεις του καθενός με τον περίγυρό του. Αυτό της λείπει περισσότερο, όχι η μόδα αυτή καθαυτή αλλά το γεγονός πως «όταν ντύνεσαι με οποιονδήποτε συγκεκριμένο τρόπο, περισσότερο αποκαλύπτεσαι παρά κρύβεσαι», όπως έγραψε στο βιβλίο της «Seeing Through Clothes» η κριτικός μόδας Αν Χόλαντερ.