| CreativeProtagon
Θέματα

Οι άβολες περιπέτειες του Πέτρου Τατσόπουλου

Είναι αλήθεια ότι στη ζωή είναι πολύ σημαντικό να επιλέγεις με προσοχή τους εχθρούς σου. Ισως σημαντικότερο και από το να επιλέγεις τους φίλους σου. Αυτό είναι κάτι που λογικά θα πρέπει να σκέφτεται πολύ τις τελευταίες μέρες ο Τατσόπουλος...
Protagon Team

Η πρόσφατη σύλληψή του, μετά από μήνυση που κατέθεσε εναντίον του ο Φίλιππος Καμπούρης, παρουσιαστής εκπομπών της λεγόμενης trash τηλεόρασης και νυν υποψήφιος βουλευτής με την Ελληνική Λύση, φέρνει τον Πέτρο Τατσόπουλο, συγγραφέα και πολιτικό, σε ακόμη μια άβολη κατάσταση, από αυτές στις οποίες έχει βρεθεί συχνά. Ο ίδιος χαρακτήρισε «φαιδρή» τη μήνυση του Καμπούρη και ο χαρακτηρισμός αυτός αφορά περισσότερο το πρόσωπο που την κατέθεσε παρά το περιεχόμενό της, αν και σε κάποιες περιπτώσεις αυτά τα δύο ταυτίζονται.

Και ακολούθως, ταυτίζονται με τις μάχες που είσαι αναγκασμένος να δώσεις. Μάχες και εχθροί που εν τέλει «χρωματίζουν» και το σκοπό σου και τις προθέσεις σου, όσο σοβαρά κι αν είναι αυτά.

Αυτό που δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να καταλογίσει κανείς στον κ. Τατσόπουλο είναι η μη σοβαρότητα των σκοπών και των προθέσεών του. Η σύλληψή του έγινε κατά τη διάρκεια ανοιχτής συζήτησης για ένα θέμα με το οποίο ο ίδιος ασχολείται πολύ και συχνά: Τη θρησκεία και την παιδεία. Ο Τατσόπουλος έχει μιλήσει κατ’ επανάληψη για την πεποίθησή του ότι η θρησκεία δεν έχει καμία δουλειά στις σύγχρονες κοινωνίες και πάντως όχι με τρόπο που να επηρεάζει το κοινωνικό γίγνεσθαι. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αναφέρεται συχνά και στο Νίκο Καζαντζάκη: «Ο ίδιος ο Καζαντζάκης πέρασε από σαράντα ιδεολογικά κύματα και άλλαξε άλλα τόσα ιδεολογικά πουκάμισα προτού καταλήξει στην περίφημη ρήση που ζήτησε να χαράξουν στον τάφο του. Δεν είναι εύκολο να μην πιστεύεις πουθενά και να συμφιλιωθείς με την υπαρξιακή αγωνία που συνεπάγεται η απιστία σου», έλεγε πριν από ένα χρόνο.

Είναι άγνωστο αν ο ίδιος ο Τατσόπουλος έχει καταφέρει πραγματικά μέσα του να συμφιλιωθεί με την υπαρξιακή αυτή αγωνία της «απιστίας», αυτό που φαίνεται είναι ότι κάπως τη διαχειρίζεται, αλλά ανά διαστήματα του ξεφεύγει από τον απόλυτο -ή και το μερικό- έλεγχο.

Ίσως διότι η ακροβασία που απαιτείται για να μπορέσεις να παραμείνεις πιστός και συνεπής σε μια διαρκή απιστία, είναι πολύ ευρύτερη και δυσκολότερη απ’ όσο μπορεί να φανταστεί κανείς.

Ο Καζαντζάκης, εξάλλου, είχε την πολυτέλεια να το κάνει, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν social media, αδηφάγο κοινό, trash τηλεόραση και κάθε είδους αρπακτικά της δημοσιότητας έτοιμα να εκμεταλλευτούν το στραβοπάτημα καθενός. Ο Τατσόπουλος πάλι, όχι.

Και ίσως ονειρευόμενος μια «ασυλία» σαν εκείνη που απολάμβανε εκ των πραγμάτων ο Καζαντζάκης, αφέθηκε να πέσει πολύ εύκολα θύμα σε όλα τα πιο πάνω.

Οι άνθρωποι δεν συγχωρούν την απιστία

Στα τέλη Μαΐου του 2012, ο Πέτρος Τατσόπουλος, νεοεκλεγείς τοτε βουλευτής με τον ΣΥΡΙΖΑ, έλεγε για τον Αλέξη Τσίπρα: «Προσωπικά, θα αρχίσω να ανησυχώ από τη στιγμή που ο Αλέξης δεν θα ενοχλεί κανέναν πλέον γιατί κάτι τέτοιο αυτομάτως θα σημαίνει πως θα είναι πλέον και ακίνδυνος».

Δύο χρόνια αργότερα, τον Ιανουάριο του 2014, η σχέση του Τατσόπουλου με τον ΣΥΡΙΖΑ τελείωνε κάπως άδοξα, με την παραίτηση του συγγραφέα από την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος, όμως ο ίδιος φαίνεται ότι έμεινε πιστός στην πεποίθησή του ότι «κάποιος οφείλει να ενοχλεί».

Ο Τατσόπουλος είχε κρατήσει τότε τη βουλευτική του έδρα και μάλλον είχε πράξει σωστά· ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπε την πολιτική εκ των έσω. Του κοινοβουλίου τουλάχιστον.

Οι επόμενες απόπειρές του να εκλεγεί βουλευτής, τρεις τον αριθμό, ήταν αποτυχημένες.

Καθώς φαίνεται, ο ΣΥΡΙΖΑ με τον οποίο διαφώνησε ταχύτατα -η ιδεολογική τους σύμπλευση κράτησε λιγότερο από δύο χρόνια- ήταν το μόνο πολιτικό σπίτι που μπόρεσε να τον οδηγήσει στην εκλογική επιτυχία.

Στις εκλογές του Ιανουαρίου και του Σεπτεμβρίου 2015 ήταν υποψήφιος στη Β’ Αθηνών με το Ποτάμι, αλλά δεν εξελέγη. Στις 13 Νοεμβριου 2018, έπειτα από συνάντησή του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ανακοινώθηκε η υποψηφιότητά του στις βουλευτικές εκλογές του 2019 με τη Νέα Δημοκρατία στην περιφέρεια Β1′ Βόρειου Τομέα Αθηνών αλλά και πάλι δεν κατάφερε να εκλεγεί.

Η πολιτική του μετακίνηση προς το Κέντρο αρχικά και λίγο δεξιότερα ακολούθως, δεν φάνηκε να πείθει κανέναν, όχι το εκλογικό σώμα στο οποίο απευθύνθηκε πάντως.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα στην οποία η πολιτική χαρακτηρίζεται από τη διαρκή μετακίνηση της μεγάλης μάζας των κεντρώων ψηφοφόρων. Αυτό το «λίγο πιο αριστερά, λίγο πιο δεξιά» που επιτρέπουν στους εαυτούς τους όμως, οι ψηφοφόροι δεν το συγχωρούν στους πολιτικούς.

Το δικαίωμα να αλλάξεις γνώμη ταυτίζεται αυστηρά με το εκλέγειν· το εκλέγεσθαι από την άλλη ταυτίζεται με μια σχεδόν θρησκευτική πίστη που οφείλει να έχει ο πολιτικός στην ιδεολογική του παράταξη.

Βέβαια, για να είμαστε και λίγο δίκαιοι, σε ορισμένες περιπτώσεις το «λίγο πιο αριστερά, λίγο πιο δεξιά» ξεχειλώνει επικίνδυνα, και οι μετακινήσεις του Πέτρου Τατσόπουλου στα ψηφοδέλτια ήταν λίγο σκακιστικού επιπέδου με τον ίδιο στον ρόλο μιας free style «βασίλισσας» που παίζει σε σχεδόν κενή σκακιέρα.

Ο ίδιος φάνηκε να κατανοεί τον τρόπο με τον οποίο αυτό αντιμετωπίστηκε από το εκλογικό σώμα, αλλά ήταν πολύ αργά πιά: «Ο ψηφοφόρος της Νέας Δημοκρατίας δεν θα ψήφιζε ποτέ κάποιον πρώην αριστερό», είπε το Νοέμβριο του ’21, παραδεχόμενος επίσης ότι στην πολιτική κατέβηκε με «πολύ μεγάλη ελαφρότητα», κάτι που τελικά και πλήρωσε. Όταν άφησε πίσω του την ελαφρότητα και αποφάσισε να συγκεντρωθεί, ο πολιτικός του λόγος απέκτησε κάποια σοβαρότητα και συνοχή. Τα έβαλε με τον λαϊκισμό και εξήγησε ότι είναι αδύνατον να τον αποφύγεις στα μεγάλα κόμματα, με δύο από τα οποία όμως πολιτεύτηκε.

Τότε, όμως, κανείς δεν ήθελε πλέον να τον ακούσει.

Ο τρόπος, δε, με τον οποίον αντιμετώπισε την πολιτική ήταν ακριβώς ο ίδιος με τον οποίον αντιμετώπισε και τη δημοσιότητα, αλλά κυρίως τον εαυτό του μέσα σε αυτήν. Και με παρόμοια αποτελέσματα.

Τα πίτουρα και οι κότες

Ο Πέτρος Τατσόπουλος δεν ήταν ποτέ φειδωλός στις συνεντεύξεις και στις δηλώσεις του. Το αντίθετο θα έλεγε κανείς. Δεν ήταν ο άνθρωπος που θα έλεγε όχι σε μια συνέντευξη, είτε το αίτημα ερχόταν από την εκπομπή της Ελένης Μενεγάκη, είτε από ένα πολιτικό Μέσον. Και δεν δίσταζε ποτέ να απαντήσει σε προσωπικές ερωτήσεις εξίσου με πολιτικές ή κοινωνικού περιεχομένου.

Γι αυτό και όταν η Χρυσή Αυγή του καταλόγισε εμμέσως ότι ίσως είναι ομοφυλόφιλος, έσπευσε να πει το περίφημο «εμένα βρήκαν, που έχω πάει με τη μισή Αθήνα;» μια ατάκα η οποία αν μη τι άλλο ενεγράφη στη συλλογική μας αργκό. Κατάφερε τότε να υπερκεράσει σε σχετικές αναφορές και το Γιάννη Σπαλιάρα, ο οποίος είχε δηλώσει περίπου την ίδια εποχή «έχω πάει με περισσότερες από 2.000 γυναίκες». Ή 4.000, ή κάτι τέτοιο, τι σημασία έχει;

Μόνο που ο Τατσόπουλος δεν είναι Σπαλιάρας. Δεν είχε ποτέ ανάγκη ούτε αυτού του είδους τη δημοσιότητα, ούτε αυτού του είδους τις αναφορές και τις ταυτίσεις. Ή μήπως είχε;

Κατάφερε, πάντως, είτε από αμετροέποια είτε επί τούτου, ή και από άγνοια κινδύνου, να μπει στο γαϊτανάκι του θαυμαστού κόσμου του θεάματος και του κουτσομπολιού.

Για τους περισσότερους ανθρώπους είναι εύκολο να πεις ξεκάθαρα αν θα «έπαιζαν» ποτέ στις σελίδες του gossip Τύπου. Για τον Τατσόπουλο όχι.

Είναι ακριβώς εκείνος ο άνθρωπος που κάθε του συνέντευξη βγάζει ειδήσεις τόσο για τα ειδησεογραφικά sites, όσο και για την Espresso. Ο ίδιος, δε, φαινόταν πάντα να το απολαμβάνει με έναν ιδιαίτερο τρόπο ο οποίος με τη σειρά του ακροβατούσε μεταξύ του «ακούστε με όλοι» και «ωχ, πάλι μαζι μου ασχολείστε;». Αφού φωνάζετε διαρκώς, πώς να μην ασχοληθούμε;

Αυτή η ασάφεια περί του τι τελικά είναι ο συγκεκριμένος άνθρωπος -ένας σοβαρός συγγραφέας και πολιτικός ή κάποιος που απλώς αποζητά με κάθε τρόπο τη δημοσιότητα- πέρασε ως σύγχυση στο ευρύ κοινό, που δεν φταίει ιδιαίτερα γι αυτό. Ο ίδιος βέβαια, πάντα ήξερε ότι αποκλειστικά ως συγγραφέας δεν θα γινόταν ποτέ διάσημος στο ευρύ κοινό, «όταν λένε επιτυχημένος συγγραφέας στην Ελλάδα, εννοούμε ότι σε έχουν διαβάσει 40.000 άνθρωποι και οι άλλοι σε αγνοούν», έχει πει. Ο δρόμος για την ευρεία αναγνωρισιμότητα, συνεπώς, περνούσε από αλλού…

Από τηλεοπτικά πάνελ και πολύ φωνακλάδικους καβγάδες με τη Θεανώ Φωτίου, τον Σταύρο Σταυρίδη, τον Παύλο Πολάκη και διάφορο άλλον κόσμο, από προσωπικές ιστορίες και από επαναληπτικές «εξομολογήσεις» για συμβάντα όπως το έμφραγμα που υπέστη την ώρα που βρισκόταν σε τηλεοπτική εκπομπή. Ή και από σχόλια σε τηλεοπτικές εκπομπές για ευρέως ενδιαφέροντος ζητήματα, όπως το «Survivor».

Στην πραγματικότητα είχε δίκιο: Όλοι ξέρουμε ποιος είναι, ελάχιστοι τι γράφει και τι πρεσβεύει. Είναι, υπό μια έννοια, ο άνθρωπος-προϊόν της εποχής που δημιουργεί «διασήμους άνευ χαρτοφυλακίου». Κι αυτό το ξέρει: «Με έχουν ονομάσει αυτοαποκαλουμενο συγγραφέα. Δεν ξέρουν καν ότι πράγματι γράφω βιβλία», έχει πει.

Η αγανάκτησή του περί της «φαιδρότητας» του Φίλιππου Καμπούρη, συνεπώς, ήταν εύλογο σε κάποιους να έχει ανταπόκριση, σε πολλούς άλλους όμως να περνάει απλώς ως «όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα, θα τον φάνε οι κότες». Και η αλήθεια είναι ότι ο κ. Τατσόπουλος δεν απέφυγε ιδιαίτερα τα πίτουρα, τσαντιζόταν όμως πάντα όταν έβλεπε τις κότες να πλησιάζουν.

Στο τέλος όλων αυτών, παραμένει βέβαια το ερώτημα: Πρέπει κανείς να είναι τόσο σοβαροφανής και να λειτουργεί με πολύ αυστηρά στεγανά προκειμένου να τον παίρνει ο κόσμος στα σοβαρά;

Οχι απαραίτητα. Ίσως αυτό που είναι πιο απαραίτητο απ’ όλα είναι να είναι ο ίδιος απόλυτα συμβιβασμένος με τις «ασυνέπειές» του. Ο Πέτρος Τατσόπουλος δεν φαίνεται να είναι.

Το «θα κάνω και θα λέω ό,τι θέλω» στο οποίο εμμένει έχει συνέπειες, οι οποίες συχνά τον θυμώνουν. Με έναν εφηβικού τύπου θυμό που στρέφεται κατά των πιο ακατάλληλων ανθρώπων, ακριβώς εκείνων δηλαδή που επιζητούν την αντίδρασή του και τρέφονται από αυτήν.

Εάν ο ίδιος είναι πρόθυμος συμμέτοχος στο παιχνίδι, ή κάπου μέσα του κάτι «κλωτσάει», το ξέρει μόνο ο ίδιος.