Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ: «Μόνο όταν τελειώνουν τα πράγματα, αρχίζουν να αποκτούν νόημα» | CreativeProtagon / EPA CHRISTOF SCHUERPF
Θέματα

Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ και η υποβοηθούμενη ευθανασία

Ο κορυφαίος δημιουργός έπραξε καλώς ή κακώς που κατέφυγε στην υποβοηθούμενη ευθανασία; Επραξε καλώς ή κακώς που αποφάσισε να κοινοποιήσει την απόφασή του; Επραξε καλώς ή κακώς που γνωστοποίησε ότι δεν ήταν άρρωστος αλλά απλώς εξαντλημένος; Ιταλίδα καθηγήτρια Φιλοσοφίας προσεγγίζει ένα θέμα που παραμένει ταμπού
Protagon Team

«Το τέλος της ζωής είναι ένα άβολο, δύσκολο και αμφιλεγόμενο θέμα. Είναι ένα από εκείνα τα ζητήματα που αναγκάζουν κάποιον να αποπειραθεί να κατονομάσει τις αποχρώσεις της ύπαρξης και δεν τον αφήνουν να καταφύγει πίσω από την ευκολία των σλόγκαν. Πάντα λέω στους φοιτητές μου, όταν έρχεται η ώρα να μιλήσουμε για αυτό, πως δεν υπάρχει ούτε μία απάντηση ούτε μία ηθική άποψη», γράφει σε άρθρο της στην La Repubblica η Μικέλα Μαρτσάνο, καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Paris Descartes.

Αφορμή για να γράψει η ιταλίδα φιλόσοφος για το τέλος της ζωής αποτέλεσε ο θάνατος του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή την Τετάρτη σε ηλικία 91 ετών. Ο κορυφαίος κινηματογραφικός δημιουργός εγκατέλειψε τη ζωή με υποβοηθούμενη ευθανασία και για αυτό τον λόγο η Μικέλα Μαρτσάνο επέλεξε να στρέψει την προσοχή της σε αυτήν.

«Οταν γίνεται λόγος για υποβοηθούμενη ευθανασία (ή αυτοκτονία), είναι το πλαίσιο που υπαγορεύει τους κανόνες. Ποιος ρωτάει; Γιατί ρωτάει; Τι επιθυμεί πραγματικά ένας άνθρωπος που λέει “Θέλω να πεθάνω;”», γράφει. 

«Υπάρχει η ηλικία, υπάρχει η κατάσταση της υγείας, υπάρχουν πράγματα που έχουν βιωθεί, και πράγματα που, ενδεχομένως να μη βιωθούν ξανά ποτέ. Μερικές φορές, υπάρχει ένα παρόν φτιαγμένο μόνο από πόνο ή απόγνωση. Αλλες φορές, υπάρχει μοναξιά και απουσία στοργής. Συχνά δεν υπάρχουν πλέον ελπίδα και μέλλον», εξηγεί, συμπληρώνοντας πως σε κάθε περίπτωση «υπάρχουν χιλιάδες παράγοντες που απαγορεύουν, σε όσους δεν γνωρίζουν αυτές τις συγκεκριμένες καταστάσεις και δεν τις βιώνουν, να τις κρίνουν ή να τις ευτελίζουν».

Για να γίνει κατανοητή σε ένα ευρύτερο κοινό, επικαλείται το «Million Dollar Baby» του Κλιντ Ιστγουντ και των τεσσάρων Οσκαρ. Οταν η «Μάγκι» (Χίλαρι Σουάνκ), έχοντας καταστεί τετραπληγική ύστερα από ένα ατύχημα, ζητάει από τον προπονητή της (Κλιντ Ιστγουντ) να τη συνδράμει να πεθάνει, εκείνος, που τη θεωρεί κόρη του, αρχικά δεν μπορεί καν να φανταστεί κάτι τέτοιο. Ωστόσο, στο τέλος ενδίδει στο ύστατο αίτημά της, αναγνωρίζοντας πως «η “Μάγκι” που είχε τα πάντα, έχασε τα πάντα και θέλει να φύγει, έχοντας ακόμα στα αυτιά της τον ήχο του πλήθους να φωνάζει το όνομά της», συνοψίζει η Μικέλε Μαρτσάνο.

Οπότε, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ έπραξε καλώς ή κακώς που κατέφυγε στην υποβοηθούμενη αυτοκτονία; Επραξε καλώς ή κακώς που αποφάσισε να κοινοποιήσει την απόφασή του; Επραξε καλώς ή κακώς που γνωστοποίησε ότι δεν ήταν άρρωστος αλλά απλώς εξαντλημένος;

Σχετικά η ιταλίδα φιλόσοφος υπενθυμίζει καταρχάς πως στην Ελβετία, όπου ζούσε και πέθανε ο Γκοντάρ, η υποβοηθούμενη ευθανασία αποτελεί θεμιτή επιλογή όσον αφορά το τέλος της ζωής. Στη συνέχεια εξετάζει το θέμα από φιλοσοφική σκοπιά, με σημείο αναφοράς τις τρεις βασικές αξίες της ηθικής φιλοσοφίας: την αξιοπρέπεια, την ελευθερία και την ωφελιμότητα, «αξίες που δεν συμπίπτουν πάντα και που, το κυριότερο, έχουν νόημα μόνον εάν ενσαρκώνονται», γράφει.

Εάν είναι όντως αλήθεια ότι η αξιοπρέπεια του καθενός δεν εξαρτάται από την ηλικία, ή από την κατάσταση της υγείας του ή από οποιοδήποτε άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, είναι επίσης αλήθεια ότι ο σεβασμός, που είναι συνέπεια της αξιοπρέπειας, «μας υποχρεώνει να παίρνουμε στα σοβαρά την επιθυμία που εκφράζουν εκείνοι που, είτε επειδή έχουν εξαντληθεί από τα χρόνια είτε επειδή είναι άρρωστοι, ζητούν να φύγουν από μια ζωή από την οποία έχουν ήδη απομακρυνθεί».

Οσον αφορά την ελευθερία, σχετίζεται άμεσα και πάντα με το πλαίσιο εντός του οποίου ασκείται –υπενθυμίζει η Μαρτσάνο– καθώς «κανείς δεν είναι ποτέ εντελώς ελεύθερος, ο καθένας παλεύει με τα όρια και τα εμπόδια της φυσικής, κοινωνικής, οικονομικής και ψυχικής του κατάστασης».

H ωφελιμότητα ενδεχομένως να μπορεί να υπολογιστεί πιο εύκολα, όπως υποστηρίζουν όλοι όσοι κρίνουν την ηθική μιας πράξης με βάση τις συνέπειές της. «Ομως, ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη, δεδομένου ότι πέρα από τις βραχυπρόθεσμες συνέπειες, υπάρχουν και οι μακροπρόθεσμες που, τις περισσότερες φορές, κανείς δεν ελέγχει».

Οπότε, λαμβάνοντας τα παραπάνω υπόψη, θα πρέπει να είμαστε πιο προσεκτικοί «όταν φανταζόμαστε πως γνωρίζουμε καλύτερα από τους άλλους ποιο είναι το καλό των άλλων». Αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να μάθουμε επίσης «να σεβόμαστε τις επιλογές των άλλων», και να προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε πως «σε καταστάσεις που σχετίζονται με το τέλος της ζωής, τα λεγόμενα αντικειμενικά κριτήρια καταρρέουν: αυτό που έχει σημασία είναι όλα όσα έχει βιώσει (η υποκειμενικότητά του) αυτός που βρίσκεται σε εκείνες τις καταστάσεις».  

Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ ήταν 91 ετών και εξαντλημένος και, ναι, δεν ήταν άρρωστος. Ενδέχεται, όμως, «να είχε κάνει και πραγματοποιήσει και ζήσει όλα όσα ένας άνθρωπος σαν αυτόν μπορεί να θέλει να κάνει να πραγματοποιήσει και να ζήσει. Και σίγουρα δεν διασφαλίζεται η τεράστια αξία της ζωής, απαγορεύοντας σε κάποιον να φύγει. Μια αξία που υφίσταται και που κανείς δεν αρνείται. Το νόημα της οποίας, όμως, εξαντλείται, όταν ο κάτοχός της αισθάνεται ότι ήρθε η ώρα να ζητήσει και να πάρει την άδεια να αποχωρήσει», καταλήγει η ιταλίδα φιλόσοφος. Υπενθυμίζει επίσης πως ο πρωταγωνιστής του «Éloge de l’amour», ταινία που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ το 2001, κάποια στιγμή δηλώνει ότι «μόνο όταν τελειώνουν τα πράγματα, αρχίζουν να αποκτούν νόημα».