1328
|

Γράμμα στον πατέρα μου, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, για την πανδημία

Protagon Team Protagon Team 8 Μαΐου 2020, 22:15

Γράμμα στον πατέρα μου, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, για την πανδημία

Protagon Team Protagon Team 8 Μαΐου 2020, 22:15

Γνωρίζοντας πως ο πατέρας του ανέκαθεν γοητευόταν από τις επιδημίες, τις πραγματικές και τις λογοτεχνικές, ο Γκαρσία Ροντρίγκες, ο πρωτότοκος γιος του νομπελίστα συγγραφέα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, αποφάσισε να του γράψει ένα ανοικτό γράμμα για να του διηγηθεί όλα όσα ανείπωτα συμβαίνουν τις τελευταίες εβδομάδες σε ολόκληρο στον πλανήτη.

«Γκάμπο, στις 17 Απριλίου ήταν η έκτη επέτειος του θανάτου σου και ο κόσμος συνέχιζε να λειτουργεί όπως πάντα, με τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται με εκπληκτική και δημιουργική βαναυσότητα, εξαιρετική γενναιοδωρία και αυτοθυσία και με όλα όσα εμπεριέχονται μεταξύ αυτών. Υπάρχει όμως κάτι καινούργιο: μια πανδημία. Ξεκίνησε, με βάση αυτά που γνωρίζουμε έως σήμερα, από μια αγορά τροφίμων όπου ένας ιός μεταπήδησε από κάποιο ζώο στον άνθρωπο. Ενα μικρό βήμα για τον ιό, ένα μεγάλο άλμα για το είδος του. Πρόκειται για ένα ον το οποίο εξελίχθηκε στο αδηφάγο μικρό τερατάκι που είναι σήμερα κατά τη διάρκεια ενός απροσδιόριστου χρονικού διαστήματος μέσω της φυσικής επιλογής. Αλλά είναι τόσο άδικο να αναφερόμαστε σε αυτόν με τέτοιου είδους εκφράσεις και λυπάμαι εάν τα λόγια μου τον προσέβαλαν. Στην πραγματικότητα δεν θέλει το κακό μας. Κάνει ό,τι κάνει επειδή μπορεί. Σίγουρα μπορούμε να τον καταλάβουμε. Το ζήτημα δεν είναι προσωπικό», εξηγεί ο Ροντρίγκο Γκαρσία, απευθυνόμενος στον πατέρα του τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.

Το ότι ο «Γκάμπο» ή «Γκαμπίτο», όπως ήταν γνωστός ο κορυφαίος νομπελίστας συγγραφέας σε όλη τη Λατινική Αμερική, εγκατέλειψε τα εγκόσμια το 2014 στην Πόλη του Μεξικού, δεν πτόησε στο ελάχιστο τον 60χρονο γιο του. Αφορμή για να του γράψει στάθηκε το γεγονός πως «δεν περνά ούτε μία ημέρα που να μην διαβάζω κάπου μια παραπομπή στο μυθιστόρημά σου ‘Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας”, κάποια τυχαία αναφορά στον τίτλο του ή στην επιδημία αϋπνίας για την οποία έγραφες στο “Εκατό Χρόνια Μοναξιάς”. Μου είναι αδύνατο να μην κάνω εικασίες για το πώς θα το αντιλαμβανόσουν όλο αυτό που μας συμβαίνει», σημειώνει στο γράμμα του που δημοσιεύτηκε στους New York Times o πρωτότοκος γιος του Μάρκες.

«Εσύ δεν είχες γεννηθεί ακόμη όταν η Ισπανική Γρίπη σάρωσε τον πλανήτη. Μεγάλωσες όμως σε ένα σπίτι όπου ακούγονταν διαρκώς διηγήσεις ιστοριών και όπου η πανούκλα, όπως τα φαντάσματα και οι συγγνώμες, θα πρέπει να αποτέλεσε καλή πρώτη ύλη για λογοτεχνία», γράφει ο Ροντρίγκο Γκαρσία, ενημερώνοντας τον πατέρα του πως πριν από μερικούς μήνες η πανδημία επέστρεψε.

O Ροντρίγκο Γκαρσία με τον πατέρα του και στο φόντο μια οικογενειακή φωτογραφία τους (Rogelio Cuellar/Facebook)

Αλλά «παρά τις μεγάλες προόδους της επιστήμης και την περίφημη εφευρετικότητα του είδους μας, η καλύτερη άμυνα που διαθέτουμε προς το παρόν έγκειται απλά στο να μην βγαίνουμε από τα σπίτια μας, να κρυβόμαστε στις σπηλιές από τον εξολοθρευτή. Είναι μια στιγμή ταπείνωσης για όσους έχουν έστω και μια μικρή τάση προς την ταπεινοφροσύνη. Για άλλους πρόκειται περί ενός ακόμη ενοχλητικού πράγματος που πρέπει να συνθλίψουν».

Ο Γκαρσία δεν παρέλειψε φυσικά να αναφέρει πως δυo χώρες που αγαπούσε πολύ ο Μάρκες, η Ιταλία και η Ισπανία, συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που επλήγησαν περισσότερο από τον φονικό κορονοϊό. «Κάποιοι από τους πιο παλιούς σου φίλους προσπαθούν να επιβιώσουν στα ίδια διαμερίσματα – στη Βαρκελώνη, στη Μαδρίτη και στο Μιλάνο – που είχατε επισκεφθεί αμέτρητες φορές ανά τις δεκαετίες μαζί με τη Μερσέδες [σσ: τη σύζυγο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και μητέρα του Ροντρίγκο]. Εχω ακούσει πολλούς ανθρώπους εκείνης της γενιάς να λένε ότι είναι αποφασισμένοι να επιμείνουν, αν μη τι άλλο για να μην επιτρέψουν σε μια γρίπη να τους σκοτώσει έπειτα από δεκαετίες κατά τις οποίες αντεπεξήλθαν σε καρκίνους, τυράννους, επαγγέλματα, ευθύνες και γάμους. Δεν είναι μόνο ο θάνατος που μας τρομοκρατεί, αλλά οι συνθήκες. Μια τελευταία αναχώρηση χωρίς αντίο, ανάμεσα σε ξένους ντυμένους σαν εξωγήινους, δίπλα σε μηχανήματα που δεν σταματούν να χτυπούν άκαρδα ‘μπιπ’, περιστοιχισμένοι από άλλους σε παρόμοια κατάσταση, μακριά όμως από τους δικούς μας ανθρώπους», σημειώνει ο Γκαρσία, αποκαλύπτοντας πως αυτός ήταν ο χειρότερος φόβος και του πατέρα του: «η μοναξιά».

Η πανδημία του κορονοϊού θύμισε στον Ροντρίγκο Γκαρσία ότι ο πατέρας του μιλούσε πολύ συχνά για το βιβλίο «Η Χρονιά της Πανούκλας» του Ντάνιελ Ντεφόε, συγγραφέα του «Ροβινσώνος Κρούσου», και επαναλάμβανε κάθε φορά πόσο πολύ τον είχε επηρεάσει. Και πριν από λίγες ημέρες θυμήθηκε επίσης πως και «το πιο αγαπημένο από τα αγαπημένα» έργα του πατέρα του, ο «Οιδίπους Τύραννος», περιστρέφεται γύρω από τις προσπάθειες ενός βασιλιά να αντιμετωπίσει έναν λοιμό. «Πάντα θεωρούσα ότι το κυρίαρχο στοιχείο ήταν η τραγική ειρωνεία της μοίρας του βασιλιά, αλλά ήταν η επιδημία που απελευθέρωσε τις δυνάμεις οι οποίες επέφεραν την κατάληξη. Κάποτε είπες ότι αυτό που μας στοιχειώνει με τις επιδημίες είναι ότι μας θυμίζουν την προσωπική μας μοίρα. Παρά τις προφυλάξεις, την ιατρική φροντίδα, την ηλικία ή τον πλούτο, o καθένας μπορεί να σταθεί άτυχος».

Ολοκληρώνοντας τον ειρμό της σκέψης του ο Ροντρίγκο Γκαρσία επέλεξε να γράψει για τους ανθρώπους και γνωρίζοντας πως ο πατέρας ήταν πεπεισμένος πως «το πεπρωμένο είναι γραφτό εκ των προτέρων, ακόμη και για ένα πλάσμα κατ’ εικόνα του Θεού, καταδικασμένου να έχει ελεύθερη βούληση», σημειώνει πως «εάν ήσουν εδώ τώρα […] θα ένιωθες οίκτο για το πόσο ευάλωτοι είμαστε, θα εντυπωσιαζόσουν από το πόσο καλά είμαστε συνδεδεμένοι μεταξύ μας, θα στενοχωριόσουν για τον πόνο, θα εξοργιζόσουν με τον κυνισμό κάποιων ηγετών και θα σε συγκινούσε ο ηρωισμός των ανθρώπων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. Και θα αδημονούσες να ακούσεις το πώς οι ερωτευμένοι αψηφούν κάθε εμπόδιο, ακόμη και τον κίνδυνο να πεθάνουν, για να είναι μαζί».

10 Οκτωβρίου 1982: ο Ροντρίγκο Γκαρσία φωτογραφίζει τους γονείς του, την ημέρα που ανακοινώθηκε πως ο πατέρας του κέρδισε το βραβείο Νόμπελ

Πριν από μερικές εβδομάδες κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών του κατ’ οίκον περιορισμού ολόκληρης σχεδόν της ανθρωπότητας, ο Ροντρίγκο Γκαρσία προσπαθούσε απεγνωσμένα, όπως και εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρο τον πλανήτη, να αντιληφθεί τι ακριβώς συμβαίνει και ποια θα μπορούσε να είναι η τελική έκβαση. Απέτυχε, ωστόσο, καθώς «η ομίχλη ήταν υπερβολικά πυκνή». Αλλά ακόμα και σήμερα και παρότι η ζωή αρχίζει να γίνεται και πάλι καθημερινή, όπως συμβαίνει άλλωστε «ακόμη και στους πιο τρομακτικούς πολέμους», ο γιος του Μάρκες εξακολουθεί να αδυνατεί να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του με ικανοποιητικό τρόπο.

«Πολλοί είναι σίγουροι ότι η ζωή δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια. Πιθανώς κάποιοι από εμάς θα προβούν σε μεγάλες αλλαγές, οι περισσότεροι από μας θα προβούν σε μικρότερες αλλά υποψιάζομαι πως οι πιο πολλοί θα επιστρέψουν στον χορό. Το γεγονός ότι η πανδημία αποδεικνύει πως η ζωή εξαφανίζεται με τους πιο αναπάντεχους τρόπους, δεν αποτελεί ένα καλό επιχείρημα για να ζήσουμε όσο πιο έντονα γίνεται και να ζήσουμε τώρα;», διερωτάται ο Γκαρσία, πληροφορώντας τον πατέρα του πως «ένα από τα εγγόνια σου έχει εκφράσει ακριβώς αυτή την άποψη».

Οσον αφορά το τι μέλλει γενέσθαι, καθώς οι άνθρωποι αποπειρώνται σιγά σιγά να επιστρέψουν στην κανονικότητα, ο Ροντρίγκο Γκαρσία δεν εμφανίζεται ιδιαίτερα αισιόδοξος. Γιατί καθώς η ανθρωπότητα αποπειράται να επιστρέψει στη νέα κανονικότητά της, πάρα πολλοί έχουν ήδη ξεχάσει «τις υποσχέσεις που έδωσαν πρόσφατα στους θεούς. Ξεθωριάζει η θέλησή μας να επεξεργαστούμε τον αντίκτυπο της πανδημίας. Ακόμη κι εκείνοι από εμάς που επιθυμούν διακαώς να κατανοήσουν τι συνέβη θα μπουν στον πειρασμό να ερμηνεύσουν τα γεγονότα όπως τους βολεύει. Το shopping ήδη απειλεί να επιστρέψει πανηγυρικά ως το αγαπημένο μας ναρκωτικό».

Ο Ροντρίγκο Γκαρσία παραδέχεται πως βρίσκεται στο σκοτάδι και ευελπιστεί πως «οι μεγάλες αυθεντίες, του παρόντος και του μέλλοντος» θα μπορέσουν να επεξεργαστούν αυτήν την κοινή εμπειρία ούτως ώστε να αντιληφθούμε όλοι τι ακριβώς βιώσαμε και εξακολουθούμε να βιώνουμε. «Ανυπομονώ να έρθει εκείνη η ημέρα που ένα τραγούδι, ένα ποίημα, μια ταινία ή ένα μυθιστόρημα θα με στρέψει προς την κατεύθυνση όπου έχω θάψει τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου σχετικά με όλο αυτό το πράγμα. Οταν θα φτάσω εκεί, είμαι βέβαιος ότι θα χρειαστεί να σκάψω και εγώ λίγο ακόμη. Στο μεταξύ η Γη συνεχίζει να γυρίζει και η ζωή εξακολουθεί να είναι μυστηριώδης, γεμάτη δύναμη, γεμάτη εκπλήξεις. Ή, όπως συνήθιζες να λες εσύ με λιγότερα επίθετα και περισσότερη ποίηση, κανένας δεν διδάσκει τίποτα στη ζωή».