1568
Φόρος τιμής στον Μαραντόνα έξω από το στάδιο που έχει πάρει το όνομά του, στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής | REUTERS/Magali Druscovich

Ντιέγκο Μαραντόνα: Εννέα ιστορίες για τον αμαρτωλό Θεό της μπάλας

Sportscaster Sportscaster 26 Νοεμβρίου 2020, 13:07
Φόρος τιμής στον Μαραντόνα έξω από το στάδιο που έχει πάρει το όνομά του, στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής
|REUTERS/Magali Druscovich

Ντιέγκο Μαραντόνα: Εννέα ιστορίες για τον αμαρτωλό Θεό της μπάλας

Sportscaster Sportscaster 26 Νοεμβρίου 2020, 13:07

«Επαναστάτης, ήρωας, απατεώνας, Θεός». Ο τίτλος της ταινίας – ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών, τον περιγράφει πολύ εύστοχα. Οσοι δεν κατάφεραν να τον κατανοήσουν, να καταλάβουν οτι ήταν καταδικασμένος σε μια ζωή γεμάτη πάθη, τον μίσησαν. Οι «φαν» του τον λάτρεψαν και για τις αμαρτίες του, όπως έγραψε ο Εδουάρδο Γκαλεάνο: «Δεν θαύμαζαν μόνο το γκολ του καλλιτέχνη, αλλά και το γκολ του κλέφτη. Μάλιστα, ίσως λίγο περισσότερο το χέρι που έκλεψε!». Πώς να εξηγήσεις σε έναν νέο, τι ήταν ο Ντιέγκο Μαραντόνα; Ας αφήσουμε να το πουν κάποιες ιστορίες του.

Δεκέμβριος 1968. Ο οκτάχρονος Ντιεγκίτο θα κλωτσήσει μπάλα για πρώτη φορά σε κανονικό γήπεδο, κι όχι στα στενά της παραγκούπολης στην οποία μεγάλωσε. Στη Σεμπολίτας, θυγατρική ομάδα της Αρχεντίνος Τζούνιορς, τον έχει πάει ο πατέρας ενός φίλου του με το αγροτικό, γοητευμένος από το ταλέντο του. Ο πρώτος του προπονητής, Φρανθίσκο Κορνέχο, θυμάται: «Εμοιαζε να έχει έρθει από άλλον πλανήτη. Μόλις άγγιξε την μπάλα, την έκανε ό,τι ήθελε». Ο Κορνέχο έγινε, αμέσως, ο μέντοράς του. Δυστυχώς, εκτός από τις πρώτες του ευκαιρίες να παίξει οργανωμένο ποδόσφαιρο, του πρόσφερε και μια επίσκεψη σε έναν γιατρό, που ειδικευόταν στην ενδυνάμωση αθλητών της πυγμαχίας με ενέσιμα κοκτέιλ φαρμάκων…

28 Σεπτεμβρίου 1971. Ο νεαρός Μαραντόνα οδηγεί την ομάδα του από νίκη σε νίκη. Παραλλήλως, στα ημίχρονα των αγώνων της Αρχεντίνος, διασκεδάζει το κοινό με επιδείξεις υψηλής τεχνικής. Τα «κόλπα» του με την μπάλα στο κέντρο του γηπέδου ξεσηκώνουν τους θεατές, περισσότερο κι από τα ίδια τα ματς. Το όνομα του μικρού σόουμαν γράφεται στις εφημερίδες (Clarin) για πρώτη φορά, έστω και λανθασμένα: «Ο Ντιέγκο Καραντόνα, 10 ετών, κέρδισε το χειροκρότημα στο ημίχρονο του αγώνα Αρχεντίνος Τζούνιορς – Ιντεπεντιέντε, επιδεικνύοντας τις σπάνιες ικανοτήτές του στο κοντρόλ και την ντρίμπλα. Η φανέλα του είναι πολύ μεγάλη, και η φράντζα του τον δυσκολεύει να δει κανονικά. Μοιάζει σαν να απέδρασε από σκουπιδότοπο. Μπορεί να σταματήσει την μπάλα, κι έπειτα να τη σηκώσει με τα δύο πόδια. Γεννήθηκε με πολλή αργεντίνικη αγάπη για το ποδόσφαιρο». Προτού, καν, συμπληρώσει τα 16 έπαιζε στην Αρχεντίνος. Αργότερα, στην Μπόκα Τζούνιορς.

Καλοκαίρι 1982. Η φήμη του είχε φτάσει στην Ευρώπη, ήδη, από τα τέλη της δεκαετίας των ’70s, όμως ο Μαραντόνα θεωρείτο εθνικό κεφάλαιο για το αργεντίνικο ποδόσφαιρο. Δεν του επιτρεπόταν να εγκαταλείψει τη χώρα. Ωσπου το καθεστώς του Χόρχε Βιντέλα, έπεσε. Η Μπόκα δεν μπορούσε να αντισταθεί στο αδιανόητο ποσό που της είχε προσφέρει η Μπαρτσελόνα, κι έτσι ο 22χρονος Ντιέγκο κατέφθασε στη Βαρκελώνη ως η ακριβότερη μεταγραφή όλων των εποχών. Δυστυχώς, αποφασισμένος να ζήσει -επιτέλους- τη μεγάλη ζωή, κι όχι να παίξει μπάλα. Πέτυχε μερικά υπέροχα γκολ, όμως διακρίθηκε, κυρίως, στην ντόλτσε βίτα. Πάρτι μέχρι πρωίας, γυναίκες, ποτά, ουσίες και μια ηπατίτιδα, δεν του επέτρεψαν να ξεδιπλώσει το ταλέντο του.

Ξόδευε πολύ περισσότερα απ’ όσα κέρδιζε, και, σύντομα, βούλιαξε στα χρέη. Χρειαζόταν ένα νέο συμβόλαιο με υψηλότερες αποδοχές, το οποίο ο ατζέντης του δεν άργησε να βρει στη Νάπολη. Η Μπαρτσελόνα, όμως, δίσταζε να τον παραχωρήσει. Ο Μαραντόνα έπρεπε να σκεφτεί έναν τρόπο να εξαγριώσει τη διοίκηση, ώστε να τον διώξει. Και τα κατάφερε. Μόλις έληξε ο τελικός του Κυπέλλου Ισπανίας 1984, όρμησε στους αντίπαλους παίκτες (της Αθλέτικ) και άρχισε να τους γκρεμίζει, τον έναν μετά τον άλλον, μπροστά στα έκθαμβα μάτια του βασιλιά Χουάν Κάρλος! Η πόρτα της εξόδου ξεκλείδωσε την επόμενη μέρα.

5 Ιουλίου 1984. Η Νάπολη ανακοινώνει τη μεταγραφή του, και η άφιξή του προκαλεί φρενίτιδα ενθουσιασμού στον ιταλικό Νότο. Πάνω από 75.000 φίλαθλοι γέμισαν ασφυκτικά το «Σαν Πάολο» για να τον υποδεχτούν. Τοπική εφημερίδα σχολίασε ότι η Νάπολη μειονεκτεί σε συγκοινωνίες, δήμαρχο, σχολεία, θέσεις εργασίας και καθαριότητα, ωστόσο έχει στην ομάδα της τον Μαραντόνα – κι αυτό αρκεί! Τρία χρόνια αργότερα (17 Μαΐου 1987) η πόλη γιόρτασε το πρώτο «σκουντέτο» στην ιστορία της, κι έγινε η πρώτη ομάδα του Νότου που κατέκτησε το «νταμπλ». Το επόμενο πρωί η Νάπολη δεν ξύπνησε, εξουθενωμένη από το ολονύκτιο πάρτι. Οι εργαζόμενοι δεν πήγαν στις δουλειές τους, οι μαθητές δεν πήγαν σχολείο, και οι κάτοικοί της είχαν έναν νέο «άγιο». Ορκίζονταν στο όνομά του και βάπτιζαν τα παιδιά τους «Ντιέγκο».

 

22 Ιουνίου 1986. Πάνω από 100.000 θεατές στο «Αζτέκα» και εκατομμύρια τηλεθεατές του μεξικανικού Μουντιάλ είδαν και τα δύο πρόσωπα του Μαραντόνα, ταυτοχρόνως. Την ίδια μέρα, στο ίδιο ματς. Πρώτα, το «Χέρι του Θεού»: τη μεγαλύτερη απάτη στα χρονικά των Παγκοσμίων Κυπέλλων, που απαθανάτισε ο φακός του μεξικανού φωτορεπόρτερ, Αλεχάντρο Οχέδα Καρβαχάλ. Και, στη συνέχεια, το «γκολ του αιώνα»: ίσως, το ωραιότερο που επιτεύχθηκε, ποτέ, στην κορυφαία διοργάνωση.

Θέλοντας να πάρει εκδίκηση για την ήττα της Αργεντινής στα Φόκλαντ, ο Ντιέγκο περηφανεύτηκε προκλητικά για την μπαγαποντιά του. Οι Αγγλοι -και πολύς άλλος κόσμος μαζί τους- τον μίσησαν. Ο θρυλικός γκολκίπερ, Πίτερ Σίλτον, που έπεσε θύμα του, έφτασε 70 ετών αλλά δεν κατάφερε να τον συγχωρήσει. Οπως τόνισε πέρυσι στον Guardian, περισσότερο από τον άδικο αποκλεισμό της ομάδας του τον θύμωσε που ο Μαραντόνα δεν ένιωσε, ποτέ, την ανάγκη να ζητήσει «συγγνώμη». «Θα λέω πάντα πως είναι ο καλύτερος παίκτης όλων των εποχών, όμως ως σπόρτσμαν δεν τον σέβομαι – κι αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει».

Υστερα ήρθε το δεύτερό του γκολ. Κανονικό και υπέροχο. Επιτεύχθηκε σε 10,6 δευτερόλεπτα, με 11 αγγίγματα της μπάλας και έξι νικημένους αντιπάλους. Κανείς δεν το περιέγραψε τόσο γλαφυρά, όσο ο ουρουγουανός σπορτκάστερ, Βίκτορ Ούγκο Μοράλες: «Ο Μαραντόνα με την μπάλα τώρα. Τον κλείνουν δύο. Ο Μαραντόνα κυλάει το πόδι πάνω από την μπάλα και ξεφεύγει από τα δεξιά, αυτή η ιδιοφυΐα του ποδοσφαίρου. Περνάει και από τρίτον, κοιτάζει για τον Μπουρουτσάγα. Πάντα Μαραντόνα. Ιδιοφυΐα! Ιδιοφυΐα! Ιδιοφυΐα! Ακόμη συνεχίζει… Γκοοοολ! Συγγνώμη, θέλω να κλάψω. Θεέ μου. Ζήτω το ποδόσφαιρο! Τι γκολ; Το καλύτερο σόλο όλων των εποχών. Από ποιον πλανήτη μάς ήρθες, και αφήνεις τόσους πολλούς άγγλους παίκτες πίσω, κάνοντας όλη τη χώρα να φωνάζει “Αργεντινή”; Αργεντινή 2, Αγγλία 0. Ντιέγκο, Ντιέγκο, Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Ευχαριστώ, Θεέ μου, για το ποδόσφαιρο, για τον Μαραντόνα, γι’ αυτά τα δάκρυα…».

Ακόμη και ο Γκάρι Λίνεκερ, σκόρερ του μοναδικού γκολ των Αγγλων σε εκείνο το παιχνίδι, έχει ομολογήσει: «Τον είδα να τους περνάει όλους και, για πρώτη φορά στην καριέρα μου, ένιωσα μια ακατανίκητη επιθυμία να χειροκροτήσω τον αντίπαλο. Εστω κι αν μας είχε βάλει γκολ με το χέρι. Εστω κι αν, με αυτό το ποίημα, μας απέκλειε».

Ανοιξη του 1987. Η Νάπολη έπαιζε φοβερή μπάλα και πήγαινε για τον δεύτερό της τίτλο στο ιταλικό πρωτάθλημα. «Δεν ξέρετε τι χάνετε», είχε γράψει με σπρέι ένας ευφάνταστος οπαδός της στον τοίχο του νεκροταφείου. Βέβαιοι για την επικράτηση της ομάδας τους, οι Ναπολιτάνοι σήκωναν τις οικονομίες τους από τις τράπεζες, πουλούσαν χρυσαφικά, αυτοκίνητα και οικόπεδα, και έσπευδαν να ποντάρουν τα λεφτά τους (στο παράνομο στοίχημα, που είχε υψηλές αποδόσεις) υπέρ της ομάδας τους. Πίστευαν πως θα γίνονταν πλούσιοι σε ένα απόγευμα, όμως υπολόγιζαν χωρίς την Καμόρα, την τοπική μαφία, που είχε διοργανώσει τα στοιχήματα, και θα έπρεπε να πληρώσει ιλιγγιώδη ποσά, αν οι «Παρτενοπέι» στέφονταν πρωταθλητές. Θρυλείται πως ο Μαραντόνα, που είχε άριστες σχέσεις με τον υπόκοσμο, φρόντισε να τους βγάλει από αυτή τη δύσκολη θέση. Την Πρωτομαγιά του 1988 η Νάπολη ηττήθηκε με 2-1 από τη Μίλαν των Ολλανδών στο «Σαν Πάολο», κι έπειτα έχασε εννέα από τους δέκα διαθέσιμους βαθμούς. Μαζί, και τον τίτλο.

3 Ιουλίου 1990. Η διοργανώτρια του Παγκοσμίου Κυπέλλου, Ιταλία, αντιμετωπίζει στον ημιτελικό την Αργεντινή του Μαραντόνα, στη Νάπολη. Ο «Πίμπε ντ’ Ορο» καλεί τους κατοίκους της πόλης να υποστηρίξουν την πατρίδα του: «Είστε ξένοι στην ίδια σας τη χώρα. Σας αντιμετωπίζουν ρατσιστικά 364 μέρες το χρόνο, κι αυτή τη μία (μέρα) περιμένουν να φωνάξετε για την Ιταλία. Εγώ σας τιμώ όλο το χρόνο. Νάπολη, μόνο εγώ σε αγαπούσα από πάντα». Το «Σαν Πάολο» γέμισε ασφυκτικά, όμως, προς μεγάλη απογοήτευση του Ντιέγκο, η συντριπτική πλειονότητα των θεατών ήταν με την Ιταλία. Μερικούς μήνες αργότερα, η ιταλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία διατάζει ξαφνικό έλεγχο ντόπινγκ, και ο Μαραντόνα βρίσκεται θετικός στην κοκαΐνη. Καθώς αποχαιρετούσε την πόλη, είπε στη γυναίκα του: «Οταν ήρθα με περίμεναν στο γήπεδο 80.000 άνθρωποι, και τώρα φεύγω μόνος…».

26 Απριλίου 1991. Ισως, η πιο «μαύρη» μέρα στη ζωή του μεγάλου μπαλαδόρου, που συλλαμβάνεται για κατοχή μεγάλης ποσότητας κοκαΐνης σε διαμέρισμα του Μπουένος Αϊρες. Η έφοδος της Αστυνομίας έχει διαρρεύσει, κι απέξω περιμένουν κάμερες και πολύς κόσμος. Αποθεώνουν τον «Θεό» τους, που είναι σε άθλια κατάσταση, κι εκείνος τους χαμογελάει. «Ναι, έκανα χρήση κοκαΐνης. Ηθελα να ξεπεράσω το στρες, τη σωματική και ψυχική κόπωση. Εκανα πολλά λάθη στη ζωή μου. Πίστεψα ότι η κοκαΐνη θα με ανακούφιζε. Δεν είχα δίκιο, αλλά δεν είχα και τη δύναμη να αντισταθώ», παραδέχεται την επομένη. Αφήνεται ελεύθερος με εγγύηση. Εμφανίζεται και στο Μουντιάλ του 1994, όμως η καριέρα του έχει, ουσιαστικά, τελειώσει από τα 30 του.

Ιούνιος – Ιούλιος 2018. Καθώς ο Μαραντόνα παρακολουθεί από κοντά τους αγώνες της Εθνικής Αργεντινής στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ρωσίας, οι τηλεσκηνοθέτες δεν αντιστέκονται στον πειρασμό να μεταδίδουν στα πέρατα της Γης πλάνα από τον αυτο-εξευτελισμό του. Χειρονομεί χυδαία, βρίζει, κάνει γελοίες γκριμάτσες, αποκοιμιέται στο κάθισμά του, αποχωρεί υποβασταζόμενος από το γήπεδο… Ενα αξιολύπητο θέαμα που αποτέλεσε, ίσως, τη μεγαλύτερη φθορά του μύθου του.

Νοσηλεύτηκε αμέτρητες φορές σε νοσοκομεία, κλινικές αποτοξίνωσης και ψυχιατρικά ιδρύματα. «Πέθανε» τουλάχιστον τρεις φορές προτού πεθάνει. Στις 30 του περασμένου Οκτωβρίου έκλεισε τα 60. Ρωτήθηκε από το France Football τι θα ήθελε για δώρο γενεθλίων, κι εκείνος απάντησε: «Ονειρεύομαι να σκοράρω, πάλι, εναντίον της Αγγλίας, όμως αυτή τη φορά… με το δεξί χέρι»! Ετσι, αμετανόητος, πέρασε στην αθανασία που τα σπορ εξασφαλίζουν στις μεγάλες τους μορφές. Στις 25 Νοεμβρίου 2020. Την ίδια μέρα (το 2005) είχε «φύγει» από τη ζωή ένας άλλος υπέροχος άσωτος των γηπέδων: ο Τζορτζ Μπεστ.