Σημείο από το πρώτο στάδιο παραγωγής του εμβολίου των Pfizer-BioNTech σε εργοστάσιο στη Γερμανία | BionTech /Handout via REUTERS
Θέματα

Νανοσωματίδια: Το συστατικό που ανακάλυψε έλληνας επιστήμονας πίσω από το εμβόλιο

Σε αυτά βασίζεται η παρασκευή εμβολίου mRNA που κυκλοφορεί από τις εταιρείες Pfizer-BioNTech και Moderna και η έλλειψή τους προκαλεί προβλήματα. Πρόκειται για ανακάλυψη που είχε κάνει ο έλληνας καθηγητής του UCL Γρηγόρης Γρηγοριάδης πριν από 50 χρόνια
Protagon Team

Μπορεί οι περισσότερες κυβερνήσεις να έχουν προετοιμάσει ειδικές δομές για μαζικούς εμβολιασμούς, όμως η μία εταιρεία μετά την άλλη ανακοινώνουν καθυστερήσεις στις παραδόσεις και βγαίνουν εκτός χρονοδιαγράμματος και συμφωνίας. Κάτι που αναμένεται να καθυστερήσει την επιστροφή μας στην κανονικότητα, ίσως και για αρκετούς μήνες ακόμα.

Σύμφωνα με το vox.com, μέρος του προβλήματος είναι η παρασκευή ενός λιπιδίου που χρησιμοποιούν τα εμβόλια της Pfizer και της Moderna. Τα σκευάσματα αυτά λειτουργούν με την τεχνολογία του αγγελιοφόρου RNA (mRNA), το οποίο διεγείρει τα ανθρώπινα κύτταρα ώστε να παράγουν πρωτεΐνες, η οποίες με τη σειρά τους εκπαιδεύουν τον οργανισμό μας πως να καταπολεμά τον κορονοϊό.

Επειδή όμως τα μόρια του mRNA είναι πολύ εύθραυστα, θα πρέπει να τοποθετηθούν μέσα σε μία προστατευτική θήκη. Και σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητη η χρήση νανοσωματιδίων από λιπίδια, μέσα στα οποία τοποθετείται το mRNA.

Ως λιπαρή βιολογική ασπίδα, τα νανοσωματίδια λιπιδίων στο εμβόλιο περικλείουν τα μόρια του mRΝΑ και δρουν ως σύστημα παράδοσης, καθώς ταξιδεύουν από τη σύριγγα στον οργανισμό μας.

Αν και έχουν μελετηθεί και χρησιμοποιηθεί σε κλινικό περιβάλλον εδώ και δεκαετίες, η χρήση νανοσωματιδίων λιπιδίων ως μηχανισμού παράδοσης δραστικών ουσιών στον οργανισμό εγκρίθηκε για πρώτη φορά από την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) των ΗΠΑ μόλις πριν από τρία χρόνια.

Η έγκριση αφορούσε φάρμακο για την αντιμετώπιση μιας σπάνιας νόσου που απευθυνόταν μόνο σε 50.000 άτομα σε όλο τον κόσμο. Ως εκ τούτου, η αλυσίδα βιομηχανικής παραγωγής και εφοδιασμού για νανοσωματίδια λιπιδίων δεν ήταν προετοιμασμένη για τόσο μεγάλες απαιτήσεις.

Διότι είναι διαφορετικό να υπάρχει η τεχνολογική υποδομή που παρασκευάζει φάρμακα για 50.000 άτομα τον χρόνο, και άλλο για μερικά δισεκατομμύρια μέσα σε μερικούς μήνες.

Τώρα, φαρμακευτικές εταιρείες, αλλά και η κυβέρνηση των ΗΠΑ, αγωνίζονται για τη δημιουργία εργοστασίων που θα παράγουν αυτή τη βασική ουσία, όπως γράφει το vox.com, πρώτον για να καλύψουν την παγκόσμια ζήτηση εμβολίων και δεύτερον για να υπάρχει έτοιμη η υποδομή για μία ενδεχόμενη μελλοντική πανδημία.

Από την πλευρά τους η Pfizer και η Moderna έχουν ξεκινήσει συνομιλίες με προμηθευτές όπως οι Trilink, Aldevron και New England Biolabs, προκειμένου να απαντήσουν στην πρόκληση της αυξημένης ζήτησης των λιπιδίων.

Ωστόσο, θα απαιτηθούν κυβερνητικές παρεμβάσεις και βαθιά διαβιομηχανική συνεργασία για να λειτουργήσει ένα τέτοιο σύστημα.

Η παραγωγή των λιπιδίων πραγματοποιείται σε δύο στάδια και δυστυχώς σε αυτή τη φάση υπάρχει ένα εμπόδιο στην παραγωγή μηχανολογικού εξοπλισμού που θα μπορούσε να παράξει τέτοιου είδους λιπίδια. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν ήθελαν να επενδύσουν σε εργοστασιακό εξοπλισμό οι φαρμακευτικές, δεν θα υπήρχε τρόπος να το κάνουν.

Τα προβλήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας δεν εμφανίστηκαν πρώτη φορά στην πανδημία του κορονοϊού. Μερικούς μήνες πριν είχαν εκδηλωθεί σημάδια συμφόρησης στα PCR τεστ, τα οποία και αποτελούν το χρυσό πρότυπο σε τεστ Covid-19 που γίνεται αποδεκτό από όλες τις χώρες. Ζήτημα το οποίο λύθηκε σχετικά σύντομα στις περισσότερες χώρες του κόσμου.

Βέβαιο, το μεγαλύτερο πρόβλημα στις παραδόσεις εμβολίων του κορονοϊού στην Ευρωπαϊκή Ενωση το έχει προκαλέσει η φαρμακευτική εταιρεία AstraZeneca, η οποία τελικά θα παραδώσει λιγότερο από το 40% των δόσεων που τη δεσμεύει το συμβόλαιό της. Διευκρινίζεται ότι το εμβόλιό της δεν έχει δημιουργηθεί με νανοσωματίδια.

Ιδέα του Γρ. Γρηγοριάδη

Η έρευνα για τα νανοσωματίδια λιπιδίων και τη μεταφορά ευπαθών δραστικών ουσιών στον οργανισμό έχει ξεκινήσει εδώ και περίπου 50 χρόνια.

Πρόκειται για εφεύρεση του Γρηγόρη Γρηγοριάδη, ο οποίος ήταν καθηγητής στο Πανεπιστημιακό Κολέγιο του Λονδίνου (UCL).

Η βασική ιδέα του έλληνα επιστήμονα ήταν να ανακαλύψει μεταφορείς φαρμάκων σε συγκεκριμένους στόχους του οργανισμού, τα οποία είναι φτιαγμένα από το ίδιο υλικό με τις κυτταρικές μεμβράνες.

Ετσι, ο ομότιμος, σήμερα, καθηγητής, ξεκίνησε με την ομάδα του να μελετούν ουσίες με ένα υδάτινο κέντρο που περιβάλλεται από στιβάδες λιπιδίων. Η πρώτη επιστημονική δημοσίευση για τη λειτουργία τους έγινε το 1971.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1974, σε συνεργασία με τον Αντονι Αλισον από το Κλινικό Ερευνητικό Κέντρο του Νοσοκομείου Nόρθγουιρκ Παρκ στο Χάροου του Λονδίνου, δημοσιεύσαν μελέτη στο Nature σχετικά με τη χρήση νανοσωματιδίων ως οχημάτων μεταφοράς στα εμβόλια.

Τα νανοσωματίδια λιπιδίων αποτελούν ιδανική λύση για τη μεταφορά φαρμάκων αλλά και εμβολίων. Εχουν την ιδιότητα να μπορούν να κλείνουν μέσα τους άκρως ευπαθή φορτία, αφού το εσωτερικό τους είναι υδροφοβικό, άρα δημιουργούν μια κάψουλα γύρω από το φορτίο ενώ ταξιδεύουν εντός του οργανισμού.

Την ίδια στιγμή όμως το περίβλημά τους είναι υδρόφιλο, γεγονός που τους επιτρέπει να κινούνται άνετα στην κυκλοφορία του αίματος και ως τα σημεία-στόχους.

Και όταν παραδώσουν στο σημείο όπου χρειάζεται το πολύτιμο φορτίο, τότε διασπώνται χωρίς να αφήνουν επικίνδυνα κατάλοιπα.

Αρχικώς η ερευνητική δουλειά του καθηγητή Γρηγοριάδη στα νανοσωματίδια λιπιδίων στόχευε στην ανάπτυξη συστημάτων που θα μπορούσαν βοηθήσουν να μεταφερθεί ένα ένζυμο στο ήπαρ για τη θεραπεία της νόσου αποθήκευσης γλυκογόνου.

Η προσπάθεια στέφθηκε με επιτυχία, καθώς τελικά αποδείχθηκε ότι η ανάμειξη των νανοσωματιδίων με νερό στο οποίο ήταν διαλυμένο το ένζυμο, οδηγούσε σε παγίδευση του ενζύμου στο εσωτερικό τους, γεγονός που τα καθιστούσε πλήρως ασφαλή οχήματα μεταφοράς του.

Η σύλληψη του έλληνα επιστήμονα ήταν κομβικής σημασίας για τη μεταφορά πλήθους φαρμάκων αλλά και εμβολίων στον ανθρώπινο οργανισμό.

Επιπλέον, σύμφωνα με έρευνες, τα νανοσωματίδια λιπιδίων μπορούν να λειτουργήσουν και ως ανοσοενισχυτικά, αυξάνοντας ως και 100 ή και 200 φορές την αποτελεσματικότητα των εμβολίων μέσω της παραγωγής περισσότερων αντισωμάτων από τον ανθρώπινο οργανισμό.