Πόσα λεφτά θα δίνατε για μία τέτοια μπλούζα που γράφει πάνω «Greece»; |
Θέματα

Μόνη στο City #22

Στην αποβάθρα του Ηλεκτρικού κυκλοφορούν τουρίστες με επίχρυσες μπλούζες / Στη Σταδίου η Χιονάτη πολεμάει τον σεξισμό / Στην πλατεία Συντάγματος «Το παιδί με τα σταφύλια» ξαποσταίνει κάτω από ένα σκιερό πλατάνι / Στην πλατεία Αττικής φτιάχνουν ακόμα κουμπαράδες
Αστερόπη Λαζαρίδου
Φωτογράφε, τράβα μια φωτογραφία…

Βράδυ Τετάρτης και κάθομαι ανυποψίαστη σε παγκάκι της αποβάθρας του Ηλεκτρικού στο Μοναστηράκι, περιμένοντας το τρένο. Με την άκρη του ματιού μου, διακρίνω έναν τυπάκο να έρχεται από μακριά, φορώντας μία από τις φολκλόρ «τουριστικές» μπλούζες που πάντα ήθελα να αγοράσω από το Μοναστηράκι και πάντα η αστυνομία μόδας μέσα μου με σταματούσε την τελευταία στιγμή. Με πλησιάζει, μου συστήνεται ευγενικά, μου λέει ότι η Ελλάδα είναι πολύ ωραία και οι Ελληνίδες επίσης. Μου λέει ότι ζει στη Γερμανία και ότι θα ήθελε να μου κάνει επαγγελματική φωτογράφιση. Του λέω ότι είμαι δημοσιογράφος και τον φωτογραφίζω εγώ, πάνω σε μία έκρηξη θαυμασμού για τη μπλούζα του. «Ωραία μπλούζα» του λέω. «Είναι Fendi. Κοστίζει 2.500 ευρώ. Την πήρα από το Μιλάνο». «Αλήθεια;» του λέω. «Γιατί στο Μοναστηράκι μπορείς να τη βρεις με 5 ευρώ. Εκτός αν αυτά εδώ πάνω είναι από πραγματικό χρυσό…». Ο συμπαθής τουρίστας μάλλον δεν ήξερε ότι αν κάνεις μια βόλτα στην Πλάκα, αυτή η μπλούζα θα χαραχτεί βαθιά στη μνήμη σου. Ή ίσως να πίστευε ότι στα «τουριστικά» μαγαζιά συχνάζουν μόνο τουρίστες και ποτέ ντόπιοι. Κάποια στιγμή το τρένο ήρθε και επιβιβαστήκαμε. Σαν φωτεινός σηματοδότης, ξεχώριζε από το βάθος του βαγονιού.

Η Χιονάτη πήρε το όπλο της

Κάπου στη Σταδίου, υπάρχει ένα στένσιλ κατά του σεξισμού. Η ένοπλη Χιονάτη με σύνθημα «Fight sexism» μοιάζει να παίρνει το αίμα της πίσω για όλα όσα έχει υποστεί όλα αυτά τα χρόνια, από γενιά σε γενιά, μέσα από το γνωστό παραμύθι. Στο πλαίσιο της κοινωνικής αφύπνισης γύρω από θέματα συναίνεσης ή μη, και με όλα όσα έρχονται καθημερινά στο φως σε σχέση με την σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση, κάποια στιγμή, η Χιονάτη, ναι η Χιονάτη, εμφανίστηκε ως σύμβολο για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο: επειδή όταν ο πρίγκιπας της δίνει το περίφημο φιλί ώστε να την επαναφέρει στη ζωή μετά το δηλητηριασμένο από την κακιά μάγισσα μήλο που είχε δαγκώσει, η Χιονάτη δεν έχει τις αισθήσεις της. «Δεν έχει τις αισθήσεις της, γιατί είναι νεκρή και ο πρίγκιπας τη σώζει, την ανασταίνει με ένα του φιλί» ίσως να προσπαθούν να επιχειρηματολογήσουν από ένα παράλληλο σύμπαν οι Αδελφοί Γκριμ.

Ομως σε μία εποχή που πλέον βάζει τα πάντα κάτω από το μικροσκόπιο – και ίσως καλά κάνει-, ακόμη και η ηρωίδα των παιδικών μας χρόνων μοιάζει να έχει υποστεί σεξουαλική παρενόχληση. Ακόμη και αν στο τέλος, παντρεύεται τον πρίγκιπα-σωτήρα «και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Στη νέα εκδοχή του στένσιλ λοιπόν, η άλλοτε εύθραυστη και ανυπεράσπιστη κοπέλα, δεν έχει ανάγκη κανέναν. Ούτε τον έναν και μοναδικό πρίγκιπα, ούτε τους επτά νάνους. Κρατάει το όπλο με τα λεπτεπίλεπτα χεράκια της και αν τολμήσει να την πλησιάσει η κακιά μάγισσα με το δηλητηριασμένο μήλο, ξέρει πολύ καλά τι πρέπει να κάνει…

«Το παιδί με τα σταφύλια»

Οι ζέστες έχουν σφίξει, το καλοκαίρι είναι γεγονός και οι Αθηναίοι αρχίζουν ως συνήθως να υποφέρουν από τις υψηλές θερμοκρασίες. Στο κέντρο της πόλης πάντως, υπάρχει μία οπτική όαση, που ομολογώ πως πρώτη φορά κατάφερα να προσέξω. Το υπέροχο άγαλμα «Το παιδί με τα σταφύλια» του Δημήτρη Φιλιππότη, φιλοτεχνημένο από μπρούντζο το 1874, ξαποσταίνει κάτω από ένα σκιερό πλατάνι στην πλατεία Συντάγματος. Καθισμένο πάνω σε ένα καλάθι μέσα από το οποίο ξεχειλίζουν τα σταφύλια, το παιδί σηκώνει ψηλά ένα τσαμπί και τρώει λαίμαργα το ωραιότερο φρούτο του καλοκαιριού.

Ο Φιλιππότης ήταν από τους πρώτους γλύπτες που έδωσε σημασία και χάρισε την αθανασία σε κοινούς θνητούς μέσα από τα γλυπτά του. Αγαπούσε να ασχολείται με καθημερινούς ανθρώπους, αφοσιωμένους σε καθημερινές ασχολίες, πιστεύοντας ότι κάθε έκφανση της ζωής, ακόμη ή ιδίως η πιο απλή, αξίζει μία θέση στην αιωνιότητα. Και κάπως έτσι, το παιδί που τρώει σταφύλια, δροσίζεται κάτω από ένα δέντρο στο κέντρο της Αθήνας, σαν σκανταλιάρης ανήλικος θεός Διόνυσος. Για πάντα.

Μαθαίνω να αποταμιεύω

Στην οδό Ιωνίας, στην πλατεία Αττικής, λίγο προτού βγεις στην Αγίου Μελετίου, υπάρχει ένα γουστόζικο υπόγειο μαγαζάκι που πουλάει κουμπαράδες. Τους κλασικούς, πήλινους κουμπαράδες, με το χαρακτηριστικό σχήμα, τη σχισμή για κέρματα ή καλά διπλωμένα χαρτονομίσματα, που ο μόνος τρόπος για να πάρεις όσα έχει μέσα, είναι να τον σπάσεις σε πολλά κομμάτια. Η έκθεση «Μαθαίνω να αποταμιεύω» ήταν από τα πιο «SOS» θέματα κάποτε στα σχολεία. Αργότερα, οι κουμπαράδες άρχισαν να μοιάζουν με… ΑΤΜ, αποκτώντας μία βολική τάπα στο κάτω μέρος τους -κάθε τρεις και λίγο, την άνοιγες, κάτι έπαιρνες, ποτέ δεν έβαζες, πάει η αρετή της αποταμίευσης. Οι παλιότεροι είχαν πάντα το άγχος να μαζεύουν «κάτι στην άκρη, για μια ώρα ανάγκης». Οι γενιές που ακολούθησαν, θεωρούσαν αυτό το «μια ώρα ανάγκης» πολύ δυσοίωνο και ποτέ δεν αποταμίευαν. Αλλωστε, λεφτά υπήρχαν και ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι το πάρτι θα τελείωνε τόσο απότομα;

Κοιτάζοντας λοιπόν αυτούς τους όμορφους κουμπαράδες που φτιάχνει και ζωγραφίζει με τα ίδια της τα χέρια η κυρία Αργυρώ, αναρωτιέμαι ποιος τους αγοράζει -εκτός από εμένα, που μου αρέσει να τους παίρνω ως δώρο σε παιδιά φίλων μου. «Δεν έχουν μείνει και πολλοί που αγοράζουν κουμπαράδες» μου είπε η κυρία Αργυρώ. «Δεν έχουν τι να βάλουν μέσα» συμπλήρωσε με γλυκόπικρο ύφος. Πάντως εκείνη, εξακολουθεί να τους φτιάχνει. Κάθε φορά που περνάω από εκεί, βλέπω τους καινούριους που δεν έχουν ζωγραφιστεί ακόμη. Και είναι τόσο όμορφοι, που και άδειοι να είναι, χρησιμοποιούνται μια χαρά και σαν διακοσμητικοί. Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι.