Είκοσι έξι ώρες την ουρά. «Δεν αφορά, εκείνη. Το κάνουμε για εμάς», σχολίασε ο Τομ Γουίπλ, των Times | REUTERS/Carlos Barria
Θέματα

Μια νύχτα στην ουρά για τη βασίλισσα

Δημοσιογράφοι του BBC και των Times ξενύχτησαν υπό βροχή μαζί με τους χιλιάδες βρετανούς που περίμεναν υπομονετικά για να αποχαιρετίσουν την Ελισάβετ Β' και κατέγραψαν την εμπειρία τους
Protagon Team

Σκηνές, υπνόσακοι, καρέκλες και ανοιχτές ομπρέλες βρίσκονται κατά μήκος του ποταμού Τάμεση. Εικόνες απίστευτες και όλες προς τιμήν της Βασίλισσας Ελισάβετ. Η σορός της παραμένει για τέσσερις ημέρες μέχρι την κηδεία, στο Γουέστμινστερ Χολ, στο Λονδίνο, για λαϊκό προσκύνημα.

Ανάμεσα στις χιλιάδες κόσμου, που περιμένουν υπομονετικά παρά τη βροχή και την υγρασία, για να αποχαιρετήσουν τη βασίλισσα, και κάποιοι δημοσιογράφοι: Ενώθηκαν με τον κόσμο και σκαρφίστηκαν ευφάνταστους τρόπους για να καταλήξουν κι αυτοί για 90 δευτερόλεπτα, μπροστά στη σορό της Βασίλισσας, καθώς η ουρά πλέον ξεπερνά τα οκτώ χιλιόμετρα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της αστυνομίας.

Μεταξύ όσων περίμεναν με τις ώρες στην ουρά ήταν και ο ρεπόρτερ του BBC, Κρίστιαν Τζόνσον. Σε άρθρο του, περιγράφει την εμπειρία που είχε στην ουρά, προκειμένου να απευθύνει το ύστατο χαίρε στη Βασίλισσα. Με ένα αντίσκηνο και έναν υπνόσακο, στήθηκε στη μεγάλη ουρά που από νωρίς είχε ξεκινήσει να σχηματίζεται, ενώ ήδη έβρεχε. Ο Τζόνσον σκέφθηκε πώς θα περνούσαν οι επόμενες ώρες. Hταν δέκα το πρωί και η βροχή δεν έλεγε να κοπάσει. Το τζιν του είχε βραχεί στο δρόμο και πάνω που σκεφτόταν γιατί δεν έβαλε αδιάβροχο παντελόνι, μια γυναίκα από τη δίπλα σκηνή, τον κοίταξε σαν να διαβάζει τις σκέψεις του: «Και εμείς βραχήκαμε, αλλά τουλάχιστον τα πόδια μας είναι στεγνά!», του είπε χαμογελώντας συγκαταβατικά. Ο δημοσιογράφος της επέστρεψε το χαμόγελο, αλλά αναρωτήθηκε προς στιγμήν αν αυτό ήταν αρκετό.

Η βροχή είναι το συνηθέστερο καιρικό φαινόμενο για τους Βρετανούς και δεν τους πτοεί. Χιλιάδες από αυτούς περίμεναν για ώρες στην ουρά για να σταθούν λίγα δευτερόλεπτα μπροστά στο φέρετρο της βασίλισσάς τους | REUTERS/Carlos Barria

Προκειμένου να ξεχάσει το πρόβλημα του βρεγμένου τζιν, ο Τζόνσον άρχισε να κοιτά δεξιά-αριστερά, τον κόσμο γύρω του. Τι κοινό είχαν όλοι αυτοί μεταξύ τους; «Καλά, είναι προφανές», θα σκεφθεί. Παρατηρώντας τους, κανείς βλέπει ότι δεν κοιτούν οθόνες κινητών, δεν παίζουν παιχνίδια σε τάμπλετ, ούτε χαρτιά, ούτε κι επιτραπέζια. Μόνο κουβεντιάζουν. Εχουν, άλλωστε πολλά να πουν.

«Θέλετε ένα κομμάτι πίτσα;»

Αξαφνα, ένας άνδρας, τον οποίο στη συνέχεια έμαθε πως λένε, Γκάρι Κιν, του χαλάει την ηρεμία: «Θέλετε ένα κομμάτι πίτσα; Εχω πάρει κάμποσες. Δίνω σε όποιον μπορώ!», τον ρωτά. «Ευχαριστώ!», απαντά ο ρεπόρτερ και πριν προλάβει να το καταλάβει, είχε ήδη καταβροχθίσει την πίτσα που του προσέφερε ο νέος του φίλος. Μαζί του, θα γνώριζε στην πορεία την Τρους Νάιμαν, μια γυναίκα με καταγωγή από την Ολλανδία, που είχε μετακομίσει στο Λονδίνο το 1954, έναν χρόνο μετά τη στέψη της Ελισάβετ. «Στις ουρές και στο “περίμενε” είμαι παλιά καραβάνα!», τους είπε η Τρους γελώντας. «Ο σύζυγός μου κι εγώ, στηθήκαμε στην ουρά και με το θάνατο του Τσόρτσιλ το ‘65 και με το θάνατο της Πριγκίπισσας Νταϊάνα το ‘97», τους λέει. «Πώς θα γινόταν να μην κάνουμε το ίδιο για την αγαπημένη μας βασίλισσα;».

Ο δημοσιογράφος σκεφτόταν τα λόγια αυτής της γυναίκας όλο το βράδυ. Είχε πάει δύο τα ξημερώματα, αλλά ύπνος δεν του κολλούσε. Θέλεις η υγρασία, θέλεις που ήταν πιο καλομαθημένος; Το πρωί, τον βρήκε εντελώς άυπνο. «Χαλάλι», σκέφθηκε όταν μετά από 30 ώρες αναμονής, πλησίαζε ήδη για να προσκυνήσει την βασίλισσα. Η μεγάλη ώρα, η ώρα που περίμενε, είχε επιτέλους έρθει. Και κάπου εκεί συνειδητοποίησε ότι είχε ξεχάσει και τον λόγο που το έκανε, δηλαδή το ρεπορτάζ. Στο κέντρο του Γουέστμινστερ Χολ ήταν τοποθετημένη η σορός της Ελισάβετ. Μπροστά του, η Τρους, o Γκάρι κι όλοι εκείνοι οι άνθρωποι με τους οποίους είχε γνωριστεί τις τελευταίες ώρες. Ενας από αυτούς, ο Πολ τον κοίταξε στα μάτια, καθώς είχε έρθει η σειρά τους να πουν το τελευταίο αντίο στην Ελισάβετ: «Φίλε, άξιζε η αναμονή, θα το έκανα ξανά, δεν το μετανιώνω!», του είπε βαθιά συγκινημένος.

Αλλαγή του τιμητικού αγήματος στην αίθουσα όπου έχει τοποθετηθεί το φέρετρο της Ελισάβετ. Ενας από τους άνδρες της φρουράς δεν άντεξε και κατέρρευσε… | BEN STANSALL/Pool via REUTERS

Αλλά και ο δημοσιογράφος Τομ Γουίπλ μοιράστηκε με τους αναγνώστες των Times του Λονδίνου, την εμπειρία του στην ουρά. Για πολλούς, η αναμονή ξεπερνά τις 40 ώρες, ωστόσο ο Γουίπλ έφθασε αρκετά νωρίς, με αποτέλεσμα να καταφέρει να βρεθεί μπροστά στη σορό της βασίλισσας, έπειτα από 26 ώρες. Επέλεξε άνετα ρούχα, χονδρές κάλτσες, το πορτοκαλί αδιάβροχό του και με όπλα ομπρέλα, υπνόσακο αλλά και σκηνή (την οποία πολλοί ζήλεψαν, όπως ο ίδιος περιγράφει) πήρε τη θέση του στην ουρά.

Εκεί είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει όσους βρίσκονταν γύρω του: Ανθρωποι κάθε ηλικίας, που είχαν φθάσει στη βρετανική πρωτεύουσα από κάθε σημείο του Ηνωμένου Βασιλείου, για να πουν το ύστατο χαίρε στη δική τους βασίλισσα. Οπως γράφει ο δημοσιογράφος των Times, είδε πρόσωπα διαφορετικά, αλλά και τόσο οικεία. Ιδια ήταν η προσμονή τους να αποχαιρετήσουν την αγαπημένη τους Ελισάβετ. Αλλά πέρα από αυτό – γράφει- θα έλεγες, βλέποντάς τους από κοντά, ότι δεν έμοιαζε τίποτα να τους ενώνει. Μέχρι τον θάνατο της βασίλισσάς τους, βέβαια.

Μετά από 15 ώρες ήρθε και η βροχή

Καθώς πλησιάζει στις 15 ώρες αναμονής και έχει πλέον ήδη βραδιάσει, τις σκέψεις του ρεπόρτερ, σταματά η βροχή… Μια βροχή σταθερή κι επίμονη, όπως η προσμονή όσων στέκονται στην ουρά. «Εκείνη βασίλεψε επί 70 χρόνια, εμείς μπορούμε να ανεχτούμε 24 ώρες βροχόπτωσης!», θα του πει με νόημα ένας κύριος δίπλα του, που παρατήρησε τα σημάδια ανησυχίας, στο πρόσωπό του. Γνέφει καταφατικά. Αλλά η ώρα έχει πάει μεσάνυχτα. Ο Γουίπλ θα κοιτάξει με συμπόνοια όσους παραπονιούνται επειδή έχουν βραχεί μέχρι και οι κάλτσες τους, θα τους δώσει ό,τι επιπλέον αδιάβροχο είχε μαζί του και αγνοώντας τα ζηλόφθονα βλέμματα, θα κλείσει το φερμουάρ του αντίσκηνού του. Είχε έρθει η ώρα για ύπνο!

Γύρω στις 2 το πρωί, όπως γράφει, τον ξυπνούν τα πνιχτά γέλια μιας παρέας Αμερικανών που περνά μπροστά από την ουρά με τις σκηνές. «Αυτοί θα πεθάνουν από την υγρασία!», ακούγονται να λένε, «Ε, τους τρελούς! Για δείτε μήπως είναι κάποιος που ήδη σταμάτησε να αναπνέει!». Καθώς απομακρύνονται, ο ρεπόρτερ θυμάται τι του είπε το πρωί ο Νόρις, ο νέος του «γείτονας». «Δεν είμαστε τρελοί. Υπερήφανοι είμαστε. Είμαστε υπερήφανοι για μία γυναίκα, μία μητέρα, μία γιαγιά, μια προγιαγιά, αφιερωμένη στον λαό της, στο καθήκον». Ο Γουίπλ σκέφτεται πως ο Νόρις είχε δίκιο: Η Ελισάβετ έκανε μέχρι το θάνατό της, το ίδιο που έκανε πιστά επί 70 χρόνια. Περίμενε να διορίσει ακόμα και τη νέα Πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου, Λιζ Τρας, δύο μόλις ημέρες πριν πεθάνει. «Στο μυαλό της βασίλισσας, η χώρα δεν έπρεπε να μείνει ακέφαλη», θα σκεφθεί ο Γουίπλ και θα αποκοιμηθεί.

Ωρες στην αναμονή μαζί με τα σκυλάκια τους. Αλλωστε, η βασίλισσα τα λάτρευε… | REUTERS/Hannah McKay
«Επιτέλους, κλείστε τα κινητά…»

Θα ξυπνήσει ξημερώματα, από φωνές που παραπονιούνται επειδή τα ringtone των κινητών έχουν στήσει συναυλία. «Σεβασμός στη μνήμη της βασίλισσας! Ή κλείστε τα, ή βάλτε τα επιτέλους στο αθόρυβο!», θα ακουστεί μια φωνή. Ο καιρός παραμένει βροχερός, αλλά η ένταση της βροχής έχει πλέον μειωθεί… Ομως, πλέον ο ρεπόρτερ νιώθει την πείνα να τον κυριεύει. Καθώς δεν μπορεί να αφήσει την ουρά, για να μην χάσει τη σειρά του, σκέφτεται ότι τη δουλειά άνετα θα κάνει το Deliveroo (μία εφαρμογή για παραγγελίες φαγητού στη Μεγάλη Βρετανία).

Στις πέντε το απόγευμα, η ώρα για το γκρουπ στο οποίο περίμενε ο Γουίπλ έχει φθάσει και η χαρά όλων δεν περιγράφεται. Καθώς περπατούν εξαντλημένοι, αλλά θριαμβευτές, νιώθουν ένα αίσθημα αγαλλίασης να τους πλημμυρίζει. Μπαίνοντας στο Γουέστμινστερ Χολ, για να αποχαιρετήσουν τη βασίλισσα, ο δημοσιογράφος των Times σκέφτεται τη ζωή της Ελισάβετ, το ρεπορτάζ, για τις ανάγκες του οποίου υπέμεινε επί 26 ώρες την ουρά και το ψιλόβροχο, τις νέες φιλίες που έκανε κατά τη διάρκεια αυτών των ωρών… Τις σκέψεις του διακόπτει ένας παλιός του φίλος, ο Γκλεν Νόρις που ήδη έχει προσκυνήσει και απομακρύνεται από την αίθουσα. «Πώς ήταν;», τον ρωτάει ο Γουίπλ. Ο Γκλεν ανοίγει το στόμα του, αλλά τίποτα δεν βγαίνει. Προσπαθεί ξανά, αλλά ραγίζει. Του βγαίνει ένας λυγμός «Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο», λέει κλαίγοντας πια. Ο δημοσιογράφος χαϊδεύει τον Γκλεν στην πλάτη, με συμπόνοια. Πλέον, γνωρίζει γιατί τόσος κόσμος, ανάμεσά τους και ο ίδιος, περίμεναν τόσες ώρες, υπομονετικά στην ουρά: «Δεν αφορά, εκείνη» , σκέφτεται. «Το κάνουμε για εμάς».