952
Στο Ντιτρόιτ ο κόσμος είδε στον ουρανό τη φράση «Παρακαλώ, δεν μπορώ να αναπνεύσω» | jammieholmes.com

Τα τελευταία λόγια του Τζορτζ Φλόιντ «πέταξαν» στον ουρανό

Protagon Team Protagon Team 3 Ιουνίου 2020, 07:55
Στο Ντιτρόιτ ο κόσμος είδε στον ουρανό τη φράση «Παρακαλώ, δεν μπορώ να αναπνεύσω»
|jammieholmes.com

Τα τελευταία λόγια του Τζορτζ Φλόιντ «πέταξαν» στον ουρανό

Protagon Team Protagon Team 3 Ιουνίου 2020, 07:55

Αμέσως μετά τις 12:30 η ώρα το μεσημέρι του Σαββάτου 30 Μαΐου, την ώρα που οι διαδηλωτές πλημμύριζαν την Εσπλανάδα του Μπάτερι Παρκ Σίτι στη Νέα Υόρκη, οι περισσότεροι σε ομάδες των δύο ή τριών ατόμων και σε απόσταση ασφαλείας μεταξύ τους, ένα μικρό αεροπλάνο πέρασε πάνω από το Αγαλμα της Ελευθερίας και τον ποταμό Χάντσον, τραβώντας πίσω του ένα πανό που έγραφε: «Πάνε να με σκοτώσουν».

Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Τζορτζ Φλόιντ, του Αφροαμερικανού που βρήκε τραγικό θάνατο στις 25 Μαΐου στη Μινεάπολη ακινητοποιημένος από τον αστυνομικό Ντέρεκ Τσόβιν, προκαλώντας στη συνέχεια διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα.

Η φράση «Ο αυχένας μου πονάει» πέταξε πάνω από το Ντάλας (Facebook / Library Street Collective)

Παρόμοια πανό, το καθένα με μερικές από τις τελευταίες λέξεις του Φλόιντ, πέταξαν πίσω από αεροπλάνα και σε άλλες πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών: στο κέντρο του Ντιτρόιτ, ο κόσμος είδε τη φράση «Παρακαλώ, δεν μπορώ να αναπνεύσω», το «Το στομάχι μου πονάει» πέρασε πάνω από το Μαϊάμι, ενώ η φράση «Ο αυχένας μου πονάει» πέταξε πάνω από μια ειρηνική διαμαρτυρία στο Ντάλας, και το «Πονάω παντού» ξεχώρισε μέσα στον γκρίζο ουρανό του Λος Αντζελες, όπως φάνηκε αργότερα σε φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν στα social media.

Η εναέρια διαμαρτυρία ήταν έργο του Τζέιμι Χολμς, ενός αναδυόμενου καλλιτέχνη από το Ντάλας. «Σκέφτηκα ότι αυτός ήταν καλύτερος τρόπος για να περάσει το μήνυμα», παρά μια δράση στο έδαφος, είπε στους New York Times σε τηλεφωνική συνέντευξη. Ο Χολμς ανέφερε ακόμη ότι τα πανό αεροπλάνων χρησιμοποιούνται στην περιοχή όπου ζει κυρίως για διαφημίσεις των τουρνουά γκολφ. «Ή μπορεί να δείτε κάτι σαν “Θα με παντρευτείς;” Πάντα ελέγχονται από τους πλούσιους», είπε.

Ο Τζέιμι Χολμς στο ατελιέ του στο Ντάλας, με φόντο τα έργα του «Box Fan Heroes» (2019) και «Mama Raised Me», 2020 (Facebook / Library Street Collective)

Αφού παρακολούθησε μερικά από τα πλάνα του βίντεο με τον πρώην αστυνομικό Ντέρεκ Σόβιν να πατάει στον λαιμό του Φλόιντ, ενώ εκείνος εκλιπαρούσε για τη ζωή του μέχρι που σταμάτησε να ανταποκρίνεται, ο Χολμς απευθύνθηκε στην γκαλερί Library Street Collective στο Ντιτρόιτ, που τον εκπροσωπεί από τον Απρίλιο, για να στηρίξει οικονομικά την ιδέα του. Τα χρήματα συγκεντρώθηκαν μέσα σε 48 ώρες. Σε μια δήλωση που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του, ο καλλιτέχνης περιέγραψε το project ως «δράση κοινωνικής συνείδησης και διαμαρτυρίας».

Το να είσαι μαύρος στην Αμερική είναι ένα θέμα που ο 36χρονος Χολμς διερευνά συχνά στα έργα του, τα οποία αγαπούν συλλέκτες όπως ο μουσικός Λένι Κράβιτς, η επιμελήτρια Μπεθ Ρούντιν ΝτεΓούντι και ο ιδρυτής της Quality Control Music Κέβιν Λι, γνωστός ως Coach K. Οι πίνακες του Χολμς απεικονίζουν μαύρες φιγούρες σε σκηνές καθημερινότητας, σε φόντο πολύχρωμο και αφαιρετικό.

«A Self Portrait of an Artist on Narrow Street» (2019), του Τζέιμι Χολμς (Facebook / Library Street Collective)

Στο «Mama Raised Me» (2020), η μητέρα του, ντυμένη με κόκκινο φόρεμα, κάθεται χαμογελαστή σε έναν μπεζ καναπέ δίπλα σε έναν ανεμιστήρα, που θυμίζει χαμογελαστό πρόσωπο-φάντασμα, πάνω από τη διαγραμμένη φράση «We Happy Here» («Εμείς ευτυχισμένοι εδώ»). Ενας άλλος πρόσφατος πίνακας, «Endurance» (2020), απεικονίζει τον Χολμς να κόβει τα μαλλιά του μικρότερου αδελφού του μπροστά από ένα πανό με λουλούδια.

«Εβαλα λουλούδια πίσω μας γιατί ήθελα να μειώσω το μαύρο μέσα μας», είπε ο Χολμς, «Είμαι 1,90, με γένια και τατουάζ και μου αρέσουν τα κοσμήματα. Ηθελα να φαινόμαστε πιο ασφαλείς. Είναι λυπηρό που πρέπει να ζούμε έτσι – γι’ αυτό πάντα ρωτάω, “Πότε μπορώ να ζήσω όπως εσύ;”».

Ο Χολμς κουρεύει τον αδελφό του με φόντο ένα λουλουδάτο πανό (Facebook / Library Street Collective)

Ο Χολμς μεγάλωσε στο Τίμποντοξ, μια μικρή πόλη στις όχθες της λίμνης Μπαγιού Λαφούρς στη Λουιζιάνα, γνωστή για μια σφαγή του 1887, όταν η Πολιτοφυλακή και εθελοντές φρουροί σκότωσαν δεκάδες μαύρους εργάτες που απεργούσαν. «Τα πτώματα είναι θαμμένα κάτω από τα σπίτια στα οποία ζούσαμε», είπε ο Χολμς. «Εκείνο το αίμα είναι στο έδαφος, οπότε αυτό το μέρος δεν έχει αλλάξει».

Ο καλλιτέχνης περιέγραψε τον εαυτό του στους New York Times ως «ένα θυμωμένο παιδί» που έβαλε το μολύβι του στο χαρτί ως μέσο διαφυγής και ζωγράφιζε πορτρέτα ή λουλούδια σε κάρτες για γενέθλια και για τη Γιορτή της Μητέρας. Οταν είδε ένα από τα σκίτσα του Μπομπ Μάρλεϊ που είχε φτιάξει, ο ξάδελφος του Χολμς τού είπε ότι τα χέρια του άξιζαν εκατομμύρια δολάρια.

«Behold the Golden Horse», 2020 (Facebook / Library Street Collective)

Αλλά ο θυμωμένος νεαρός Αφροαμερικανός αντιστεκόταν σε οποιαδήποτε επίσημη εκπαίδευση. Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο, πήγε για τέσσερα χρόνια στον στρατό. Στη συνέχεια, βρήκε δουλειά σε μια πετρελαιοπηγή στο Σρίβερ, όπου εργάστηκε για 14 χρόνια, και τελικά έγινε επόπτης, ζωγραφίζοντας παράλληλα.

Το 2016 ο Τζέιμι Χολμς μετακόμισε στο Ντάλας και πέρυσι, όταν συνειδητοποίησε ότι τα έργα του πωλούνταν συστηματικά, παραιτήθηκε από τη θέση του μηχανικού ποιότητας της εταιρείας Alexandria Industries. Ηταν επίσης η στιγμή που, με την παρότρυνση της αρραβωνιαστικιάς του Αμπι Σαλάμι, επίσης εικαστικού, άρχισε να κάνει ψυχοθεραπεία.

Το project του Χολμς «They ‘re Going to Kill Me» στον ουρανό της Νέας Υόρκης

«Η Σαλάμι μού είπε: “Μέχρι να μάθεις πώς να ελέγχεις τον θυμό σου, δεν θα είσαι ποτέ ο ηγέτης που λες ότι θέλεις να είσαι και ξέρω ότι μπορείς να είσαι”». Παρατήρησε επίσης ότι δουλεύοντας θέματα στον καμβά, μπόρεσε να αρχίσει να κλείνει «μερικές πόρτες σε αυτά που τον πλήγωναν».