Μετά από τόση έρευνα και κλινική εμπειρία, κυκλοφορούν ακόμη φάρμακα που δεν έχουν καμία δράση | Shutterstock
Θέματα

Ερευνα: Κύβοι «ζάχαρης» τα περισσότερα φάρμακα

Οταν ο γιατρός μάς γράφει ένα φάρμακο, θεωρούμε δεδομένο ότι θα μας «πιάσει». Εξάλλου δεν ρωτάμε ποτέ «τι ποσοστό επιτυχίας έχει», όπως κάνουμε με τις επεμβάσεις. Σύμφωνα με νέα δεδομένα όμως, μόνο το 40% των φαρμάκων παρέχει αυτό που περιμένουμε
Protagon Team

Δεδομένου ότι πολλά από τα φάρμακα δεν είναι σε όλους το ίδιο αποτελεσματικά ή και κάποια από αυτά δεν αντιμετωπίζουν κανέναν νόσημα, γεννάται το εύλογο ερώτημα, «γιατί οι γιατροί συνεχίζουν να τα δίνουν»; Διότι δεν μπορεί ο κάθε επιστήμονας να αποφασίσει μόνος του εάν κάποιο χάπι είναι αποτελεσματικό και κατά πόσο. Και οι γιατροί οδηγίες ακολουθούν στις περισσότερες περιπτώσεις.

Προκειμένου να ξεκαθαρίσει το θολό τοπίο της θεραπείας από το μάρκετινγκ, η έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση «British Medical Journal» πέρασε από «κόσκινο» χιλιάδες φάρμακα και τις υποσχέσεις τους και κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα:

Υπάρχουν δεδομένα για καλή αποτελεσματικότητα σε ποσοστό μικρότερο του 40% των ουσιών που εξετάστηκαν. Μόνο το 3% είναι εντελώς αναποτελεσματικό ή επιβλαβές. Το 6% ενδέχεται να είναι χρήσιμα σε κάποιες περιπτώσεις. Το 50% είναι αγνώστου αποτελεσματικότητας, πάντα στη συγκεκριμένη μελέτη, αφού δεν έχουν εξεταστεί ακόμη. Την ίδια στιγμή, αρκετοί ασθενείς που η ζωή τους κινδυνεύει, στρέφονται σε πειραματικές θεραπείες.

«Σήμερα έχουμε στη φαρέτρα μας πολλές αποτελεσματικές θεραπείες. Κάποιες από αυτές είναι πειραματικές, δηλαδή δεν έχουν ακόμη περάσει τη διαδικασία της έγκρισης και χορηγούνται μόνο σε άτομα που η ζωή τους βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο. Ωστόσο, δεν είναι όλες οι πειραματικές θεραπείες αποτελεσματικές και οι περισσότερες από αυτές δεν θα αποδειχθούν στο τέλος καλύτερες από ήδη υπάρχοντα φάρμακα», εξηγεί στους New York Times ο δρ Τζέισον Ουάσφι, καθηγητής Καρδιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.

Μάλιστα, σε αρκετές από τις παλιές θεραπείες που κυκλοφορούν, έχει δοθεί περισσότερο βάρος στα οφέλη που έχουν, όμως οι παρενέργειές τους έχουν αγνοηθεί. Κάτι που μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ στον ασθενή.

Μπορεί δηλαδή ένα φάρμακο να αντιμετωπίζει μία νόσο, ωστόσο μπορεί να είναι τόσο επιβλαβές για το ήπαρ, που η χρόνια χρήση του να προκαλέσει ανεπάρκεια και τελικά θάνατο του ασθενούς λόγω φαρμάκου.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα μιας μεθόδου για την αντιμετώπιση καρκίνου του μαστού. Το 1970 οι γιατροί είχαν στα χέρια τους ένα πολύ δυνατό φάρμακο που αντιμετώπιζε τη νόσο. Ωστόσο, ήταν τόσο ισχυρό, που τελικά οι χημειοθεραπείες σκότωναν τις ασθενείς τους. Η λύση που έδωσαν δέκα χρόνια αργότερα, ήταν η αφαίρεση μυελού των οστών πριν τη θεραπεία και η επανεισαγωγή του στον οργανισμό με τος πέρας της.

Ωστόσο, γι’ αυτή τη μέθοδο δεν είχαν γίνει κλινικές δοκιμές και οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν την δικαιολογούσαν. Τελικά, οι δοκιμές που ολοκληρώθηκαν το 1995, είχαν ως αποτέλεσμα η μέθοδος να χαρακτηριστεί ως «αναποτελεσματική» στην καλύτερη περίπτωση και «θανατηφόρα» στη χειρότερη.

Βέβαια, εκτός από τα φάρμακα, ακόμη και σήμερα, σύμφωνα με τους New York Times, υπάρχουν θεραπείες, συμπληρώματα διατροφής και ιατρικές συσκευές, οι οποίες δίνονται χωρίς καλά αποδεικτικά στοιχεία: συμπληρώματα μαγνησίου για τις κράμπες στα πόδια, οξυγονοθεραπεία για το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, αποφυγή από τα φιστίκια για να μην αναπτύξουν τα παιδιά αλλεργίες, υγρή διατροφή πριν από την κολονοσκόπηση, κατάκλιση για την αποφυγή πρόωρου τοκετού.

Μέσα σε αυτά και χιλιάδες ακόμη λάθη που κάνουμε, τα φάρμακα αποτελούν ένα μικρό μέρος των σφαλμάτων που γίνονται στην αντιμετώπιση ή πρόληψη των ασθενειών.

Σε κάθε περίπτωση όμως οι θεραπείες που υποτίθεται ότι έχουν ολόκληρη επιστημονική έρευνα από πίσω τους και ο ασθενής τις πληρώνει, θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές και όχι απλώς ένας κύβος ζάχαρης, ο οποίος τελικά δεν έχει να προσφέρει τίποτα θετικό, σε έναν άνθρωπο που περιμένει να σωθεί η ζωή του.