1860
Ο Σίγκμουντ Φρόιντ βίωσε κριτική και αποκλεισμό, ειδικά επειδή ήταν Εβραίος | Wikipedia

Η ψυχανάλυση στον καναπέ, 80 χρόνια μετά τον θάνατο του Φρόιντ

Protagon Team Protagon Team 23 Σεπτεμβρίου 2019, 20:15
Ο Σίγκμουντ Φρόιντ βίωσε κριτική και αποκλεισμό, ειδικά επειδή ήταν Εβραίος
|Wikipedia

Η ψυχανάλυση στον καναπέ, 80 χρόνια μετά τον θάνατο του Φρόιντ

Protagon Team Protagon Team 23 Σεπτεμβρίου 2019, 20:15

Ο Σίγκμουντ Φρόιντ, αυστριακός γιατρός, φυσιολόγος, ψυχίατρος και θεμελιωτής της ψυχανάλυσης, ένας από τους πιο βαθυστόχαστους αναλυτές του 20ού αιώνα, ο οποίος μελέτησε και προσδιόρισε έννοιες όπως το ασυνείδητο, η απώθηση και η παιδική σεξουαλικότητα και ερμήνευσε όνειρα, την ερμηνεία των οποίων θεωρούσε βασιλική οδό για την προσπέλαση του ασυνείδητου, πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 1939 στο Λονδίνο όπου κατέφυγε μετά τη ναζιστική εισβολή στην Αυστρία.

Οι καινοτόμες θεωρίες του έγιναν αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης όταν τις πρωτοπαρουσίασε στη Βιέννη του 19ου αιώνα, όμως ακόμα και σήμερα δεν παύουν να προκαλούν προβληματισμούς και αντιπαραθέσεις. Παρ’ όλα αυτά, 80 χρόνια μετά τον θάνατό του ο Σίγκμουντ Φρόιντ εξακολουθεί να επηρεάζει καθοριστικά την κοινωνία μας.

Γιατί είναι τόσο σημαντική η ψυχανάλυση για τον σύγχρονο κόσμο; Την απάντηση δίνει ο Μάρτιν Βίζερ, επίκουρος καθηγητής Θεωρίας και Ιστορίας της Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Sigmund Freud του Βερολίνου σε συνέντευξή του στο Sapere Aude Magazine. Ο Βίζερ θα μιλήσει για τις επιρροές της φροϋδικής σκέψης στη σύγχρονη Ψυχοθεραπεία, Επιστήμη, Τέχνη και Κοινωνία και στην ημερίδα με θέμα «80 Χρόνια μετά τον Φρόιντ», που θα πραγματοποιηθεί στο γερμανικό πανεπιστήμιο στις 28 Σεπτεμβρίου.

Το γραφείο του Σίγκμουντ Φρόιντ στο Λονδίνο διατηρείται ακριβώς όπως ήταν όταν ζούσε εκεί (freud.org.uk)

«Η ψυχανάλυση υπάρχει παντού, στην καθημερινή μας γλώσσα, π.χ., έχουν μπει ψυχαναλυτικές έννοιες όπως οι ξεχασμένες ή «καταπιεσμένες» αναμνήσεις που ανασύρονται από το υποσυνείδητο, οι οποίες ελέγχουν τη συμπεριφορά μας και επηρεάζουν τον τρόπο σκέψης μας», λέει ο γερμανός καθηγητής διευκρινίζοντας ότι ο Φρόιντ δεν εφηύρε αυτές τις έννοιες, αλλά τις χρησιμοποίησε και τις συνδύασε σε ένα νέο, μοναδικό πλαίσιο, το οποίο έγινε, τελικά, μέρος του πώς κατανοούμε και περιγράφουμε τους άλλους και τον εαυτό μας.

Ακόμα και στην ιστορία του κινηματογράφου, για παράδειγμα σε ταινίες όπως το «Μανχάταν» του Γούντι Αλεν ή το «Ψυχώ» του Αλφρεντ Χίτσκοκ  μπορεί κανείς να δει καθαρά ότι η ψυχανάλυση έχει γίνει ευρέως αποδεκτή στην καθημερινή κουλτούρα, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τη λογοτεχνία, «μάλιστα έχει γίνει ένα τόσο βασικό θεωρητικό πλαίσιο που πολύ συχνά δεν αναγνωρίζουμε καν την κληρονομιά που αναπτύξαμε στο δυτικό ημισφαίριο».

Ο Βίζερ εστιάζει κυρίως στις ρίζες της ψυχανάλυσης και στο πολιτικό, πολιτιστικό και κοινωνικό πλαίσιο που διαμορφώνει την ψυχαναλυτική σκέψη κατά στον 19ο και ιδιαίτερα τον 20ό αιώνα. Παρατηρεί ότι ο Φρόιντ -και γενικά η ψυχανάλυση- «δυσφημίζεται» κυρίως σε κλινικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους. Δεν είναι κάτι πρόσφατο. Ακόμη και στο πρώτο στάδιο της καριέρας του, στη νευρολογία και τη φυσιολογία, ο Φρόιντ βίωσε κριτική και αποκλεισμό, ειδικά επειδή ήταν Εβραίος.

«Αργότερα αποκλείστηκε και πάλι, ειδικά από τους ψυχολόγους, αλλά για διαφορετικούς λόγους», λέει ο Βίζερ. Για παράδειγμα, στη Βιέννη, όπου έζησε για όλη του τη ζωή, ο Φρόιντ οργάνωνε στο σπίτι του τις «συναντήσεις της Τετάρτης», στις οποίες καλούσε άλλους επαγγελματίες για να ανταλλάσσουν ιδέες, να μιλούν κλπ. Ο Καρλ Μπίλερ, όμως, πρόεδρος του Ψυχολογικού Ινστιτούτου του Πανεπιστημίου της Βιέννης (ιδρύθηκε το 1922), φρόντισε να βάλει το σεμινάριό του ακριβώς την ίδια ώρα ώστε οι μαθητές και οι συνάδελφοί του να μην μπορούν να παρακολουθήσουν τις συναντήσεις του Φρόιντ.

Ο Σίγκμουντ Φρόιντ έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στη Βιέννη (photo: Wikipedia)

«Ο Μπίλερ ήταν πολύ μεγάλος εχθρός της ψυχαναλυτικής σκέψης για διαφορετικούς λόγους, μεθοδολογικούς και θεωρητικούς, αλλά δεν ήταν ρατσιστής, δεν απέκλεισε τον Φρόιντ εξαιτίας της εβραϊκής καταγωγής του», λέει ο γερμανός μελετητής της φροϋδικής σκέψης, «Θα έλεγα ότι το πρόβλημα βασίστηκε κυρίως στις διαφορετικές μεθοδολογίες. Ακόμη και σήμερα, είναι το μεγαλύτερο θέμα που έχει η ακαδημαϊκή ψυχολογία με την ψυχανάλυση», τονίζει.

Την εποχή που ο Φρόιντ άνοιξε το δικό του ιατρείο στη Βιέννη (όπου είχε πολλούς ασθενείς με νεύρωση), η ψυχολογία δεν πρόσφερε καμία μέθοδο θεραπείας ψυχικών διαταραχών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο βιεννέζος γιατρός αναζητούσε μια «νέα ψυχολογία» που θα ήταν πρακτικά χρήσιμη σε ιατρικό και κλινικό πλαίσιο.

Η ψυχανάλυση, λοιπόν, αποδείχθηκε, μεν, εξαιρετικά χρήσιμη, αλλά εξακολουθεί να μην λαμβάνεται σοβαρά υπόψη σε κλινικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους. Παρόλα αυτά «μπορώ να πω με σιγουριά ότι το ενδιαφέρον για την ψυχανάλυση δεν έχει μειωθεί καθόλου», τονίζει ο Βίζερ, «Ιδιαίτερα νέοι φοιτητές είναι πολύ πρόθυμοι να ακούσουν για τη ζωή του Σίγκμουντ Φρόυντ, και για άλλους ψυχαναλυτές όπως ο Καρλ Γιουνγκ, ο Αλφρεντ Αντλερ, η Αννα Φρόυντ και πολλούς ακόμη που εργάστηκαν με τον Φρόιντ ή ακολουθούσαν τα χνάρια του. Το ενδιαφέρον του κοινού σίγουρα δεν έχει ξεθωριάσει. Η ψυχανάλυση εξακολουθεί να δέχεται κριτική αλλά νομίζω ότι σε ένα επιστημονικό πλαίσιο πρέπει να είναι δυνατή η έκφραση κριτικής».

Το μεγάλο πρόβλημα σε μερικούς κύκλους μέσα στην ψυχαναλυτική κοινότητα είναι ότι η ψυχανάλυση δεν μπορεί να αναπτυχθεί πέρα από τον Φρόυντ. Γιατί; « Ο Φρόυντ ήταν και εξακολουθεί να είναι μια τόσο κυρίαρχη προσωπικότητα σε όλο αυτό το κίνημα, που φαίνεται σχεδόν αδύνατο ή εξαιρετικά δύσκολο να γίνει μια νέα αρχή ή έστω να σκάψει κανείς στα θεμέλια. Ομως εάν μια πατρική φιγούρα εξακολουθεί να είναι τόσο κυρίαρχη ώστε να μην επιτρέπει να βγει κάποιος μπροστά, τότε η εξέλιξη δεν είναι πια δυνατή και η επιστήμη γίνεται δογματική. Οδηγεί σε θάνατο της επιστήμης. Νομίζω ότι αυτό είναι ένα πρόβλημα, αλλά δεν σημαίνει ότι η όλη προσέγγιση θα πρέπει να θεωρηθεί ως μη επιστημονική», υποστηρίζει ο γερμανός καθηγητής.

Τι είδους επιστήμη είναι η ψυχανάλυση;

Ο ίδιος ο Φρόιντ, υπενθυμίζει ο Μάρτιν Βίζερ, δεν ήταν απλά ένας παραγωγικός συγγραφέας, αλλά και ένας πολύ αφοσιωμένος γιατρός. Συνεργάστηκε με τον Ερνστ Μπρίκε, έναν πολύ γνωστό καθηγητή φυσιολογίας στη Βιέννη και τα πρώτα 20 χρόνια της επιστημονικής του σταδιοδρομίας, παρατηρούσε τις δομές του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Σε μια από τις εργασίες του, ο Βίζερ αναφέρει ότι το πρώτο ζώο το οποίο παρατήρησε ο Φρόιντ ήταν το χέλι. Εκοψε εκατοντάδες χέλια και τα έβαζε σε συγκεκριμένα υγρά, προσπαθώντας να διακρίνει αν υπάρχουν κύτταρα αρσενικά ή θηλυκά. Αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα από τις πολλές μελέτες που έκανε αρχικά, σχετικά με την ύπαρξη βιολογικών δομών, οι οποίες είναι αόρατες στο μάτι.

Ομαδικό πορτρέτο στο Πανεπιστήμιο Clark, 1909: στην πρώτη σειρά από αριστερά,  Σίγκμουντ Φρόιντ, Στάνλεϊ Χολ. Καρλ Γιουνγκ και, στη δεύτερη σειρά, Εϊμπρααμ Μπριλ, Ερνεστ Τζόουνς, Σάντορ Φερέντσι

Ο Βίζερ υποστηρίζει ότι «η ιδέα της επιστήμης ως τεχνικής για την πραγματοποίηση παρατηρήσεων και τη μεταφορά αόρατων δομών στη σφαίρα του ορατού» είναι το ίδιο σχήμα που χρησιμοποίησε αργότερα ο Φρόιντ όταν ανέπτυξε τις ψυχαναλυτικές τεχνικές του: «Η βασική ιδέα είναι ότι χρειάζεστε τα σωστά εργαλεία και μια μεγάλη πρακτική εμπειρία για να φανερώσετε αυτό που ήταν αόρατο προηγουμένως».

«Δεν νομίζω ότι οι άνθρωποι που επικρίνουν την ψυχανάλυση ως μη επιστημονική θα έλεγαν ότι συνολικά αυτή η προσέγγιση είναι μη επιστημονική», λέει ο Βίζερ, «Τι εννοούν λοιπόν, όταν λένε “μη επιστημονική”; Η ψυχανάλυση είναι μια θεωρία, αλλά είναι επίσης μια μέθοδος και μια σχολή ακαδημαϊκών και επαγγελματιών. Νομίζω ότι δεν ωφελεί η διεξαγωγή μιας συζήτησης γενικώς και αορίστως, για το αν ένα σύνολο γνώσεων, μεθόδων και εμπειρογνωμόνων είναι γενικά μη επιστημονικό ή όχι. Νομίζω ότι για να αρχίσουμε μια ουσιαστική συζήτηση είναι απαραίτητο να ακριβολογούμε περισσότερο όταν κάνουμε κριτική».

Στις μέρες μας, πάντως, επικρατεί η συμπεριφορική θεραπεία ίσως γιατί είναι πολύ πιο σύντομη και σίγουρα πιο φθηνή σε σχέση με την ψυχανάλυση. «Κάποιοι μπορεί να πουν μάλιστα ότι η ψυχανάλυση ποτέ δεν τελειώνει. Από οικονομική άποψη, εάν δύο σχολές θεραπείας υπόσχονται το ίδιο αποτέλεσμα, προφανώς κι εγώ θα διάλεγα  τη φθηνότερη», λέει ο Βίζερ, «Ο αυξανόμενος αριθμός συμπεριφορικών θεραπευτών, όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη ότι οι μέθοδοι τους είναι ανώτερες εάν η εκπαίδευσή τους είναι φθηνότερη».

Σε κάθε περίπτωση, ολόκληρος ο τομέας της ψυχοθεραπείας έχει γίνει πολύ πιο ρευστός με την έννοια ότι οι εκπαιδευόμενοι εισάγονται σε μια σχολή, αλλά μετά από λίγους μήνες ή χρόνια δεν έχει πια σημασία τι υπόβαθρο έχουν. «Οι περισσότεροι επαγγελματίες δοκιμάζουν απλά τις τεχνικές που έμαθαν από κάποιον άλλο και απλά τις συμπεριλαμβάνουν στην πρακτική τους όταν δουλεύουν».

Έτσι, στην πράξη, η σκηνή ψυχοθεραπείας συχνά είναι λιγότερο δογματική και πιο εκλεκτική. Σήμερα υπάρχουν, μάλιστα, πολλοί συμπεριφορικοί θεραπευτές που εκπαιδεύονται σε τεχνικές Ενσυνειδητότητας (Mindfulness), πράγμα αστείο αφού η συμπεριφορική θεραπεία έχει τις ρίζες της στον Συμπεριφορισμό (Βehaviorism), ρεύμα της ψυχολογίας που απορρίπτει τη μελέτη της συνείδησης.

«Εάν προσφέρεται εκπαίδευση Ενσυνειδητότητας με ένα θεωρητικό υπόβαθρο που, στην πιο ξεκάθαρη μορφή του, αρνείται την ύπαρξη της επίγνωσης και της συνειδητότητας εν γένει, πώς μπορούν να ταιριάξουν αυτά τα δύο μαζί; Νομίζω ότι η απάντηση είναι ότι δεν γίνεται, αλλά για πολλούς επαγγελματίες φαίνεται ότι δεν έχει σημασία – εφ ‘όσον λειτουργεί», λέει ο Βίζερ.

Το ίδιο συμβαίνει με την ψυχανάλυση: πολλοί επαγγελματίες δοκιμάζουν απλά την ερμηνεία των ονείρων. Αν είναι χρήσιμο εργαλείο, τότε απλά το κρατάνε, κάτι που προφανώς, στον Φρόιντ δεν θα άρεσε καθόλου ούτε θα το ενέκρινε, «διότι ήταν πεπεισμένος ότι χρειάζεται ένα συστηματικό και συνεκτικό θεωρητικό υπόβαθρο για να καταλάβει κανείς τι κάνει».

Για την κρίση στην ψυχανάλυση

Σε μία από τις συνεντεύξεις του το 1974, μιλώντας για τον Φρόιντ, ο Λακάν αρνήθηκε εντελώς την ύπαρξη κρίσης στην ψυχανάλυση, την οποία ακούμε όλο και περισσότερο τις τελευταίες δεκαετίες: «Δεν υπάρχει, δεν θα μπορούσε να υπάρχει. Η ψυχανάλυση δεν έχει πλησιάσει την εξεύρεση των δικών της ορίων. Υπάρχουν ακόμα πολλά να ανακαλυφθούν… Στην ψυχανάλυση, δεν υπάρχουν άμεσες απαντήσεις, αλλά μόνο η μακρά και υπομονετική αναζήτηση των λόγων. Δεύτερον, ο Φρόιντ. Πώς μπορεί να ειπωθεί ότι έχει μείνει πίσω όταν δεν τον έχουμε ακόμη καταλάβει εντελώς; Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε πράγματα που είναι εντελώς μυθιστορηματικά, που δεν τα είχε φανταστεί κανείς πριν από εκείνον, από τα προβλήματα του ασυνείδητου μέχρι τη σημασία της σεξουαλικότητας, και από την πρόσβαση στη συμβολική σφαίρα μέχρι την υποταγή στους νόμους της γλώσσας. Το δόγμα του θέτει την ίδια την αλήθεια υπό αμφισβήτηση, και αυτό αφορά τον καθένα, κάθε άτομο προσωπικά. Είναι δύσκολο να βρεθεί σε κρίση».

Με τη θυγατέρα του,  ψυχαναλύτρια επίσης, Αννα Φρόιντ, που ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα της

Ποια είναι η γνώμη του Βίζερ; «Για περισσότερα από εκατό χρόνια, υπήρξαν φιλόσοφοι, ψυχολόγοι, ψυχίατροι και ακαδημαϊκοί από πολλούς διαφορετικούς κλάδους που είδαν την ψυχολογία σε κατάσταση “ κρίσης”», απαντάει, «Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, μάλιστα, οι συζητήσεις επικεντρώνονταν στο κατά πόσον η ψυχολογία πρέπει να είναι ένας μόνο κλάδος με ένα σύνολο μεθόδων και εννοιών ή μια συλλογή πολλών διαφορετικών προσεγγίσεων κάτω από μια ομπρέλα. Υπό το πρίσμα της σημερινής οπτικής, οι επαναλαμβανόμενες ανησυχητικές αναφορές για “κρίση” δεν ενοποιούν κατά κανένα τρόπο την ψυχολογία και νομίζω ότι το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για τις διάφορες σχολές ψυχανάλυσης».

Ενδιαφέρον έχει επίσης το γεγονός ότι στην καθημερινή γλώσσα, η «κρίση» χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει μια διαδικασία αποσύνθεσης και καταστροφής. Ωστόσο, από ετυμολογική άποψη, είναι γνωστό ότι η κρίση χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει μια «κρίσιμη» στιγμή: στην Ιατρική του Ιπποκράτη, η «κρίση» αναφέρεται στη στιγμή που ένας ασθενής είτε θα πεθάνει είτε θα αναρρώσει. «Έτσι, η “κρίση” δεν πρέπει απλώς να μας προειδοποιεί για κάτι που καταρρέει, αλλά μάλλον για μια αποφασιστική (κρίσιμη) στιγμή μεταξύ θανάτου ή ανασυγκρότησης. Κάθε κρίση, από την άποψη αυτή, αναφέρεται σε μια φάση μετάβασης και ανάπτυξης. Υπό αυτή την έννοια, ελπίζω ότι η ψυχανάλυση θα βρίσκεται σε κρίση – η οποία, ελπίζω, δεν θα οδηγήσει στη φθορά της, αλλά στην περαιτέρω ανάπτυξή της στον 21ο αιώνα».