Ηταν γνωστοί ως «ταφικοί καλλιτέχνες», άνθρωποι που έθαβαν τους εαυτούς τους ζωντανούς, σε μια σειρά μακάβριων κατορθωμάτων αντοχής που ήταν της μόδας στην Ιρλανδία τη δεκαετία του 1960. Ο Μικ Μίνι αποφάσισε να γίνει ο κορυφαίος όλων των εποχών στο συγκεκριμένο… σπορ.
Το 1968, ο ιρλανδός εργάτης είχε στην κατοχή του μόλις μία λίρα, αλλά και τη σιγουριά ότι αν έμενε κάτω από το έδαφος σε ένα φέρετρο περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, ο κόσμος θα θυμόταν το όνομά του. Στις 21 Φεβρουαρίου, κοινό και τηλεοπτικά συνεργεία ακολούθησαν το φέρετρό του, μήκους 1,89 μ. και πλάτους 78 εκατοστών, επενδυμένο με αφρό, σε πομπή στους δρόμους του Κιλμπέρν – της μεταναστευτικής κοινότητας των Ιρλανδών στο Λονδίνο.
Παρακολούθησαν τον τολμηρό εργάτη καθώς το φέρετρο με τον ίδιο κλεισμένο μέσα κατέβηκε σε έναν λάκκο μιας οικοδομής και θάφτηκε στο χώμα, ενώ τοποθετήθηκε ένας σωλήνας μέσω του οποίου του κατέβαζαν τρόφιμα και νερό. Στόχος του Μίνι, όπως αναφέρει αφιέρωμα του Guardian, ήταν να παραμείνει εκεί για 61 ημέρες, καταρρίπτοντας το σχετικό παγκόσμιο ρεκόρ και κερδίζοντας χρήματα και φήμη.
Το αξιοσημείωτο κατόρθωμα και οι συγκινητικές συνέπειές του είναι το κεντρικό θέμα ενός ντοκιμαντέρ που θα προβληθεί στις 26 Νοεμβρίου από τον κρατικό τηλεοπτικό σταθμό της Ιρλανδίας, TG4, ο οποίος εκπέμπει στα κέλτικα, την παραδοσιακή γλώσσα της χώρας.
Ο τίτλος της ταινίας, η οποία έχει ήδη προβληθεί σε κινηματογραφικά φεστιβάλ, είναι «Beo Faoin bhFód», που στα κέλτικα σημαίνει «Θαμμένος Ζωντανός». Ο σκηνοθέτης της, Ντέρ Κόλινς, συνδύασε συνεντεύξεις με την οικογένεια και τους φίλους του Μίνι με αρχειακά πλάνα από ένα γεγονός που στην εποχή του είχε γίνει πρωτοσέλιδο διεθνώς.
«Ο πατέρας μου ήταν ένας περήφανος άνδρας από το Τιπερέρι» λέει η κόρη του, Μέρι Μίνι, στο ντοκιμαντέρ, συμπληρώνοντας ότι ανήκε στη γενιά των αποκαλούμενων «ξεχασμένων Ιρλανδών» που έκαναν χειρωνακτικές δουλειές με φτυάρια και αξίνες στην Αγγλία και έστελναν χρήματα στις οικογένειές τους στην Ιρλανδία.
Δυνατός και γεροδεμένος, ο Μίνι ήθελε να γίνει πρωταθλητής πυγμαχίας, αλλά ένας τραυματισμός έβαλε τέλος στα όνειρά του και κατέληξε να σκάβει σήραγγες στο Λονδίνο. Μετά από ένα εργατικό ατύχημα που τον παγίδεψε για ένα μικρό διάστημα κάτω από ερείπια αλλά ο ίδιος το αντιμετώπισε με ψυχραιμία, μια ιδέα γεννήθηκε στο μυαλό του: να σπάσει το ρεκόρ της χρονικής περιόδου που θα μπορούσε κάποιος να παραμείνει θαμμένος στο χώμα.
Η συγκεκριμένη τρέλα είχε ξεκινήσει στην Καλιφόρνια τη δεκαετία του 1920, με ασυνήθιστους αγώνες αντοχής, όπως παραμονή πάνω σε στύλο, ή μαραθώνιους διαγωνισμούς χορού (θέμα της αριστουργηματικής ταινίας του Σίντνεϊ Πόλακ «Σκοτώνουν τα Αλογα Οταν Γεράσουν»).
Τη δεκαετία του 1960 η μόδα επανήλθε. Το ανεπίσημο ρεκόρ ανήκε στον Τεξανό Μπιλ Γουάιτ, ο οποίος έκανε καριέρα θάβοντας τον εαυτό του για να προωθεί αντιπροσωπείες αυτοκινήτων και άλλες επιχειρήσεις – και είχε υπομείνει 55 συναπτές ημέρες κάτω από το χώμα. Για να καταρρίψει αυτό το ρεκόρ, ο 33χρονος τότε Μίνι συνεργάστηκε με τον Μάικλ «Μπάτι» Σίργκουε, καλλιτέχνη τσίρκου που έγινε εστιάτορας και ιμπρεσάριος στην ιρλανδική κοινότητα του Λονδίνου.
Ο Σίργκουε έστησε μια αγρυπνία στην παμπ «Admiral Nelson», καθώς ο Μίνι βρισκόταν μέσα στο φέρετρο και ένα φορτηγό τον μετέφερε στην οικοδομή του εργολάβου Μικ Κιν, ο οποίος είχε παραχωρήσει τον χώρο για το τόλμημα. Μια καταπακτή που άνοιγε σε μια κοιλότητα κάτω από το φέρετρο, η οποία ήταν ελαφρώς μεγαλύτερη από τις διαστάσεις ενός κανονικού φερέτρου χρησίμευε ως τουαλέτα.
«Κοιμήθηκα υπέροχα χθες το βράδυ», έλεγε ο Μίνι σε έναν παρουσιαστή ειδήσεων τη δεύτερη μέρα, μιλώντας από ένα τηλέφωνο που ήταν τοποθετημένο μέσα στο φέρετρο. Καθιέρωσε μια ρουτίνα: ξυπνούσε στις 7 το πρωί, έκανε ασκήσεις συμβατές με τον περιορισμένο χώρο του, έβαζε αλοιφή στο σώμα του, έτρωγε πρωινό, διάβαζε βιβλία και εφημερίδες και μιλούσε με ανθρώπους στο τηλέφωνο.
Η γραμμή ήταν συνδεδεμένη με ένα τηλέφωνο στην παμπ, με τον Σίργκουε να χρεώνει τους θαμώνες για κάθε κλήση τους προς τον Μίνι. Διασημότητες της εποχής, όπως ο πυγμάχος Χένρι Κούπερ, συνομιλούσαν τηλεφωνικά μαζί του, αλλά το ενδιαφέρον του Τύπου άρχισε να μειώνεται με το πέρασμα των εβδομάδων – καθώς μεσολάβησαν σημαντικές ειδήσεις από το μέτωπο του Βιετνάμ, αλλά και η δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.
Παρ’ όλα αυτά ο Σίργκουε κατάφερε να συγκεντρώσει χορευτές, μουσικούς και δημοσιογράφους γι’ αυτό που αποκάλεσε «ανάσταση» του Μίνι, μετά από 61 ημέρες, στις 22 Απριλίου. Το φέρετρο ξεθάφτηκε και μεταφέρθηκε πάνω σε ένα φορτηγό στην παμπ, με το πλήθος να ζητωκραυγάζει στους δρόμους του Κιλμπέρν κατά τη διάρκεια της διαδρομής.
Αφού αφαιρέθηκε η ξύλινη πόρτα του φερέτρου, ο Μίνι, με γυαλιά ηλίου για να προστατεύει τα μάτια του και μακριά γενειάδα, χαμογέλασε. «Θα ήθελα να μείνω για εκατό μέρες ακόμα», είπε στον Τύπο. «Είμαι πολύ χαρούμενος που είμαι ο πρωταθλητής κόσμου». Αλλά η περιουσία που επεδίωκε δεν ήρθε ποτέ. Μάλιστα, λέγεται ότι ο Σίργκουε τον εξαπάτησε, καθώς μια υποτιθέμενη παγκόσμια περιοδεία και μια συμφωνία χορηγίας με την Gillette δεν υλοποιήθηκαν ποτέ.
«Σε όλα τα κοινωνικά στρώματα υπάρχουν άνθρωποι που σε χρησιμοποιούν, σαν βρικόλακες», εξηγεί η Μέρι Μίνι στο ντοκιμαντέρ του TG4. Η κόρη του τολμηρού εργάτη ήταν μόλις τριών ετών όταν ο πατέρας της επέστρεψε στην Ιρλανδία. «Γύρισε πάμπτωχος – δεν είχε ούτε το αντίτιμο για ένα μπουκάλι γάλα», λέει.
Η φήμη που επεδίωκε ο Μίνι αποδείχτηκε φευγαλέα. Κανένας εκπρόσωπος του Βιβλίου Ρεκόρ Γκίνες δεν κατέγραψε το κατόρθωμά του, και ένας ανταγωνιστής του ονόματι Τιμ Χέιζ, ο οποίος πέρασε λιγότερο χρόνο κάτω από το έδαφος σε ένα φέρετρο κανονικού μεγέθους, αμφισβήτησε τον τίτλο του ως πρωταθλητή. Στα τέλη του 1968, μια πρώην μοναχή με το όνομα Εμα Σμιθ θάφτηκε ζωντανή κάτω από ένα λούνα παρκ στην αγγλική πόλη Σκέγκνες για 101 ημέρες.
Ξεχασμένος από την Ιστορία, ο Μίνι έπιασε δουλειά στο συμβούλιο της ιρλανδικής κομητείας του Κορκ και πέθανε το 2003. «Μπορούσε να ζήσει μια συνηθισμένη ζωή ως εργάτης, αλλά λαχταρούσε κάτι καλύτερο», αναφέρει στο ντοκιμαντέρ η Μέρι Μίνι. «Το γεγονός ότι κατέρριψε ένα παγκόσμιο ρεκόρ τον έκανε να νιώσει ότι ήταν σημαντικός άνθρωπος».
