2211
Λουκασένκο, Πούτιν, Σι Τζιπίνγκ, Μαδούρο, Ερντογάν: αυτοί οι πέντε αυταρχικοί ηγέτες κυριαρχούν σήμερα στον κόσμο, σύμφωνα με την αρθρογράφο του Atlantic | CreativeProtagon

Η Συμμορία των Πέντε και η Λέσχη των Αδυνάμων

Protagon Team Protagon Team 17 Νοεμβρίου 2021, 21:01
Λουκασένκο, Πούτιν, Σι Τζιπίνγκ, Μαδούρο, Ερντογάν: αυτοί οι πέντε αυταρχικοί ηγέτες κυριαρχούν σήμερα στον κόσμο, σύμφωνα με την αρθρογράφο του Atlantic
|CreativeProtagon

Η Συμμορία των Πέντε και η Λέσχη των Αδυνάμων

Protagon Team Protagon Team 17 Νοεμβρίου 2021, 21:01

Οι «bad guys» κερδίζουν και οι κατεξοχήν «κακοί τύποι» των καιρών μας – αυταρχικοί ηγέτες στην προκειμένη περίπτωση – είναι οι εξής πέντε, σύμφωνα, τουλάχιστον, με το εξώφυλλο του τελευταίου τεύχους του περιοδικού The Atlantic: ο Νικολάς Μαδούρο της Βενεζουέλας, ο Αλεξάντερ Λουκασένκο της Λευκορωσίας, ο Βλαντίμιρ Πούτιν της Ρωσίας, ο Σι Τζινπίνγκ της Κίνας αλλά κα ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν της Τουρκίας. Είναι αυτοί οι πέντε αυταρχικοί ηγέτες που κυριαρχούν σήμερα στον κόσμο, μας πληροφορεί η Αν Απλμπαουμ σε εκτενές δημοσίευμά της.

Η Απλμπαουμ είναι μία εγνωσμένου κύρους αμερικανίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας που έχει κερδίσει ένα Πούλιτζερ γράφοντας ένα βιβλίο για τα γκουλάγκ. Ανήκει στη συντακτική ομάδα του Atlantic και είναι επίσης συνεργάτιδα του Stavros Niarchos Foundation Agora Institute στο πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς των ΗΠΑ. Το τελευταίο της συγγραφικό πόνημα αποτελεί μια πραγματεία περί του λυκόφωτος της δημοκρατίας και της έλξης του αυταρχισμού, θέματα με τα οποία καταπιάνεται και στο εν λόγω πρόσφατο άρθρο της. 

Επισημαίνει σε κάποιο σημείο του η Απλμπαουμ πως «όλοι μας έχουμε μια καρτουνίστικη εικόνα όσον αφορά το πώς είναι ένα αυταρχικό κράτος. Υπάρχει ένας κακός τύπος στην κορυφή. Ελέγχει την αστυνομία. Η αστυνομία απειλεί τους ανθρώπους με τη βία. Υπάρχουν κακόβουλοι συνεργάτες και ίσως μερικοί θαρραλέοι αντιφρονούντες».

Ανταποκρίνεται, όμως, στην πραγματικότητα αυτή η περιγραφή; Μάλλον όχι καθώς «σήμερα τα αυταρχικά καθεστώτα δεν διοικούνται από έναν μοχθηρό τύπο, αλλά από εξελιγμένα δίκτυα που αποτελούνται από κλεπτοκρατικές χρηματοπιστωτικές δομές, υπηρεσίες ασφαλείας και επαγγελματίες προπαγανδιστές. Τα μέλη αυτών των δικτύων συνδέονται μεταξύ τους όχι μόνον στο εσωτερικό μιας συγκεκριμένης χώρας αλλά σε πολλά κράτη. Οι διεφθαρμένες και ελεγχόμενες από το κράτος επιχειρήσεις μίας δικτατορίας συνεργάζονται με τις διεφθαρμένες και ελεγχόμενες από το κράτος επιχειρήσεις μιας άλλης δικτατορίας. Η αστυνομία μίας χώρας μπορεί να οπλίσει, να εξοπλίσει και να εκπαιδεύσει την αστυνομία μίας άλλης χώρας. Οι προπαγανδιστές μοιράζονται πόρους (τα τρολ που προωθούν την προπαγάνδα ενός δικτάτορα μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για να προωθήσουν την προπαγάνδα ενός άλλου δικτάτορα) και θεματολογία, βομβαρδίζοντας τον κόσμο με τα ίδια μηνύματα περί των αδυναμιών της δημοκρατίας», εξηγεί η Απλμπαουμ. 

Η ιδεολογία… είναι περιττή

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αυταρχικοί ηγέτες των καιρών μας συναντιούνται ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε μυστική τοποθεσία για να καταστρώσουν τα όποια μοχθηρά σχέδιά τους. «Αυτή η νέα αυταρχική συμμαχία δεν έχει μια ενωτική ιδεολογία. Μεταξύ των αυταρχικών ηγετών περιλαμβάνονται άνθρωποι που αυτοχαρακτηρίζονται κομμουνιστές, εθνικιστές και υπέρμαχοι της θεοκρατίας. Καμιά χώρα δεν έχει ηγετικό ρόλο. Η Ουάσιγκτον αρέσκεται να μιλάει για κινεζική επιρροή αλλά αυτό που πραγματικά ενώνει τα μέλη αυτού του κλαμπ είναι η κοινή επιθυμία να διατηρήσουν και να αυξήσουν την προσωπική τους ισχύ και τον πλούτο τους […] Οι δεσμοί τους ισχυροποιούνται όχι χάρη σε ιδανικά αλλά σε συμφωνίες – συμφωνίες που σχεδιάζονται για να μετριάσουν τα μποϊκοτάζ της Δύσης ή για να πλουτίσουν περισσότερο οι ίδιοι».

Η Απλμπαουμ αναφέρεται ενδεικτικά στην Λευκορωσία η οποία στη θεωρία είναι ένα κράτος – παρίας αφού τα αεροπλάνα της δεν μπορούν να προσγειωθούν στην Ευρώπη, πολλά προϊόντα της δεν μπορούν να πωληθούν στις ΗΠΑ ενώ η πρωτοφανής βαναυσότητα του καθεστώτος Λουκασένκο έχει επικριθεί σφοδρά από πολλούς διεθνείς οργανισμούς. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, αποτελεί εκλεκτό μέρος αυτής της πρώτης Αυταρχικής Διεθνούς. «Η Λευκορωσία παραμένει ο τόπος ενός από τα μεγαλύτερα υπερπόντια αναπτυξιακά έργα της Κίνας. Το Ιράν διεύρυνε τις σχέσεις του με τη Λευκορωσία την προηγούμενη χρονιά. Κουβανοί αξιωματούχοι έχουν εκφράσει την αλληλεγγύη τους προς τον Λουκασένκο στον ΟΗΕ, ζητώντας να σταματήσουν οι έξωθεν παρεμβάσεις στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας». 

Η Λευκορωσία παραμένει ο τόπος ενός από τα μεγαλύτερα υπερπόντια αναπτυξιακά έργα της Κίνας, πρόσφατα διεύρυνε τις σχέσεις της με το Ιράν ενώ απολαμβάνει την αλληλεγγύη των κουβανών αξιωματούχων στον ΟΗΕ

Θεωρητικά κράτος-παρίας είναι και η Βενεζουέλα του Νικολάς Μαδούρο. Στην  χώρα έχουν επιβληθεί κυρώσεις από τις ΗΠΑ, την ΕΕ, τον Καναδά αλλά και από κράτη της Λατινικής Αμερικής. «Ομως το καθεστώς του Νικολάς Μαδούρο λαμβάνει δάνεια από την Κίνα και τη Ρωσία οι οποίες προβαίνουν και σε πετρελαϊκές επενδύσεις. Η Τουρκία διευκολύνει το λαθρεμπόριο χρυσού στη Βενεζουέλα. Η Κούβα παρέχει εδώ και καιρό συμβούλους και τεχνολογίες ασφαλείας στους ηγεμόνες της χώρας. Το διεθνές εμπόριο ναρκωτικών εφοδιάζει μέλη του καθεστώτος με υποδήματα και τσάντες γνωστών σχεδιαστών».

Απόλυτη και απροκάλυπτη αποθράσυνση

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των αυταρχικών ηγετών του 21ου αιώνα αποτελεί η απόλυτη αδιαφορία τους για τη γνώμη των άλλων. Η Απλμπαουμ υπενθυμίζει πως όταν ένας εκπρόσωπος των Φιλιππίνων εξέφρασε τη συμπάθειά του στους καταπιεσμένους (από την ΕΣΣΔ) λαούς της Ανατολικής Ευρώπης στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 1960, ο Νικίτα Χρουστσόφ αντέδρασε οργισμένα, κραδαίνοντας, μάλιστα, το παπούτσι του. Σήμερα τα αυταρχικά καθεστώτα ανά την υφήλιο – της Μιανμάρ, του Ιράν, της Κούβας, της Βενεζουέλας, της Κίνας – αδιαφορούν για τις δυτικές και διεθνείς επικρίσεις ενώ ειδικά η Ρωσία όχι μόνο τις απορρίπτει αλλά και χλευάζει τους όποιους εκφραστές της.  

Σε πρακτικό επίπεδο, αδιαφορώντας πλήρως για τη διεθνή κατακραυγή, οι σύγχρονοι αυταρχικοί ηγέτες χρησιμοποιούν προηγμένες και άκρως επιθετικές μεθόδους καταστολής των μαζών και αντίκρουσης της γενικευμένης δυσφορίας. «Ο Πούτιν δεν ντράπηκε να διοργανώσει “εκλογές” νωρίτερα φέτος, στο πλαίσιο των οποίων περίπου εννιά εκατομμύρια άνθρωποι δεν μπορούσαν να είναι υποψήφιοι, το κυβερνών κόμμα έλαβε πενταπλάσια τηλεοπτική κάλυψη από όλα τα υπόλοιπα κόμματα μαζί, κυκλοφόρησαν τηλεοπτικά βίντεο με αξιωματούχους να κλέβουν ψήφους και καταμετρήσεις ψήφων τροποποιήθηκαν μυστηριωδώς. Η χούντα της Μιανμάρ δεν ντρέπεται που δολοφόνησε εκατοντάδες διαμαρτυρόμενους, περιλαμβανομένων και νεαρών εφήβων, στους δρόμους της Γιανγκόν. Η κινεζική κυβέρνηση καυχιέται για την καταστολή του λαϊκού δημοκρατικού κινήματος στο Χονγκ Κονγκ». 

Ενα από τα πιο ανησυχητικά συμπεράσματα που βγαίνει από την πραγματεία της Αν Απλμπαουμ για τους σύγχρονους δικτάτορες αφορά το γεγονός πως ο αυταρχισμός εδραιώνεται ολοένα περισσότερο ανά τον κόσμο. Κάποτε οι αντιφρονούντες μάχονταν κατά ενός καθεστώτος. Σήμερα καλούνται να πολεμήσουν μία διεθνή αυταρχική συμμαχία τα μέλη της οποίας αλληλοβοηθούνται. 

Το «μοντέλο διακυβέρνησης Μαδούρο» εφάρμοσε ο Μπασάρ αλ Ασαντ στη Συρία και τώρα προετοιμάζεται να εφαρμόσει στη Λευκορωσία ο Αλεξάντερ Λουκασένκο

Πλέον οι αυταρχικές κυβερνήσεις δεν προσποιούνται καν ότι ενδιαφέρονται για το καλό των πολιτών τους.  Πρόκειται για αυτό που ο σέρβος ακτιβιστής για τη δημοκρατία Σρτζα Πόποβιτς αποκαλεί «μοντέλο διακυβέρνησης Μαδούρο» το οποίο εφάρμοσε ο Μπασάρ αλ Ασαντ στη Συρία και τώρα προετοιμάζεται να εφαρμόσει στη Λευκορωσία ο Αλεξάντερ Λουκασένκο. Οσοι το ασπάζονται είναι διατεθειμένοι να δουν την πατρίδα τους να μετατρέπεται σε κράτος-παρία, να καταρρέει οικονομικά, να απομονώνεται στη διεθνή σκηνή και να φτωχαίνει, αρκεί εκείνοι να παραμένουν στην εξουσία.  

Οσον αφορά τον ρόλο που διαδραματίζει η Κίνα σε αυτό το πλαίσιο, η Απλμπαουμ δεν έχει καμιά αμφιβολία: «για τους αυταρχικούς και τους επίδοξους αυταρχικούς ηγέτες ανά τον κόσμο, οι Κινέζοι προσφέρουν ένα πακέτο που περιγράφεται ως εξής: συμφωνείτε να ακολουθείτε το παράδειγμα της Κίνας στο Χονγκ Κονγκ, στο Θιβέτ, όσον αφορά τους Ουιγούρους και τα ανθρώπινα δικαιώματα γενικότερα. Αγοράζετε κινεζικές τεχνολογίες επιτήρησης. Αποδέχεστε τεράστιες κινεζικές επενδύσεις (κατά προτίμηση σε εταιρείες που ελέγχετε προσωπικά ή σας δίνουν μίζες). Στη συνέχεια κάθεστε αναπαυτικά και χαλαρώνετε, γνωρίζοντας πως όσο και να επιδεινωθεί η εικόνα σας στη διεθνή κοινότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εσείς και οι φίλοι σας τα παραμείνετε στην εξουσία». 

Ανίσχυρη η Δύση

Σχετικά με το κατά πόσο απειλεί τη Δύση, τις ΗΠΑ και την Ευρώπη αυτή η άτυπη διεθνής συμμαχία των αυταρχικών ηγετών των καιρών μας, η Απλμπαουμ υπενθυμίζει καταρχάς  την ρωσική εμπλοκή στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016. 

Ωστόσο στην πολύπειρη αμερικανίδα δημοσιογράφο μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί το αποκαλούμενο «Ενωμένο Μέτωπο» (United Front), το μεγαλόπνοο σχέδιο του Πεκίνου για την αύξηση της κινεζικής επιρροής στον κόσμο, το οποίο καταστρώθηκε με στόχο όχι «όχι τη διατάραξη των δημοκρατιών αλλά τον καθορισμό της φύσης των συζητήσεων ανά την υφήλιο για την Κίνα. Το Ενωμένο Μέτωπο δημιουργεί εκπαιδευτικά προγράμματα διαπολιτισμικών ανταλλαγών, επιδιώκει να διαμορφώνει το κλίμα σε κοινότητες εξόριστων Κινέζων και πολιορκεί οποιονδήποτε επιθυμεί να καταστεί ντε φάκτο εκπρόσωπος της Κίνας». 

Κινέζοι ακτιβιστές, υπέρμαχοι της δημοκρατίας που ζουν στις ΗΠΑ, όπως και Ουιγούροι που ζουν στην Κωνσταντινούπολη, προσεγγίζονται από κινέζους πράκτορες που προσπαθούν να τους πείσουν ή να τους αναγκάσουν, εκβιάζοντάς τους να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.

Αφότου οι ρωσικές αρχές απείλησαν πως θα αρχίσουν να διώκουν τους υπαλλήλους των παραρτημάτων τους στη Ρωσία, τόσο η Apple όσο και η Google απέσυραν εφαρμογές που είχαν αναπτυχθεί για την ανάδειξη όλων των υποψηφίων της αντιπολίτευσης στις βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν φέτος.

Πώς μπορεί, οπότε, να αντιδράσει η Δύση; Το ότι το σύστημα των κυρώσεων δεν επαρκεί είναι πασιφανές ενώ οι «αυστηρές καταδίκες» των παρωδιών εκλογών είναι στην καλύτερη περίπτωση άχρηστες εάν όχι αξιοθρήνητες. Οι ΗΠΑ, έχοντας επικριθεί σφοδρά (και δικαίως) για τις αλλεπάλληλες απόπειρές τους να εξάγουν τη δημοκρατία δια της στρατιωτικής ισχύος, δείχνουν ολοένα περισσότερο πως δεν επιθυμούν να συνεχίσουν να προασπίζονται παντού στον κόσμο και με κάθε κόστος τη δημοκρατία.

Η περίφημη «ήπια ισχύς» της Δύσης είναι πλέον απελπιστικά ανεπαρκής ούτως ώστε να αποκρούσει την πολιτισμική επιθετικότητα που επιδεικνύουν τα κατεξοχήν αυταρχικά καθεστώτα της εποχής μας

Κάθε χρόνο το Radio Free Europe/Radio Liberty δαπανά ελάχιστα παραπάνω από 22 εκατομμύρια δολάρια για εκπομπές και μεταδόσεις στα ρωσικά ενώ το Voice of America περί τα 30 εκατομμύρια δολάρια, την ώρα που η ρωσική κυβέρνηση προσφέρει δισεκατομμύρια στα ρωσικά κρατικά MME τα προγράμματα των οποίων μεταδίδονται από τη Γερμανία έως τη Μολδαβία και το Καζακστάν. Τα 33 εκατομμύρια δολάρια που ξοδεύει κάθε χρόνο το Radio Free Asia για τη μετάδοση του προγράμματός του στα βιρμανικά, στα καντονεζικά, στη γλώσσα Χμερ (Καμπότζη), στα κορεατικά, στα μανδαρινικά, στα θιβετιανά, στα βιετανμεζικά και σε άλλες ασιατικές γλώσσες «ωχριούν μπροστά στα δισεκατομμύρια που η Κίνα ξοδεύει στα Μέσα και τις επικοινωνίες, τόσο εντός των συνόρων της όσο και ανά τον κόσμο», σημειώνει η Απλμπαουμ. Αυτό σημαίνει πως η περίφημη «ήρεμη δύναμη» της Δύσης είναι πλέον απελπιστικά ανεπαρκής ούτως ώστε να αποκρούσει την πολιτισμική επιθετικότητα που επιδεικνύουν τα κατεξοχήν αυταρχικά καθεστώτα της εποχής μας.

Η Απλμπάουμ είναι ιδιαίτερα απαισιόδοξη. Αναγνωρίζοντας το πρόβλημα ο πρόεδρος Μπάιντεν τάσσεται υπέρ της ενίσχυσης της συμμαχίας των δημοκρατιών ανά τον κόσμο αλλά και του ρόλου που διαδραματίζουν οι ΗΠΑ στο εσωτερικό της και για τον λόγο αυτό ανέλαβε πρωτοβουλία για τη διοργάνωση διαδικτυακής συνόδου (9-10 Δεκεμβρίου) με στόχο την ανάληψη συγκεκριμένων δεσμεύσεων για την προστασία των δυτικών δημοκρατιών από τον αυταρχισμό, για την καταπολέμηση της διαφθοράς και την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Πιο δραστικά μέτρα

«Αυτά ακούγονται ωραία, αλλά εάν δεν προαναγγέλλουν σημαντικές αλλαγές στη συμπεριφορά μας, σημαίνουν ελάχιστα», επισημαίνει η Απλμπαουμ, η οποία τάσσεται υπέρ της λήψης πιο δραστικών μέτρων. «Δεν μπορούμε πια να επιτρέπουμε σε πολίτες του Καζακστάν και της Βενεζουέλας να αγοράζουν ανωνύμως ακίνητα στο Λονδίνο ή στο Μαϊάμι, ή στους κυβερνώντες της Ανγκόλα και της Μιανμάρ να κρύβουν χρήματα στο Ντέλαγουερ ή στη Νεβάδα […] Πρέπει να κλείσουμε τους φορολογικούς παραδείσους, να επιβάλουμε νόμους κατά του ξεπλύματος χρήματος, να σταματήσουμε να πουλάμε τεχνολογίες ασφαλείας και επιτήρησης σε αυταρχικά καθεστώτα και να απομακρυνθούμε ολοκληρωτικά από τα πιο μοχθηρά από αυτά», εξηγεί. Διερωτάται, επίσης, «πώς μπορούμε να αναγκάσουμε την Apple και την Google να σέβονται τα δικαιώματα των ρώσων δημοκρατών; Πώς μπορούμε να εξασφαλίσουμε ότι οι δυτικοί παραγωγοί αποκλείουν από τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες οτιδήποτε παράγεται σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ουιγούρων;». 

Για να μπορέσουν οι δημοκρατίες να αντιμετωπίσουν τον αυταρχισμό «χρειαζόμαστε σημαντικές επενδύσεις σε ανεξάρτητα ΜΜΕ σε όλον τον κόσμο, μια στρατηγική για την προσέγγιση των ανθρώπων εντός των αυταρχικών καθεστώτων, νέους διεθνείς θεσμούς για την αντικατάσταση των αδρανών οργανώσεων υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον ΟΗΕ. Χρειαζόμαστε έναν τρόπο συντονισμού της αντίδρασης των δημοκρατικών εθνών όταν τα αυταρχικά καθεστώτα διαπράττουν εγκλήματα εκτός της επικράτειάς τους – είτε πρόκειται για το ρωσικό κράτος που σκοτώνει ανθρώπους στο Βερολίνο ή στο Σόλσμπερι, είτε για τον λευκορώσο δικτάτορα που αλλάζει την πορεία μιας επιβατικής πτήσης ή για κινέζους πράκτορες που παρενοχλούν εξόριστους στην Ουάσιγκτον».

Η κρίση της δημοκρατίας

Με λίγα λόγια, το πρόβλημα είναι παγκόσμιο, αλλά δεν υπάρχει μια παγκόσμια στρατηγική για την προστασία των δημοκρατικών κρατών από τον αυταρχισμό. Και σίγουρα δεν βοηθά το γεγονός πως η δημοκρατία στις ΗΠΑ έχει πάψει να αποτελεί τη βάση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. 

Στο εσωτερικό της χώρας η δημοκρατία επλήγη βαριά (εάν όχι ανεπανόρθωτα) κατά την τετραετία που τα ηνία της χώρας κρατούσε ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος αισθανόταν πολύ πιο άνετα με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τον Κιμ Γιονγκ Ουν, τον Βλαντίμιρ Πούτιν και τους ηγεμόνες της Σαουδικής Αραβίας, παρά με τον «ανέντιμο και άχρηστο», σύμφωνα με τα δικά του λόγια, Τζάστιν Τριντό, τον πρωθυπουργό του Καναδά.

Ο Ντόναλντ Τραμπ αισθανόταν πολύ πιο άνετα με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τον Κιμ Γιονγκ Ουν, τον Βλαντίμιρ Πούτιν και τους ηγεμόνες της Σαουδικής Αραβίας, παρά με τον «ανέντιμο και άχρηστο» – σύμφωνα με τα δικά του λόγια – Τζάστιν Τριντό

Αυτή η απώλεια της εμπιστοσύνης στη δημοκρατία που καταγράφηκε στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ώθησε μέρος της αμερικανικής Αριστεράς να αποκηρύξει την ιδέα ότι η προάσπιση της δημοκρατίας αποτελεί βασική προτεραιότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. «Εστιάζοντας στα δικά της σοβαρά προβλήματα, δεν πιστεύουν πλέον πως η Αμερική μπορεί να προσφέρει κάτι στον υπόλοιπο κόσμο». 

Ωστόσο εάν η προώθηση της δημοκρατίας ανά την υφήλιο πάψει να αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, «τότε τα αυταρχικά καθεστώτα σύντομα θα μας αντικαταστήσουν ως πηγές επιρροής, χρηματοδότησης και ιδεών. Εάν οι Αμερικανοί, μαζί με τους συμμάχους μας, δεν καταφέρουμε να καταπολεμήσουμε τις συνήθειες και τις πρακτικές του αυταρχισμού στο εξωτερικό, θα τις συναντήσουμε στο εσωτερικό, στην πραγματικότητα τις συναντάμε ήδη. Εάν η Αμερικανοί δεν συμβάλουν στο να λογοδοτήσουν δολοφονικά καθεστώτα, θα συνεχίσει να επικρατεί μια αίσθηση ατιμωρησίας και αυτά τα καθεστώτα θα συνεχίσουν να κλέβουν, να εκβιάζουν, να βασανίζουν και να εκφοβίζουν, στο εσωτερικό των δικών τους αλλά και των δικών μας χωρώ», προειδοποιεί η Απλμπαουμ.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News