Ο Κάρλος Σαντάνα, ο Τζίμι Χέντριξ και η Τζόαν Mπαέζ ήταν τρεις από τις πιο δημοφιλείς συμμετοχές στο Φεστιβάλ του Γούντστοκ που διοργάνωσε ο εικονιζόμενος δεξιά Μάικλ Λανγκ | CreativeProtagon
Θέματα

Γούντστοκ: Η αλήθεια πίσω από τον μύθο

Σχεδόν μισό εκατομμύριο άνθρωποι έγραψαν ιστορία το 1969 στο θρυλικό φεστιβάλ, αλλά εν μέσω θανάτων, τραυματισμών, λυμάτων ανάκατων με λάσπη και μουσικών σκηνών που κατέρρεαν, ποια είναι η αλήθεια πίσω από τον μύθο; Ο πρόσφατος θάνατος του ανθρώπου που το οργάνωσε δίνει αφορμή για νέες αποτιμήσεις
Κική Τριανταφύλλη

Ο Μάικλ Λανγκ, ο βασικός διοργανωτής του θρυλικού φεστιβάλ του Γούντστοκ το 1969, πέθανε το βράδυ του Σαββάτου 8 Ιανουαρίου στο Νοσοκομείο Sloan Kettering της Νέας Υόρκης, σε ηλικία 77 ετών. Την είδηση για τον θάνατό του μετέφερε στο Twitter ο Μάικλ Πανιότα, επί πολλά χρόνια οικογενειακός φίλος του Λανγκ, και την επιβεβαίωσε λίγο αργότερα στο περιοδικό Rolling Stone προσθέτοντας ότι η αιτία ήταν μια σπάνια μορφή λεμφώματος non-Hodgkin.

Στη μέση, ο Μάικλ Λανγκ, οραματιστής και συνδημιουργός του Φεστιβάλ Γούντστοκ, ενώ επιθεωρεί τη σκηνή (Facebook/Sunset Blvd Records/Elliot Landy)

Το 1968 ο Μάικλ Λανγκ είχε διοργανώσει το Pop and Underground Festival στο Μαϊάμι. Ο 25χρονος νεαρός, μυημένος στην κουλτούρα των χίπις, είχε επίσης την ιδέα της διοργάνωσης ενός τριήμερου «φεστιβάλ ειρήνης και μουσικής», όπως θα γινόταν στη συνέχεια γνωστό το Φεστιβάλ του Γούντστοκ. Και την επόμενη χρονιά κατάφερε να το πραγματοποιήσει μαζί με μια παρέα συνομηλίκων του, τους επιχειρηματίες Τζον Ρόμπερτς και Τζόελ Ρόζενμαν, τον νεαρό αντιπρόεδρο της Capital Records, Αρτι Κόρνφελντ, και έναν γαλακτοπαραγωγό ονόματι Μαξ Γιασγκούρ.

Το ένστικτο του Λανγκ τον είχε οδηγήσει στο Γούντστοκ, μια κωμόπολη στα βόρεια της πολιτείας της Νέας Υόρκης, στέκι καλλιτεχνών όπως ο Μπομπ Ντίλαν, η Τζάνις Τζόπλιν και ο Τζίμι Χέντριξ. Γιατί λοιπόν να μη μαζέψουν όλους τους αγαπημένους τους ροκ καλλιτέχνες σε μια «γιορτή»; Το φεστιβάλ έγινε τελικά από 15 έως 18 Αυγούστου 1969 στη φάρμα του Γιασγκούρ στην πόλη Μπεθέλ, 70 χλμ. νοτιοδυτικά του Γούντστοκ, με τη συμμετοχή δεκάδων από τα μεγαλύτερα ονόματα της ροκ (μεταξύ άλλων έπαιξαν οι Santana, Creedence Clearwater Revival, Τhe Who, Τζίμι Χέντριξ, Τζόε Κόκερ, Crosby, Stills, Nash and Young).

Ηταν ξεκάθαρα μια επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία ωστόσο θα έμενε για πάντα στην Ιστορία της μουσικής σαν θρυλικό σύμβολο του ελεύθερου έρωτα των χίπις και της αντικουλτούρας της δεκαετίας του 1960. Μισό αιώνα αργότερα, εξακολουθούμε να μιλάμε για τη «γενιά του Γούντστοκ», ενώ έχουν δημιουργηθεί δεκάδες ταινίες, βιβλία και τραγούδια για το Γούντστοκ και τα παιδιά των λουλουδιών.

Και όμως, η πραγματικότητα του Γούντστοκ ήταν πολύ διαφορετική, γράφει στην Telegraph ο Τζέιμς Χολ. Ο χώρος είχε γεμίσει επικίνδυνα πολύ με κόσμο, πολλές από τις συναυλίες ήταν μέτριες και ο ήχος κακός. Υπήρχαν ελλείψεις τροφίμων, αλλά πολλά ναρκωτικά, και ελάχιστες έως καθόλου εγκαταστάσεις. Επιπλέον, ορισμένοι από τους διοργανωτές το είδαν ως άσκηση κερδοφορίας και μάρκετινγκ (αν και τελικά έχασαν πολλά χρήματα). Από πολλές απόψεις, ωστόσο, η δόξα του Γούντστοκ είναι ένας θρίαμβος της σύγχρονης δημιουργίας μύθων.

Τι συνέβη στην πραγματικότητα στη φάρμα του κτηνοτρόφου Μαξ Γιασγκούρ το καλοκαίρι του 1969; Και πώς κατάφερε το Γούντστοκ να ορίσει μια εποχή στη λαϊκή φαντασία;

Αρχικά οι διοργανωτές περίμεναν 50.000 άτομα, πούλησαν, όμως, 186.000 εισιτήρια εκ των προτέρων, και τελικά εκτιμήθηκε ότι βρέθηκαν στον χώρο 450.000 άνθρωποι, ενώ εκατομμύρια άλλοι προσπαθούσαν να φτάσουν ως εκεί, προκαλώντας πραγματικό χάος στην περιοχή. Οι αυτοκινητόδρομοι ήταν αδιαπέραστοι, καθώς χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τα οχήματά τους, τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιόμετρα μακριά, και η κομητεία Σάλιβαν κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. (Δείτε παρακάτω μια συλλογή φωτογραφιών από το φεστιβάλ)

Ωστόσο, το χάος αυτό δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με την κατάσταση του ίδιου του συναυλιακού χώρου. Η αναγγελία της συναυλίας στο χωριό Μπέθελ αντί για το Γούντστοκ έγινε μόλις έξι εβδομάδες πριν από την καθορισμένη ημερομηνία, πράγμα που σημαίνει ότι δημιουργήθηκαν μόνον οι βασικές υποδομές: σύμφωνα με πληροφορίες, υπήρχε μόνο μία τηλεφωνική γραμμή και μόνο μία τουαλέτα για κάθε 833 άτομα. Σύμφωνα με το  Smithsonian, την προσφορά φαγητού στους εκατοντάδες χιλιάδες πεινασμένους χίπις είχε αναλάβει το catering «Food for Love». Οπως αναφέρει ο Μάικλ Λανγκ στο βιβλίο του «The Road to Woodstock», οι άπειροι ιδιοκτήτες του catering, συνειδητοποιώντας ότι μπορούσαν να βγάλουν χρήματα, τετραπλασίασαν την τιμή του hot dog από 25 σεντς σε ένα δολάριο. Τότε, θυμωμένοι παρευρισκόμενοι έκαψαν δύο παράγκες τροφοδοσίας και τα τρόφιμα έπρεπε να μεταφερθούν επειγόντως με αεροπλάνο.

Ενας εφιάλτης λάσπης και λυμάτων

Και μετά, με το που ξεκίνησε το φεστιβάλ, άρχισε να βρέχει. Η καταρρακτώδης νεροποντή μετέτρεψε τα μικρόφωνα της σκηνής σε αγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, προκαλώντας ηλεκτροσόκ σε όσους τα άγγιζαν. Επίσης, τα λύματα από τις υπερχειλισμένες χωματερές στην κορυφή της τοποθεσίας αναμειγνύονταν με λάσπη, πλημμυρίζοντας την κοιλάδα, όπου ήταν συγκεντρωμένο το πλήθος. Οταν τα σύννεφα έφυγαν, οι γιατροί ανέφεραν περιπτώσεις καμένων βολβών ματιών: άτομα που είχαν ανακατέψει τα ποτά τους με LSD, ξάπλωναν ανάσκελα κοιτάζοντας τον ήλιο χωρίς γυαλιά. Πιο συχνά, ωστόσο, ήταν τα τραύματα στα πόδια όσων περπατούσαν ξυπόλυτοι: αναφέρθηκαν 836 τραυματισμοί ποδιών, καθώς και 742 περιστατικά υπερβολικής δόσης ναρκωτικών.

Η μεγάλη τραγωδία συνέβη, ωστόσο, τη δεύτερη ημέρα του φεστιβάλ. Ενας 17χρονος, ονόματι Ρέιοντ Μίζακ, σκοτώθηκε από ένα τρακτέρ, που ρυμουλκούσε μια δεξαμενή νερού. Ο οδηγός δεν τον είχε δει: ο κοιμισμένος Μίζακ ήταν κουκουλωμένος με τον υπνόσακό του και περικυκλωμένος από σωρούς βρεγμένων απορριμμάτων και άλλους υπνόσακους. Ακολούθησε ένας δεύτερος θάνατος: ο 18χρονος πεζοναύτης Ρίτσαρντ Μπίλερ πέθανε από υπερβολική δόση ναρκωτικών, αν και μια άλλη αναφορά αναφέρει υποθερμία και φλεγμονή. (Υπήρξαν, ωστόσο και δύο γεννήσεις, προσφέροντας μια κάποια περίεργη κοσμική ισορροπία).

Ο Τύπος της εποχής δεν έχασε την ευκαιρία να αναφερθεί καυστικά στην εκδήλωση. Τα ουτοπικά όνειρα των χίπις, έγραφαν οι New York Times, είχαν καταλήξει «σε έναν εφιάλτη λάσπης και τέλματος».

Η μουσική, ωστόσο, παραμένει στο επίκεντρο του μύθου του Γούντστοκ, όπως επισημαίνει στην Telegraph ο Τζέιμς Χολ. Οταν ο κόσμος σκέφτεται το φεστιβάλ, θυμάται τον Τζίμι Χέντριξ, τον σημαντικότερο κιθαρίστα όλων των εποχών, στην ανατρεπτική διασκευή του εθνικού ύμνου των ΗΠΑ «The Star Spangled Banner» και την παθιασμένη ερμηνεία του Τζο Κόκερ στο τραγούδι «With A Little Help From My Friends».

Ωστόσο, πολλοί μουσικοί αντιμετώπισαν δυσκολίες. Ο ντράμερ των Grateful Dead Μίκι Χαρτ είπε ότι η συναυλία τους  ήταν «πολύ τρομερή». Η σκηνή κατέρρευσε, το συγκρότημα έπαθε ηλεκτροπληξία και τελείωσαν την εμφάνισή τους με μια 50λεπτη εκδοχή του «Turn On Your Love Light».

Ο βιρτουόζος του σιτάρ Ραβί Σανκάρ δήλωσε ότι «δεν του άρεσε» το Γούντστοκ και «σχεδόν λυπόταν» που ήταν εκεί. Αργότερα παραδέχτηκε ότι το φεστιβάλ ήταν ένα «σπουδαίο γεγονός», αλλά είπε ότι η μουσική ατμόσφαιρα ήταν λάθος, υπήρχαν πάρα πολλά ναρκωτικά (τα τρία λιβάνια στα πόδια του ήταν ασήμαντη άμυνα στα σύννεφα καπνού μαριχουάνας) και η βροχή είχε καταστρέψει τα όργανά του. Για έναν μήνα μετά το φεστιβάλ, το σιτάρ του δεν έβγαζε τον σωστό ήχο και τα τύμπανα του συνεργάτη του, Αλα Ράκα, έσπασαν καθώς στέγνωναν.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Τζον Φόγκερτι των Creedence Clearwater Revival είπε ότι τη στιγμή που έπαιζαν, τα χαράματα της Κυριακής, το κοινό τους ήταν «μισό εκατομμύριο άνθρωποι που κοιμόντουσαν». Και πρόσθεσε: «Ηταν σαν πίνακας ζωγραφικής από την κόλαση του Δάντη, με σώματα ενωμένα και κοιμισμένα, καλυμμένα με λάσπη». Λίγες ώρες αργότερα, κατά τη διάρκεια της εμφάνισης του συγκροτήματος The Who, ο πολιτικός ακτιβιστής Αμπι Χόφμαν όρμησε στη σκηνή και άρπαξε ένα μικρόφωνο. Ο Πιτ Τάουνσεντ τον χτύπησε με την κιθάρα του. Τον Ιούνιο του 1970, μιλώντας στον δημοσιογράφο Χάουαρντ Σμιθ για τη συμπλοκή, ο Τάουνσεντ παραδέχτηκε ότι «δεν ήταν ένα ιδιαίτερα ευχάριστο περιστατικό».

Ακόμη, ο Τάουνσεντ αμφισβήτησε την ιδέα ότι το Γούντστοκ ήταν μια «μεγάλη ιστορική στιγμή», όπως είχε ήδη παρουσιαστεί: «Σε μια χώρα με τόσο μεγάλο πληθυσμό, δεν μου φαίνεται και πολύ εκπληκτικό το γεγονός ότι κατάφερες να μαζέψεις μισό εκατομμύριο παιδιά, όταν έχεις φέρει μερικούς από τους καλύτερους μουσικούς της ροκ και έχεις κάνει την καλύτερη καμπάνια που έχω δει ποτέ για οποιαδήποτε εκδήλωση στη Γη», είπε ο κιθαρίστας. «Δεν νομίζω ότι είναι τόσο εκπληκτικό. Απλώς αυτό κάνει η Αμερική».

Ο θρίαμβος της δημιουργίας μύθου

Τα σχόλια του Τάουνσεντ πληγώνουν τον μύθο του Γούντστοκ, γράφει στην Telegraph ο Τζέιμς Χολ. Αν και οι διοργανωτές έχασαν περίπου 1 εκατ. δολάρια, ήταν μια καλά δεμένη ομάδα, που έκανε ακριβώς αυτό που έπρεπε για την επιτυχία του project. Τον Μάρτιο του 1968, δύο νεαροί επιχειρηματίες, οι Τζον Ρόμπερτς και Τζόελ Ρόζενμαν, έβαλαν μια αγγελία στις εφημερίδες Wall Street Journal και New York Times που έλεγε: «Νέοι άνδρες με απεριόριστο κεφάλαιο αναζητούν νόμιμες επενδυτικές ευκαιρίες και επιχειρηματικές προτάσεις». Τότε εμφανίστηκαν οι Αρτι Κόρνφελντ και Μάικλ Λανγκ (είχαν γνωριστεί στο σπίτι του πρώτου στο Γούντστοκ), που ήθελαν να κάνουν φεστιβάλ. Οι τέσσερις νεαροί προχώρησαν στη σύσταση της εταιρείας Woodstock Ventures και κανόνισαν το φεστιβάλ μέσα σε μόλις επτά μήνες (λίγες εβδομάδες μετά το τέλος του, όμως, η εταιρεία διαλύθηκε).

Αν και ο συστημικός Τύπος ήταν δύσπιστος, οι διοργανωτές κατάφεραν να γοητεύσουν με έξυπνο τρόπο τον μουσικό Τύπο. Τον Ιούνιο του 1969, το Newport Pop Festival της Καλιφόρνια τέλειωσε με ταραχές, εν μέρει λόγω της σκληρής προστασίας από τους Hell’s Angels (κάτι που θα επαναλαμβανόταν μοιραία τον Δεκέμβριο στο φεστιβάλ Altamont των Rolling Stones). Τα αφεντικά του Γούντστοκ κάλεσαν τον underground Τύπο και τους «αρχηγούς της ροκ κοινότητας» σε μια σύνοδο, στην οποία συζήτησαν τρόπους για να διασφαλιστεί ότι το Νιούπορτ δεν θα δημιουργούσε προηγούμενο για άλλα φεστιβάλ εκείνη τη χρονιά. Η κίνηση αποδείχθηκε μάταιη τελικά, αλλά ερχόμενοι σε επαφή με τους ανθρώπους – κλειδιά του χώρου, προσπάθησαν στην ουσία να εξασφαλίσουν κάποια θετική δημοσιογραφική κάλυψη.

Ακόμη και η οικονομική απώλεια του Γούντστοκ εξελίχθηκε σε κάτι απρόσμενο. Τα προβλήματα οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στην ανικανότητα: δεν υπήρχαν πύλες εισόδου (η πρόχειρη περίφραξη γκρεμίστηκε αμέσως) ούτε ταμεία, έτσι οι εκατοντάδες χιλιάδες που κατάφεραν να φθάσουν, μπορούσαν να μπουν απευθείας, αναγκάζοντας τους διοργανωτές να μετατρέψουν –εγκαίρως– το Γούντστοκ σε «δωρεάν φεστιβάλ». Στα λογιστικά βιβλία οποιουδήποτε άλλου, το «δωρεάν φεστιβάλ» θα σήμαινε «απώλειες», αλλά οι διοργανωτές χαρακτήρισαν γρήγορα το «ελεύθερο» ως «δίκαιο», «αντιεταιρικό», με επίκεντρο τον Ανθρωπο.

Σε μια συνέντευξή τους τον Οκτώβριο του 1969, οι Ρόμπερτς και Ρόζενμαν –οι οποίοι είχαν εν τω μεταξύ χωρίσει με τους Κόρνφελντ και Λανγκ– αναφέρθηκαν στο πώς θα μπορούσαν να κερδίσουν χρήματα από το μάθημα που πήραν. Υπολόγισαν σωστά ότι παρά τις απώλειές τους, προσελκύοντας μισό εκατομμύριο νέους στο Γούντστοκ, είχαν επηρεάσει τη νέα γενιά. Και μίλησαν για τη μετάβαση στη διαφήμιση: «Κάναμε μια προώθηση που πρέπει να μείνει ως η μεγαλύτερη προώθηση στην ιστορία», δήλωσε ο Ρόζενμαν. «Νομίζω ότι υπάρχουν χιλιάδες εταιρείες, διαφημιστές, δημιουργοί σε αυτή τη χώρα που απλώς θα πέθαιναν για να φτάσουν σε αυτή την αγορά».

Εμβρόντητος ο συνεντευξιαστής τους, και ανησυχώντας ότι ήταν έτοιμοι να ξεπουληθούν, τους ρώτησε αν θα βοηθούσαν την Coca-Cola, να απευθυνθεί στους νέους. Το δίδυμο απάντησε τότε ότι δεν θα δάνειζαν τα ονόματά τους σε προϊόντα στα οποία δεν πίστευαν προσωπικά. Και ο Ρόζενμαν πρόσθεσε: «Τυχαίνει να πιστεύω ότι η Coca-Cola είναι πολύ νόστιμη».

Ο θρύλος του Γούντστοκ μεγάλωσε ακόμη περισσότερο με το ντοκιμαντέρ του 1970, τα δικαιώματα του οποίου είχε αγοράσει το στούντιο Warners έναντι ενός μικρού ποσού. Το μοντάζ είχε κάνει κάποιος νεαρός, ονόματι… Μάρτιν Σκορσέζε, και το «Woodstock» απέφερε 16,4 εκατ. δολάρια, κέρδισε ένα Οσκαρ και έχει επανακυκλοφορήσει τρεις φορές, κάνοντας το πάρτι να φαίνεται εκπληκτικό στο μάτια των σινεφίλ.

Και δεν ήταν μόνο αυτό. Η Τζόνι Μίτσελ έγραψε το «Woodstock», ένα τραγούδι-ωδή στο φεστιβάλ (αν και δεν είχε πάει στο φεστιβάλ) και ο Μπράιαν Ανταμς απαθανάτισε την εποχή στο τραγούδι του «Summer of  ’69». Το 2009, ο Ανγκ Λι έκανε την ταινία «Taking Woodstock», ενώ διοργανώθηκαν και επετειακά φεστιβάλ, αν και με διαφορετική επιτυχία. Το Woodstock ’94 ήταν ένας μέτριος θρίαμβος, το Woodstock ’99 κατέληξε σε ταραχές και εμπρησμό (πέρσι παρουσιάστηκε το ντοκιμαντέρ «Music Box» από HBO), ενώ το «Woodstock 50» του 2019, μια συμπαραγωγή του Λανγκ για την επέτειο των 50 χρόνων του φεστιβάλ, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Ωστόσο, έστω και αν ήταν αποτυχημένες, οι προσπάθειες αναβίωσης έχουν βοηθήσει να ενισχυθεί ο μύθος του αρχικού φεστιβάλ.

Λευκό και μαύρο Γούντστοκ

Στα τέλη του 1969, ο Τζον Λένον είπε ότι αρκεί και μόνο το γεγονός ότι έγινε το Γούντστοκ. Η δύναμη και το θετικό μήνυμα μιας τέτοιας συγκέντρωσης ήταν «τα πάντα», δήλωσε. Να θυμίσουμε ακόμη ότι το φεστιβάλ του Γούντστοκ έγινε λιγότερο από ένα μήνα αφότου ο Νιλ Αρμστρονγκ περπάτησε στη Σελήνη, μια εβδομάδα μετά τις δολοφονίες του Μάνσον και έναν μήνα πριν κυκλοφορήσει το «Abbey Road» των Beatles.

Σήμερα, ωστόσο, επισημαίνει ο Τζέιμς Χολ στην Telegraph, συνειδητοποιεί κανείς ότι ο μύθος του όχι μόνο είναι περίπλοκος, αλλά επίσης ότι έχει επισκιάσει άλλα σημαντικά γεγονότα, όπως το «Πολιτιστικό Φεστιβάλ του Χάρλεμ», μια σειρά από μουσικές εκδηλώσεις που γίνονταν κάθε χρόνο από το 1967 έως το 1974, στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης, και το οποίο το 1969 –μια χρονιά που υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχημένο– χαρακτηρίστηκε ανεπίσημα «Μαύρο Γούντστοκ». Ο λόγος για τον οποίο ξεχάστηκε, ενώ το άλλο έχει γίνει εθνικός μύθος, ήταν το προφανές: επειδή οι μουσικοί κινηματογραφιστές, και το ίδιο το Γούντστοκ, ήταν κυρίως λευκοί. Οι πολιτιστικές εκδηλώσεις των μαύρων είχαν για δεκαετίες ελάχιστο ενδιαφέρον, ενώ το Γούντστοκ έλαμψε σαν φάρος λόγω της λευκής πατρότητας της ιστορίας της ποπ κουλτούρας.

Τα πράγματα, ωστόσο, μπορεί να αλλάξουν σε αυτό το μέτωπο. Το ντοκιμαντέρ «Summer of Soul», που κέρδισε το μεγάλο βραβείο και το βραβείο του κοινού στο Φεστιβάλ Σάντανς 2021, παρουσιάζει ένα σημαντικό κομμάτι της μαύρης Ιστορίας, κουλτούρας και μουσικής, που εξισορροπεί την άποψή μας. Σε συνέντευξή του για την προώθηση της ταινίας με την οποία έκανε το ντεμπούτο του στη σκηνοθεσία, ο δημιουργός της, ο Αμίρ Τόμπσον (πιο γνωστός ως «Questlove» των The Roots), δήλωσε ότι το 1969 σηματοδότησε ένα σημείο καμπής στη μαύρη κουλτούρα, καθώς ήταν η χρονιά που άρχισαν να φυτρώνουν οι «σπόροι της μαύρης χαράς», και το στυλ, η μόδα, η μουσική και η δημιουργικότητα ρίζωσαν.

Μέχρι τότε, λέει, η λέξη «Αφρικανός» ήταν προσβολή. Ο Τόμπσον δεν δέχεται τον τίτλο του «Μαύρου Γούντστοκ». Το Φεστιβάλ του Χάρλεμ, είπε, είχε γίνει σε μια κρίσιμη περίοδο για τη Μαύρη Αμερική. Είχε προηγηθεί η δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ –την προηγούμενη χρονιά–, η αγωνία για τις ταραχές που ακολούθησαν ήταν ακόμα διάχυτη και ενώ οι μουσικές εκδηλώσεις στο Μάουντ Μόρις Παρκ ήταν υπό την αιγίδα του τότε δημάρχου της Νέας Υόρκης, η αστυνομία δεν έδειξε το ίδιο ενδιαφέρον. Την περιφρούρηση είχαν αναλάβει, εν μέρει, οι Μαύροι Πάνθηρες.

Ο Τόμπσον πρόσθεσε, ακόμα, ότι κατά τη δημιουργία της ταινίας του, έμαθε για άλλες πέντε ή έξι εκδηλώσεις μαύρης μουσικής της εποχής του Γούντστοκ, που ήταν σχεδόν ισάξιες με το Πολιτιστικό Φεστιβάλ του Χάρλεμ, για τις οποίες όμως ο κόσμος έχει ακούσει ελάχιστα.

Με άλλα λόγια, η θέση του Γούντστοκ στην Ιστορία της μουσικής είναι μεν εξασφαλισμένη, αλλά είναι καιρός να αναδυθεί η αλήθεια που κρύβεται πίσω από τον μύθο, όχι μόνο για το φεστιβάλ, αλλά και για την περίοδο που αντιπροσωπεύει.