859
| CreativeProtagon

Γιούργκεν Χάμπερμας: Φταίνε οι οικονομικές ανισότητες και όχι οι πρόσφυγες

Protagon Team Protagon Team 22 Μαρτίου 2019, 10:39

Γιούργκεν Χάμπερμας: Φταίνε οι οικονομικές ανισότητες και όχι οι πρόσφυγες

Protagon Team Protagon Team 22 Μαρτίου 2019, 10:39

«Πώς οξύνθηκε τόσο πολύ, κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, η αντίφαση ανάμεσα στην τυπική προσχώρηση στην ΕΕ και τη στοχευμένη εναντίωση στις απαραίτητες ενέργειες συνεργασίας με στόχο την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση; Και πώς καταφέρνει η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση να στέκεται ακόμα στα πόδια της, όταν σε όλες τις χώρες παρατηρούμε μια διαρκή αύξηση της αντίστασης κατά των Βρυξελλών της οποίας ηγούνται οι λαϊκιστές της Δεξιάς, και όταν στην καρδιά της Ευρώπης σε ένα από τα έξι ιδρυτικά μέλη της ΕΟΚ αυτή η αντίσταση οδήγησε έως και τη σύναψη μιας συμμαχίας προγραμματικά αντιευρωπαϊκής μεταξύ των λαϊκιστών και της Δεξιάς και της Αριστεράς;», διερωτάται ο Γιούργκεν Χάμπερμας σε μακροσκελές κείμενο του που δημοσιεύτηκε στην ιταλική φιλοσοφική και πολιτική επιθεώρηση MicroMega.

Δύο μήνες πριν εκατομμύρια ευρωπαίοι πολίτες προσέλθουν στις κάλπες για να εκλέξουν τα νέα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ο παθιασμένος ευρωπαϊστής και ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς στοχαστές των καιρών μας υποστηρίζει πως η Ευρώπη πλήττεται περισσότερο από την οικονομική ανισότητα παρά από τους εθνικισμούς.

Γιατί τα ζητήματα της μετανάστευσης και της χορήγησης πολιτικού ασύλου στους πρόσφυγες άρχισαν να απασχολούν τα ευρωπαϊκά ΜΜΕ και να μονοπωλούν την προσοχή της κοινής γνώμης τον Σεπτέμβριο του 2015 ενώ στην Ευρώπη και, ειδικά στην ευρωζώνη, «οι λαϊκισμοί της Δεξιάς» είχαν ξεκινήσει να κερδίζουν έδαφος πολύ νωρίτερα, όταν οι ευρωπαίοι πολίτες αντιλήφθηκαν ή μάλλον άρχισαν να νιώθουν στο πετσί τους της συνέπειες των άκρως αμφιλεγόμενων πολιτικών λιτότητας που εφαρμόστηκαν με στόχο το ξεπέρασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και της κρίσης δημοσίου χρέους που ακολούθησε.

Ο Χάμπερμας υπενθυμίζει πως εκείνη την περίοδο οι οικονομικοί συντάκτες των μεγάλων Μέσων δεν έλαβαν σοβαρά υπόψη τις «κριτικές φωνές που ακούγονται περισσότερο στη διεθνή οικονομική σκηνή, ήτοι τις φωνές του κυρίαρχου αγγλοσαξονικού ρεύματος» οι οποίες είχαν ταχθεί κατά των αυστηρών μέτρων που επέβαλαν ο Σόιμπλε και η Μέρκελ. Αλλά και οι πολιτικοί συντάκτες αποδείχτηκαν κατώτεροι των περιστάσεων, καθώς παρέλειψαν να ενημερώσουν τους ευρωπαίους πολίτες για τις ζημιές, «κοινωνικές και ανθρώπινες», που επέφερε η λιτότητα, και «όχι μόνον σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία».

Σύμφωνα με τον συγγραφέα του δοκιμίου «Για Ενα Σύνταγμα της Ευρώπης» το γεγονός ότι μια σειρά από ακραία μέτρα ελήφθησαν δίχως καμιά ουσιαστική νομιμοποίηση, «τουλάχιστον όχι σύμφωνα με τα συνήθη δημοκρατικά πρότυπα», αποτελεί πέρα από σκάνδαλο, «ένα αγκάθι που παραμένει καρφωμένο στις σάρκες και τις συνειδήσεις των ευρωπαϊκών λαών».

Εστιάζοντας στην ευρωζώνη, τα προβλήματα της οποίας θέτουν εν αμφιβόλω ολόκληρο το ευρωπαϊκό εγχείρημα, ο Χάμπερμας στρέφει την κριτική του κατά των Γερμανών: «εμείς και ειδικά εμείς οι πολίτες μιας Γερμανίας σε οικονομική ανάπτυξη, παραβλέπουμε το γεγονός ότι το ευρώ υιοθετήθηκε με την προσδοκία, και συγχρόνως με την πολιτική υπόσχεση, της οικονομικής σύγκλισης μεταξύ όλων των κρατών – μελών, ενώ συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Παραβλέπουμε την πραγματική αιτία της απουσίας συνεργασίας, η οποία είναι απαραίτητη όσο ποτέ άλλοτε, μεταξύ των κρατών-μελών, το γεγονός, δηλαδή ότι καμιά νομισματική ένωση δεν μπορεί να αντέξει τη διαρκή και επίμονη απόκλιση των προϋπολογισμών, η οποία επιφέρει απόκλιση και των συνθηκών διαβίωσης».

Η κατάσταση είναι αδιαμφισβήτητα εξαιρετικά κρίσιμη. Αλλά κινητήρια δύναμη του αντιευρωπαϊσμού που εκφράζουν οι λαϊκιστές της Αριστεράς και της Δεξιάς δεν είναι ο εθνικισμός, υποστηρίζει ο Χάμπερμας. Τα αντιευρωπαϊκά αισθήματα, ελάχιστη σχέση έχουν με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, καθώς πηγάζουν από τη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι η νομισματική ένωση δεν ωφελεί, πλέον, όλα τα κράτη – μέλη της. Ως συνέπεια, ο ευρωπαϊκός Νότος εξακολουθεί να βάλλει κατά του ευρωπαϊκού Βορρά και αντιστρόφως, όπως εξακολουθούν να υπάρχουν «οι χαμένοι» και «οι νικητές», οι «αδύναμοι» και «οι ισχυροί, με τους πρώτους να ζημιώνονται διαρκώς, μην έχοντας τη δυνατότητα δημοσιονομικής ευελιξίας, και τους δεύτερους να επωφελούνται από τα αυστηρά μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Ο Χάμπερμας υποστηρίζει πως η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να επανακτήσει τον πολιτικό της ρόλο αλλά και την υποστήριξη των πολιτών της μόνο μέσω της προώθησης, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, «δημοκρατικά νομιμοποιημένων προγραμμάτων που θα στοχεύουν στον περιορισμό της όξυνσης των οικονομικών και κοινωνικών διαφορών μεταξύ των κρατών – μελών».

Και θεωρεί αξιοσημείωτο πως αυτή η εναλλακτική οδός, μεταξύ του στόχου της νομισματικής σταθερότητας από τη μια πλευρά, και της εφαρμογής πολιτικών ικανών να περιορίσουν τις οικονομικές ανισορροπίες εντός της ΕΕ από την άλλη, δεν έχει ακόμα εκφραστεί ως επίσημη πολιτική πρόταση. Δεν υπάρχει, για παράδειγμα, καμιά δύναμη της Αριστεράς που να τάσσεται υπέρ της Ευρώπης και να υποστηρίζει «την οικοδόμηση μιας ΕΕ που θα είναι σε θέση να δρα πολιτικά σε παγκόσμιο επίπεδο και να θέτει στόχους συλλογικής ανακούφισης, όπως η εντατικοποίηση της μάχης κατά της φοροδιαφυγής, η θέσπιση ενός φόρου χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και η αυστηρότερη ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών».

Τέλος, αξιολογώντας την κατάσταση, όχι ως ευρωπαίος πολίτης αλλά ως «ακαδημαϊκός παρατηρητής». ο Χάμπερμας εμφανίζεται κάθε άλλο παρά αισιόδοξος. Γιατί στην περίπτωση που ο συλλογισμός του είναι σωστός και οι οικονομικές ανισορροπίες εντός της ΕΕ σχετίζονται όντως με την άνοδο των λαϊκισμών της Δεξιάς, τότε «οι θεσμοί της συνταγματικής Δημοκρατίας θα πληγούν περαιτέρω. Το αρνητικό σενάριο που σκιαγράφησα δεν είναι τίποτα παραπάνω από αυτό που είναι – ένα αρνητικό σενάριο. Αντιλαμβάνεται κανείς πως έχει φτάσει στο σημείο δίχως επιστροφή μόνον όταν είναι ήδη πολύ αργά. Μπορούμε μονάχα να ελπίζουμε πως η απότομη απόρριψη των μεταρρυθμιστικών προτάσεων του Μακρόν από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γερμανίας δεν ήταν η τελευταία χαμένη μας ευκαιρία».