Στο φεστιβάλ Crossroads Guitar το 2013. Με το χαρακτηριστικό του «αργοχέρικο» παίξιμο | Wikipedia
Θέματα

Ερικ Κλάπτον: «Δεν αυτοκτόνησα μόνο και μόνο γιατί νεκρός δεν θα μπορούσα να πίνω»

Η ζωή ενός από τους σπουδαιότερους κιθαρίστες στην ιστορία είναι ο ορισμός του ροκ. Ή μάλλον των μπλουζ, που αγαπάει. Από την αφάνεια στην αποθέωση και από εκεί στη δίνη της ηρωίνης. Και μετά η πτώση του 5χρονου γιου του από ουρανοξύστη. Ολα αυτά σε ένα νέο ντοκιμαντέρ που θα προβληθεί και στη Θεσσαλονίκη
Protagon Team

Είναι ένα παιδί που μπαινοβγαίνει σε ιδρύματα. Έχει μια μεγαλύτερη αδερφή η οποία, ωστόσο, θα εξαφανιστεί στην Αμερική πριν αυτός ξεκινήσει το σχολείο. Όταν θα γίνει εννέα ετών η «μητέρα» του θα τού εκμυστηρευτεί πως «στην πραγματικότητα η αληθινή σου μητέρα είναι αυτή που πάντα πίστευες πως ήταν η αδελφή σου, εγώ είμαι η γιαγιά σου». Έτσι ο Έρικ Κλάπτον θα ανακαλύψει πως ήταν καρπός ενός έρωτα αποκλειστικά σαρκικού, με τον Καναδό στρατιώτη πατέρα του να αποπλανεί την 16χρονη μητέρα του μια βραδιά του 1944. Την επόμενη χρονιά επρόκειτο να αρχίσει για τον βιρτουόζο μουσικό μια δύσκολη παιδική ηλικία την οποία διαδέχτηκε μια ταραγμένη εφηβεία με κατάληξη μια πολυκύμαντη, σχεδόν δραματική ζωή.

Ο Ερικ Κλάπτον και η σκηνοθέτης και παραγωγός του ντοκιμαντέρ «Life in 12 Bars» Λίλι Φίνι Ζανούκ, στην παρουσίαση στο Φεστιβάλ του Τορόντο τον Σεπτέμβριο του 2017 (Kevin Winter/Getty Images/Ideal Images)

«Από εκείνη τη στιγμή δεν εμπιστευόμουν πλέον κανέναν, είχα την εντύπωση πως όλη μου η ζωή ήταν ένα ψέμα», αφηγείται ο πιο διάσημος (μαζί με τον Τζίμι Χέντριξ) κιθαρίστας της ροκ και μπλουζ μουσικής στο «Life in 12 Bars», ένα ντοκιμαντέρ της βραβευμένης με Όσκαρ παραγωγού Λίλι Φίνι Ζανούκ, αφιερωμένο στη ζωή του (φίλου της) Ερικ Πάτρικ Κλάπτον.

Το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί στο 20ό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (2-11 Μαρτίου 2018), στο «Ολύμπιον» στις 5 Μαρτίου (22.45) και στη «Φρίντα Λιάππα» στις 7 Μαρτίου (23.00). Η προπώληση εισιτηρίων αρχίζει στις 27 Φεβρουαρίου.

Μπορεί ο 73χρονος (στις 30 Μαρτίου) Βρετανός να έχει πουλήσει 130  εκατομμύρια δίσκους, κερδίσει 18 βραβεία Grammy και εισέλθει τρεις φορές στο  Rock and Roll Hall of Fame, αλλά στο ντοκιμαντέρ ο Κλάπτον μιλάει ανεπιτήδευτα και με τρόπο ειλικρινή. «Ήξερα ότι ήμουν διαφορετικός. Υπέφερα από μια ισχυρή αίσθηση κατωτερότητας». Έως ότου, παιδί ακόμα, άκουσε το «My Life is Ruined» του κορυφαίου Μάντι Γουότερς. «Αυτό είναι για μένα, σκέφτηκα. Εκείνη η μουσική απάλυνε στιγμιαία τον πόνο», θυμάται ο ίδιος δεκαετίες μετά.

Αλλά ελάχιστοι είναι εκείνοι που εκτιμούν τα μπλουζ στο Ρίπλεϊ , το χωριό που γεννήθηκε στην κομητεία του Σάρεϊ, ενώ ο ίδιος θεωρείται ήδη περιθωριακός. Αποφασίζει να μεταβεί στο Λονδίνο. Και ένα βράδυ θα βρεθεί στο Marquee Club, τον ναό του ροκ στη βρετανική πρωτεύουσα, όπου θα συναντήσει τον Μικ Τζάγκερ, τον Κιθ Ρίτσαρντς και τον Μπράιαν Τζόουνς. Ο άσημος Κλάπτον θα τους μαγέψει αμέσως και στα 18 του χρόνια θα παίζει ήδη με τους The Roosters, έναν χρόνο μετά με τους The Yardbirds, οι οποίοι το 1964 θα συμμετάσχουν στη χριστουγεννιάτικη συναυλία των Beatles στο Odeon του Χάμερσμιθ στο Δυτικό Λονδίνο. «Για εμάς ήταν τέσσερις μαλάκες, θύματα της ίδιας της επιτυχίας τους», αποκαλύπτει ο Κλάπτον, «εγώ κατάφερα να εξοικειωθώ μόνον με τον Τζορτζ Χάρισον».

Το ιστορικό άλμπουμ των Bluesbrakers. Από αριστερά Τζον Μάγιαλ, Ερικ Κλάπτον, Τζον ΜακΒί, Χιούγκι Φλιντ

Ότι είναι εμπορικό, στον Κλάπτον φαίνεται ανυπόφορο. Όταν το τραγούδι «For Υour Love» των Yardbirds ανεβαίνει στα charts, εκείνος θα επιλέξει να εγκαταλείψει τη μπάντα, αναζητώντας καταφύγιο στους θρυλικούς Bluesbrakers, το γκρουπ του Τζον Μάγιαλ, ενός από τους καλύτερους λευκούς μπλουζίστες όλων των εποχών. Στη Βρετανία επικρατεί ένας πρωτόγνωρος μουσικός οργασμός, το British rock έχει αρχίσει να κατακτά τον κόσμο και ακόμα και οι Αμερικανοί όπως ο Μπομπ Ντίλαν αναγνωρίζουν τις εξαιρετικές προσπάθειες των συναδέλφων τους στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού Ωκεανού.

Στο γκρίζο Λονδίνο των 60’s, ο μύθος του Κλάπτον ήταν από τοίχο σε τοίχο (flickr)

«Ήταν πολύ καλός και χαρισματικός, παρά τον εσωστρεφή χαρακτήρα του», επισημαίνει από την πλευρά του o 84χρονος, σήμερα, Μάγιαλ. «Το κοινό άρχισε να τον θεοποιεί και αυτό τον ενοχλούσε. Έγινε έξαλλος όταν διάβασε σε έναν τοίχο τη φράση ‘Ο Κλάπτον είναι Θεός’» (Clapton is God). Ακόμα και ο ολιγόλογος και συχνά πυκνά πικρόχολος Ρότζερ Γουότερς των Pink Floyd ενθουσιάστηκε τόσο ώστε να δηλώσει πως «ο τρόπος με τον οποίο έπαιζε κιθάρα, άλλαξε τα πάντα. Ήταν ένας επαναστάτης». Τότε είναι που αποκτά το παρατσούκλι «slowhand» («αργοχέρης»), λόγω του αργού φαινομενικά τρόπου που έπαιζε ενώ η κιθάρα έβγαζε… φωτιές.

Ανήσυχος, μοναχικός και μονίμως ανικανοποίητος, φανατικός λάτρης της ινδικής μουσικής, τον Ιούλιο του 1966 ο Κλάπτον θα παρατήσει τα πάντα για ακόμα μια φορά και μαζί με τους Τζίντζερ Μπέικερ (ντραμς)και τον Τζακ Μπρους (μπάσο) θα ιδρύσουν τους Cream, το μουσικό τρίο που επρόκειτο να γράψει ιστορία, καθώς χαρακτηρίστηκε ως η πρώτη «σούπερμπαντα» («supergroup») στην ιστορία της ροκ.

Cream, η πρώτη «σούπερμπαντα». Από δεξιά Ερικ Κλάπτον (κιθάρα), Τζίντζερ Μπέικερ (ντραμς), Τζακ Μπρους (μπάσο)

Ο Τζίμι Χέντριξ που προετοιμαζόταν εκείνη την περίοδο για το ντεμπούτο του στη Βρετανία με τους The Jimi Hendrix Experience και το εξαιρετικό άλμπουμ «Are you Experienced», θα δηλώσει μετά τη συνάντησή του με τον Κλάπτον πως«είμαι ευτυχισμένος, επιτέλους, φίλησα στο στόμα τον πιο όμορφο αδερφό του Λονδίνου». Πέρα από τη μουσική, θα τους ενώσει η ροπή τους προς τις καταχρήσεις, και θα μαζί θα εισέλθουν στον κόσμο της ψυχεδέλειας και των παραισθησιογόνων.

Στα στούντιο της Atlantic στη Νέα Υόρκη, όταν η «βασίλισσα της σόουλ» Αρίθα Φράνκλιν αντικρίσει τον «χίπι» Κλάπτον θα ξεσπάσει σε γέλια. Τη στιγμή, όμως, που τον ακούει να παίζει, αρχίζει να τον ικετεύει για ένα σόλο για το δικό της «Good to Μe Αs I Αm to You». Μετά από μια μοναδική συναυλία στο θρυλικό Fillmore West του Σαν Φρανσίσκο, ο Αχμέτ Ερτεργκιούν, ιδρυτής της Atlantic Records, θα δηλώσει πως «οι Cream είναι ανώτεροι των Beatles και των RollingStones ». O Β.Β. King θα τον ευχαριστήσει δημόσια, αναγνωρίζοντας ότι «πριν από εκείνον η λευκή Αμερική δεν είχε προσέξει ποτέ τα μπλουζ».

Με τον θρύλο των μπλουζ, B.B. King (Larry Busacca/ Getty Images/Ideal Images)

 Αλλά η μουσική, παρότι αποτελεί μια σημαντική διέξοδο, δεν αποτελεί τη λύση στα προβλήματα του Κλάπτον. Παραμελεί τη σύντροφό του Σάρλοτ Μάρτιν, πίνει και μαστουρώνει παρέα με τον Τζορτζ Χάρισον (αλλά συμμετέχει και στο «White Album» των Beatles παίζοντας πρώτη κιθάρα στο «While my guitar gently weeps», σύνθεση του Τζορτζ Χάρισον), συγκρούεται με τον Μπρους και τον Μπέικερ, τα έτερα μέλη των Cream, αγοράζει μια έπαυλη στο Σάρεϊ, και ερωτεύεται την Πάτι Μπόιντ η οποία, ωστόσο, εκείνη τη περίοδο ήταν η σύντροφος του Χάρισον, του καλύτερου φίλου του. «Γνώριζα ότι ήταν λάθος, αλλά η έλξη ήταν μοιραία».

Στην έπαυλή του στο Σάρεϊ (Len Trievnor/ExpressGetty Images/Ideal Images

Εκείνη δείχνει πως ενδιαφέρεται αλλά εξακολουθεί να είναι διστακτική. Ο Κλάπτον κλείνεται στο εαυτό του και πέφτει με τα μούτρα στην κοκαΐνη και δεν σταματά να σκέφτεται τη φορά που συνάντησε ξανά την αδελφή – μητέρα του. Εκείνη επιστρέφει για πρώτη φορά από τον Καναδά στη Βρετανία και εκείνος πηγαίνει μαζί με τη μαμά – γιαγιά του στο λιμάνι για να την υποδεχτούν. Αλλά την βλέπουν να κατεβαίνει από το βαπόρι μαζί με τον σύζυγό της και άλλα δύο παιδιά. Ο Έρικ τρέχει και την αγκαλιάζει και την ρωτά «θέλεις να γίνεις τώρα η μητέρα μου;», αλλά, αδίστακτη εκείνη, απαντά «όχι, καλύτερα να αφήσουμε τα πράγματα όπως είναι».

Με τον μοιραίο έρωτα της ζωής του, Πάτι Μπόιντ, στην πρεμιέρα της ροκ όπερας των Who, «Tommy», τον Μάρτιο του 1975 (Central Press Hulton Archive Getty Images/ Ideal Images)

Ακολουθεί η καταφυγή στην ηρωίνη. Η Πάτι Μπόιντ τον προσεγγίζει αλλά επιλέγει να μείνει με τον Χάρισον. Ο Κλάπτον εκφράζει τον πόνο του μέσω των Blind Faith, μίας ακόμα από τις «σούπερμπαντες» στην ιστορία της ροκ, που ίδρυσε με τον Στιβ Γουίνγουντ το 1969. Την επόμενη χρονιά, με τους Derek and The Dominos αυτήν τη φορά, θα ηχογραφήσει στο Μαϊάμι, όντας σε άθλια κατάσταση, τον περίφημο δίσκο «Layla and Other Assorted Love Songs»O Ντουέιν Ολμαν (των εξίσου πρωτοπόρων The Allman Brothers), που συμμετείχε στην ηχογράφηση παίζοντας slide κιθάρα, σε μία εκρηκτική συνεργασία δύο εκ των καλυτέρων κιθαριστών της ιστορίας της ροκ, θυμάται πως «ήταν για την Πάτι όλη αυτή η απόγνωση που έβγαζε ο Έρικ». To «Layla», ομώνυμο κομμάτι του δίσκου, ήταν μία έκκληση στην Πάτι ώστε να μην μείνει μάταιος ο έρωτας του Ερικ («…and tell me all my love’s in vain» λέει ο σπαρακτικός στίχος). Σημειωτέον ότι το κομμάτι έχει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα riff της ροκ!

Δείτε πιο κάτω -και ακούστε φυσικά- το ιστορικό κομμάτι των Derek and the Dominoes με τις κιθάρες των Ερικ Κλάπτον και Ντουέιν Ολμαν, από το 1970.

Ερμηνεύει, στη συνέχεια, το εκπληκτικό «Little Wing» του Χέντριξ με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο, αλλά δύο εβδομάδες μετά ο φίλος του θα εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο «Έκλαψα όχι γιατί έφυγε αλλά γιατί δεν με πήρε μαζί του», αποκαλύπτει ο Κλάπτον. Από τότε και έπειτα, ηρωίνη, κοκαΐνη, άφθονο αλκοόλ αλλά και μια ένδοξη σειρά από σόλο δίσκους. Όταν τελικά η Πάτι εγκαταλείψει τον Χάρισον για τον Έρικ, εκείνος θα αποτελεί μια αχνή σκιά του παλιού του εαυτού. «Εκείνη την περίοδο ήμουν ένας τοξικομανής. Δεν αυτοκτόνησα μόνο και μόνο γιατί νεκρός δεν θα μπορούσα να πίνω», παραδέχεται.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, περιοδεύοντας στην Ιταλία, θα γνωρίσει στο Μιλάνο την ηθοποιό Λορεντάνα «Λόρι» ντε Σάντο. «Ήμουν τρελός για εκείνη, ήθελα να φτιάξω μια νέα ζωή στην Ιταλία», υποστηρίζει εκείνος. «Ήταν ένας μαλάκας, δεν ήξερε τι έκανε», σχολιάζει η Πάτι Μπόιντ. Και μάλλον έχει δίκιο. Ο Κλάπτον εκείνη την περίοδο ήταν πάλι εξαρτημένος από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Και συνέχισε να είναι έως την ημέρα που ο Κόνορ, ο γιος που απέκτησε με την Λόρι, βρήκε τραγικό θάνατο στην ηλικία των πέντε, μόλις, ετών, πέφτοντας στο κενό από ένα παράθυρο που κάποιος είχε ξεχάσει ανοιχτό στον 53o όροφο ενός ουρανοξύστη στη Νέα Υόρκη.

Δείτε στο βίντεο μία από τις πρώτες εκτελέσεις του «Tears in Heaven:

«Σε εκείνο το σημείο έχασα κάθε πίστη», προσδιορίζει ο κιθαρίστας. Αλλά σταμάτησε να πίνει και ξεκίνησε να παίζει αδιάκοπα, μέρα και νύχτα, με ματωμένα δάχτυλα, έως τη στιγμή που κατάφερε να γράψει το «Tears in Heaven», μια προσευχή για τον Κόνορ. Ακολουθεί η λύτρωση και ο Κλάπτον θα καταφέρει τελικά να σταθεί στα πόδια του. Στο ντοκιμαντέρ, ωστόσο, αυτή η περίοδος παρουσιάζεται μέσα σε λίγα λεπτά. Ενδεχομένως γιατί στην περίπτωση του Mr Slowhand, το αίσιο τέλος θα αποτελούσε μια παραφωνία.