Πέρα από τα καθημερινά προβλήματα που μπορεί να προκαλέσει η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, δημιουργεί και χρόνια θέματα υγείας | Shuttestock
Θέματα

Ενα ποτάκι την ημέρα τον γιατρό τον κάνει πέρα, όμως από μία ηλικία και μετά

Εντυπωσιακά είναι τα ευρήματα νέας έρευνας που έγινε σε 204 χώρες, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το αλκοόλ κάνει κακό στην υγεία σε άτομα κάτω των 40 ετών, ενώ όσο πιο μεγάλος είναι κάποιος, τόσο περισσότερα οφέλη αποκομίζει από τη λογική κατανάλωσή του
Protagon Team

H μεγαλύτερη έρευνα που έγινε ποτέ για τις συνέπειες του αλκοόλ στην ανθρώπινη υγεία, με επικεφαλής την ελληνίδα ερευνήτρια Εμμανουέλα Γακίδου, καταλήγει στο συμπέρασμα πως δεν υπάρχει ασφαλής ποσότητα κατανάλωσης αλκοόλ για άτομα ηλικίας κάτω των 39 ετών. Μετά τα 40, όμως, ένα ποτηράκι την ημέρα, έχει ευεργετικά αποτελέσματα.

«Το μήνυμά μας είναι απλό: οι νέοι δεν πρέπει να πίνουν αλκοόλ, αλλά άτομα από την ηλικία των 40 ετών και πάνω μπορεί να έχουν οφέλη, αν καταναλώνουν μικρές ποσότητες αλκοόλ ακόμα και σε καθημερινή βάση», εξηγεί η δρ Γακίδου, καθηγήτρια Παγκόσμιας Υγείας στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον, στις ΗΠΑ.

Οπως γράφει η βρετανική Telegraph, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, μία μικρή ποσότητα αλκοόλ, όπως ένα ποτήρι κόκκινο κρασί την ημέρα, μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, εγκεφαλικού και διαβήτη.

Μετά τη νέα ανάλυση των δεδομένων από εθελοντές από 204 χώρες, οι ερευνητές της μελέτης Global Burden of Diseases διαπίστωσαν ότι οι νέοι άνθρωποι αντιμετωπίζουν περισσότερους κινδύνους για την υγεία τους από την κατανάλωση αλκοόλ, συγκριτικά με τους μεγαλύτερους σε ηλικία.

Οταν οι ειδικοί γράφουν «μεγαλύτερους», σύμφωνα με την ανάλυση της μελέτης, αναφέρονται σε άτομα υγιή, δίχως υποκείμενα νοσήματα και άνω των 40 ετών.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση The Lancet και είναι η πρώτη φορά που αναλύεται ο κίνδυνος της κατανάλωσης αλκοόλ, ανά γεωγραφική περιοχή, ηλικία και φύλο.

Οι επιστήμονες προτείνουν ότι οι παγκόσμιες κατευθυντήριες οδηγίες για την κατανάλωση αλκοόλ θα πρέπει να βασίζονται στην ηλικία και τη χώρα διαμονής, με πιο αυστηρές οδηγίες για τους άνδρες ηλικίας από 15 έως 39 χρόνων, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο να εκδηλώσουν προβλήματα υγείας από την κατανάλωση αλκοόλ.

Είναι όμως δυνατόν άνθρωποι από 20 έως 40 ετών να σταματήσουν να πίνουν αλκοόλ; «Μολονότι μπορεί να μην είναι ρεαλιστικό να σκεφτόμαστε πως οι νέοι θα σταματήσουν να πίνουν αλκοόλ, είναι σημαντικό να ενημερωθούν για τα πρόσφατα ευρήματα της μελέτης μας, ώστε ο καθένας να έχει στη διάθεση του όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και να παίρνει μια εμπεριστατωμένη απόφαση», τονίζει η κυρία Γακίδου.

Η ασφαλής ποσότητα

Συνολικά 1,34 δισεκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο υπολογίζεται ότι κατανάλωσαν μεγαλύτερες από τις προτεινόμενες ποσότητες αλκοόλ το 2020, σύμφωνα με την ανάλυση των καταναλωτικών συνηθειών σε 204 χώρες. Το 59% ήταν ηλικίας από 15 έως 39 χρόνων.

Η ανάλυση των δεδομένων έδειξε πως όχι απλώς δεν είχαν κανένα όφελος στην υγεία τους, η συνήθειά τους εγκυμονούσε κινδύνους, μεταξύ των οποίων και οι τραυματισμοί που σχετίζονται με την κατανάλωση αλκοόλ, όπως τα τροχαία, αλλά και κίνδυνοι για αυτοκτονίες και δολοφονίες.

Τα 75% των συμμετεχόντων που έκαναν υπερβολική κατανάλωση ήταν άνδρες.

Βάσει προηγούμενων μελετών, οι ερευνητές κατάφεραν να υπολογίσουν πόσο αλκοόλ θα μπορούσε να πιει κάποιος πριν προκύψει σοβαρός κίνδυνος για την υγεία του, συγκριτικά πάντα με κάποιον που δεν πίνει καθόλου.

Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η ποσότητα του αλκοόλ που θα μπορούσε να καταναλωθεί, χωρίς κινδύνους για την υγεία, αυξάνεται όσο περνούν τα χρόνια.

Εγινε ξεκάθαρο ότι για τους άνδρες ηλικίας από 15 έως 39 ετών, η συνιστώμενη ποσότητα αλκοόλ πριν ξεκινήσει να προκαλεί προβλήματα στην υγεία, ήταν μόλις το 0,136% ενός τυπικού ποτού την ημέρα. Για τις γυναίκες της ίδιας ηλικίας, το ελάχιστο επίπεδο έκθεσης σε κίνδυνο ήταν στο ένα τέταρτο ενός τυπικού ποτού την ημέρα, δηλαδή 0,273%.

Οι ειδικοί χαρακτηρίζουν «τυπικό ποτό» είτε ένα ποτήρι (100 ml) κόκκινο κρασί με 13% περιεκτικότητα σε αλκοόλ ή ένα κουτί μπύρας 375ml με 3,5% αλκοόλ.

Για τους άνω των 40 ετών

Για τους άνω των 40 ετών χωρίς υποκείμενα προβλήματα υγείας, η κατανάλωση μικρής ποσότητας αλκοόλ συνδέθηκε με ορισμένα οφέλη για την υγεία, όπως είναι η μείωση του κινδύνου ισχαιμικού επεισοδίου και καρδιαγγειακής νόσου, εγκεφαλικού επεισοδίου και διαβήτη.

Μεταξύ των ατόμων ηλικίας 40 με 64 χρόνων, τα επίπεδα ασφαλούς κατανάλωσης αλκοόλ κυμαίνονταν από περίπου μισό τυπικό ποτό την ημέρα έως και δύο.

Για τα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, ο κίνδυνος βλάβης στην υγεία από την κατανάλωση αλκοόλ ελλοχεύει μετά από την κατανάλωση τριών τυπικών ποτών την ημέρα.

Κατά μέσο όρο, η συνιστώμενη πρόσληψη αλκοόλ για ενήλικες άνω των 40 ετών παρέμεινε χαμηλή, φτάνοντας στο μέγιστο τα 1,87 τυπικά ποτά την ημέρα, καθώς όταν κάποιος πίνει περισσότερο, αυξάνονται οι κίνδυνοι για την υγεία.

Η δρ Εμμανουέλα Γακίδου

Η Εμμανουέλα Γακίδου, με καταγωγή από την Κρήτη, είναι καθηγήτρια Παγκόσμιας Υγείας στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον. Εχει ιδρύσει και διευθύνει δύο παράλληλα προγράμματα στο Ινστιτούτο Υγείας και αξιολόγησης (IHME) του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον και συντονίζει το πρόγραμμα σπουδών μέσω του τμήματος Παγκόσμιας Υγείας.

Η έρευνα της δρ Γακίδου περιλαμβάνει πρωτοπόρα προγράμματα όπως το πρόγραμμα αξιολόγησης της Avahan, το οποίο σχετίζεται με την εξάπλωση του ιού του AIDS στην Ινδία, το πρόγραμμα για την ανάπτυξη του μορφωτικού επιπέδου σε όλες τις χώρες του κόσμου από το 1960 έως και σήμερα, προγράμματα σχετικά με τις μετρήσεις της θνησιμότητας των ενηλίκων σε αναπτυσσόμενες χώρες και τις μετρήσεις της οικονομικής κατάστασης μέσω ερευνών που αφορούν την υγεία.

Η Εμμανουέλα Γακίδου

Η κυρία Γακίδου δεν σπούδασε στην Ελλάδα, ξεκίνησε τις σπουδές της από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Στη συνέχεια πήρε το μεταπτυχιακό της με θέμα τη Διεθνή Οικονομία στον τομέα της Υγείας και το διδακτορικό της στο Health Policy.

Τελειώνοντας τις σπουδές της, εργάστηκε ως οικονομολόγος στον τομέα της υγείας στο Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ).

Ακολούθως, ήταν επιστημονική συνεργάτης στο Harvard Initiative for Global Health και στο Ινστιτούτο Ποσοτικών Κοινωνικών Ερευνών.

Το 2014 η επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον, με επικεφαλής τη δρ Γακίδου, διαπίστωσε ότι το 13% του συνόλου των παχύσαρκων ατόμων διεθνώς, ζει στις ΗΠΑ, και ακολουθούν Κίνα, Ινδία, Ρωσία και Βραζιλία.

«Αντίθετα με άλλους μεγάλους κινδύνους για την παγκόσμια υγεία, όπως το κάπνισμα και η παιδική διατροφή, η παχυσαρκία δεν μειώνεται διεθνώς. Υπάρχουν μερικές ενδείξεις ότι η επιδημία της παχυσαρκίας έχει πια πιάσει ταβάνι σε ορισμένες ανεπτυγμένες χώρες και πλέον σταθεροποιείται. Ο στόχος του ΟΗΕ να σταματήσει η αύξηση της παχυσαρκίας έως το 2025 είναι πολύ φιλόδοξος και είναι απίθανο να επιτευχθεί χωρίς συντονισμένη δράση» εξηγεί η κυρία Γακίδου.

Η έρευνά της τα τελευταία χρόνια επικεντρώνεται στις καθημερινές μας συνήθειες που προκαλούν προβλήματα στην υγεία, και δημιουργούν μεγάλα ζητήματα στα Εθνικά Συστήματα Υγείας, όπως το τσιγάρο και το αλκοόλ.