Είκοσι χρόνια μετά την έναρξη της, οι λόγοι πίσω από την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ παραμένουν αντικείμενο μελέτης | Shutterstock/Stefano Spicca
Θέματα

Είκοσι χρόνια μετά: Γιατί οι Αμερικανοί εισέβαλαν τελικά στο Ιράκ;

Το ερώτημα για τα πραγματικά κίνητρα της επέμβασης, δύο δεκαετίες μετά την έναρξή της, παραμένει επί της ουσίας αναπάντητο. Εγινε για το πετρέλαιο, για γεωπολιτικά κέρδη, για την ανάκτηση της χαμένης εθνικής υπερηφάνειας μετά την 11η Σεπτεμβρίου; Ή, μήπως τελικά, ήταν απλά το αποτέλεσμα κακής επικοινωνίας μεταξύ Ιράκ και ΗΠΑ, παραπέμποντας στις αφορμές έκρηξης του Α' Παγκοσμίου Πολέμου;
Protagon Team

Ηταν Μάρτιος του 2003, όταν οι ΗΠΑ και κάποιοι από τους συμμάχους τους στο NATO ξεκίνησαν την δεύτερη –και, αυτή τη φορά, ολοκληρωτική– εισβολή στο Ιράκ. Η επέμβαση, που ξεκίνησε με αφορμή αστήρικτες όπως προέκυψε κατηγορίες για κατασκευή πυρηνικών όπλων από τον Σαντάμ Χουσεΐν  και συνάντησε τη σθεναρή αντίσταση της συντριπτικής πλειοψηφίας των ευρωπαίων πολιτών και αρκετών αρχηγών κρατών, παραμένει ένα σημείο πολιτικής αντιπαράθεσης εντός και εκτός ΗΠΑ.

Η επιχειρηματολογία του τότε αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Κόλιν Πάουελ, στα Ηνωμένα Εθνη, ήταν από τις πιο διάτρητες στην ως τότε ιστορία του οργανισμού. Η πρόχειρη διεθνής συμμαχία που δημιουργήθηκε άρον άρον για την εισβολή, έδειχνε στημένη στο πόδι. Ο στόχος της επέμβασης αποδείχθηκε ανύπαρκτος, καθώς η χώρα του Κόλπου δεν διέθετε ίχνος Οπλων Μαζικής Καταστροφής (ΟΜΚ). Το κόστος του πολέμου (πάνω από 815 δισ. δολάρια) ήταν αστρονομικό.

Οι 4.600 αμερικανοί στρατιώτες και οι περίπου 300.000 ιρακινοί που έχασαν τη ζωή τους, ήταν ο τραγικός απολογισμός της εισβολής. Ενας καταστροφικός εμφύλιος πόλεμος, η γέννηση ενός ακόμα πιο επικινδύνου κύματος τζιχαντισμού και η αμφισβήτηση της πολιτικής του αμερικανικού παρεμβατισμού, ήταν ανάμεσα στις άμεσες συνέπειές του.

Τα περιβόητα ΟΜΚ του Ιράκ αποδείχθηκαν ανύπαρκτα, ενώ ο ισχυρισμός ότι ο Σαντάμ κρυβόταν πίσω από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 ήταν επιεικώς αβάσιμος, ακόμα και για πρωτοετή φοιτητή διεθνών σχέσεων με ειδίκευση στη Μέση Ανατολή. Το δε αφήγημα των νεοσυντηρητικών επιτελών του Λευκού Οίκου περί εξαγωγής της συμμετοχικής δημοκρατίας στον Κόλπο, ήταν τουλάχιστον αφελές.

Οπότε το ερώτημα για τα πραγματικά κίνητρα της επέμβασης, δύο δεκαετίες μετά την έναρξή της, παραμένει επί της ουσίας αναπάντητο. Εγινε για το πετρέλαιο, για γεωπολιτικά κέρδη, για την ανάκτηση της χαμένης εθνικής υπερηφάνειας μετά την 11η Σεπτεμβρίου; Ή, μήπως τελικά, ήταν απλά το αποτέλεσμα κακής επικοινωνίας μεταξύ Ιράκ και ΗΠΑ, παραπέμποντας στις αφορμές έκρηξης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου;

Λέξεις, κατηγορίες, ερμηνείες, θεωρίες συνωμοσίας: η κληρονομιά του πολέμου στο Ιράκ μετά από 20 χρόνια (Shutterstock/kentoh)

«Θα πάω στον τάφο μου χωρίς να γνωρίζω τα πραγματικά αίτια. Ειλικρινά δεν μπορώ να απαντήσω», είχε πει ο Ρίτσαρντ Χάας, ανώτερος αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ την εποχή της εισβολής, το 2004, όταν ρωτήθηκε γιατί συνέβη. Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχει κάποιο κομμάτι του παζλ που λείπει ακόμα, ή κάποιο κρατικό μυστικό. Το αντίθετο – προϊόντος του χρόνου, οι δημοσιογραφικές έρευνες και οι εμπιστευτικές μαρτυρίες εξερεύνησαν σχεδόν κάθε πτυχή της εισβολής.

Η πρόκληση, πλέον, είναι να εντοπιστούν τα πραγματικά αίτια της εισβολής και αν ο σχεδιασμός της έγινε με βάση τις υπάρχουσες συγκυρίες της εποχής, ή αν αυτή ήταν προσχεδιασμένη πολλά χρόνια νωρίτερα, όπως ισχυρίζονται κάποιοι ιστορικοί. Με άλλα λόγια, αν η επέμβαση είχε στρατηγικά, ιδεολογικά, ή ακόμα και γραφειοκρατικά κίνητρα.

Η αλήθεια είναι ότι ο κόσμος μπορεί να μην πάρει ποτέ μια οριστική απάντηση. Τα αίτια του Α’  Παγκοσμίου Πολέμου παραμένουν συζητήσιμα πάνω από έναν αιώνα αργότερα – το ίδιο και εκείνα των αμερικανικών επεμβάσεων στο Βιετνάμ και στην Κορέα πριν από 60 χρόνια.

Γεγονός που κρύβει μια δυσάρεστη αλήθεια: Οι αποφάσεις που αλλάζουν την ιστορία, λαμβάνονται συχνά μέσω διαδικασιών και συλλογισμών τόσο περίπλοκων, που ακόμη και οι εμπλεκόμενοι μπορεί να μην γνωρίζουν ακριβώς πώς και γιατί συνέβησαν. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους και μια ολόκληρη χώρα βυθίζεται στη βία, χωρίς κανείς να μπορεί να βρει τον ακριβή λόγο.

Ωστόσο, τα τελευταία 20 χρόνια μας έχουν φέρει πιο κοντά, αν όχι σε μια απλή απάντηση, τουλάχιστον σε ένα σύνολο αλληλοκαλυπτόμενων θεωριών. Και αυτή η έρευνα πραγματοποιείται συχνά με το βλέμμα στο μέλλον, όσο και στο παρελθόν, αποκαλύπτουν σε ανάλυσή τους οι New York Times.

Μια ημέρα ντροπής: Ο αξιοσέβαστος Κόλιν Πάουελ, τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, βρέθηκε στη δύσκολη θέση να «επιχειρηματολογήσει» στον ΟΗΕ υπέρ της εισβολής για την αποτροπή του ανύπαρκτου πυρηνικού οπλοστασίου του Ιράκ (Getty Images/Stephen Chernin/Stringer)

Ένα ερώτημα έχει γίνει αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής: Πίστευε ειλικρινά η αμερικανική κυβέρνηση το σκεπτικό που πρόβαλε για τον πόλεμο, ή τον σχεδίασε ως πρόσχημα; Εμπιστευτικές πληροφορίες παρουσιάζουν με συνέπεια την κυβέρνηση Μπους να υποβαθμίζει, ή να απορρίπτει βουνό πληροφοριών που έρχονταν σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της, και να επιλέγει με χειρουργική ακρίβεια συγκεκριμένα περιστασιακά στοιχεία που στήριζαν τις θεωρίες της.

Αυτό ξεκίνησε λίγες μόνον ώρες μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, με τον Πολ Γούλφοβιτς, αναπληρωτή υπουργό Άμυνας, να πιέζει τους υφισταμένους του για αποδείξεις υπέρ της υποψίας του ότι ο Σαντάμ είχε ανάμειξη σε αυτές. Τέσσερις ημέρες αργότερα, σε μια συνάντηση στο Καμπ Ντέιβιντ, ο Γούλφοβιτς και άλλοι υποστήριξαν ότι ο ιρακινός δικτάτορας ήταν πιθανώς υπεύθυνος για την τρομοκρατική επίθεση, προτρέποντας τον πρόεδρο Μπους να εξετάσει το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν τα στοιχεία αποδείχθηκαν ανύπαρκτα, η κυβέρνηση δεν επιβράδυνε την προσπάθειά της – αντιθέτως άλλαξε το σκεπτικό της. Αξιωματούχοι ισχυρίστηκαν ότι ο Σαντάμ διέθετε, ή θα κατείχε σύντομα, πυρηνικά, χημικά και βιολογικά όπλα, που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει εναντίον των ΗΠΑ. Αυτοί οι ισχυρισμοί μεταφέρθηκαν και ενισχύθηκαν από τα μεγάλα πανεθνικά δίκτυα ενημέρωσης της Αμερικής.

Μια κρίσιμη μάζα ανώτερων κυβερνητικών αξιωματούχων ήρθαν στο τραπέζι θέλοντας να ανατρέψουν τον Σαντάμ, ο καθένας  για τους δικούς του λόγους. Μετά συνομίλησαν για να δομήσουν την πιο άμεσα διαθέσιμη δικαιολογία. «Η αλήθεια», είπε ο Γούλφοβιτς στο Vanity Fair το 2003, «είναι ότι για λόγους που έχουν να κάνουν με τη γραφειοκρατία της κυβέρνησης, καταλήξαμε στο ένα θέμα στο οποίο μπορούσαν να συμφωνήσουν όλοι – τα όπλα μαζικής καταστροφής».

Οι ισχυρισμοί για ΟΜΚ, από αυτή την άποψη, αντικατοπτρίζουν κάτι αναμφισβήτητα πιο ολέθριο από έναν λάθος υπολογισμό, ή ένα ψέμα: μια υπόθεση που δεν μπήκε ουσιαστικά σε διαδικασία δοκιμασίας, επειδή πάρα πολλοί ανώτεροι αξιωματούχοι ήθελαν να είναι αλήθεια. Σε αυτό το πλαίσιο, η κίνηση για την εισβολή φαίνεται να ήταν μια συσσώρευση μεμονωμένων προκαταλήψεων και θεσμικών καταστροφών, που σύντομα απέκτησε αυτόνομη δυναμική.

Ωστόσο, αυτό δεν εξηγεί γιατί όλοι αυτοί οι αξιωματούχοι συμμάχησαν ξαφνικά για να ανατρέψουν τον Σαντάμ. Μια θεωρία είναι αυτή της αυτοδύναμης σύγκρουσης, στην οποία δύο αντίπαλοι οδηγούνται μέσα από διαδοχικές επικοινωνιακές μπλόφες. Ο Σαντάμ προσπαθούσε να δείξει την αποφασιστικότητά του προωθώντας ψευδείς πληροφορίες περί «πυρηνικού οπλοστασίου» του και οι ΗΠΑ ακολούθως επέλεξαν να τον τιμωρήσουν για αυτό.

Κοντολίζα Ράις, Ντικ Τσένι, Ντόναλντ Ράμσφελντ: Τρία μέλη της ομάδας των «νεοσυντηρητικών» στο υπουργικό συμβούλιο της πρώτης κυβέρνησης Μπους (Pool Interagences/Gamma-Rapho/Getty Images)

Ωστόσο, η κλιμακούμενη κακή επικοινωνία δεν επαρκεί για να εξηγήσει την τελική φάση, όπου από τη μία η Βαγδάτη επέτρεψε στους επιθεωρητές ΟΜΚ πλήρη πρόσβαση στα πυρηνικά της εργοστάσια, ενώ από την άλλη η Ουάσιγκτον επέμενε στην ειλικρίνεια των απειλών που το Ιράκ αντιπροσώπευε.

Κάποιοι προβάλλουν τη θεωρία ότι μετά την 11η Σεπτεμβρίου, «οι Ηνωμένες Πολιτείες ένιωσαν την ανάγκη να ανακτήσουν την κυριαρχία τους και να καθιερωθούν ως μια επιθετική παγκόσμια δύναμη», όπως γράφει ο μελετητής Ασάν Μπατ. Αυτό έχει τις ρίζες του στην εκτίμηση ότι η μεγαλύτερη πηγή δύναμης της Αμερικής είναι η παγκόσμια αντίληψη πως η χώρα δεν αφήνει αναπάντητες τις προκλήσεις εναντίον της.

Οι μελετητές τώρα αμφιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό για μια άλλη, κάποτε επικρατούσα θεωρία: ότι η Ουάσιγκτον εισέβαλε για να ελέγξει τους τεράστιους πετρελαϊκούς πόρους του Ιράκ. Μια μελέτη σε έκταση βιβλίου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ενώ το πετρέλαιο του Ιράκ αύξησε τη σημασία του πολέμου για την Ουάσιγκτον, η εισβολή «δεν ήταν ένας κλασικός πόλεμος πόρων, με την έννοια ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν άρπαξαν τα αποθέματα πετρελαίου για κέρδος και έλεγχο».

Υπάρχει αυξανόμενη εστίαση σε μια δεύτερη σχολή σκέψης σχετικά με τους λόγους που οδήγησαν τους αμερικανούς πολιτικούς στην επέμβαση. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ένας μικρός κύκλος πολιτικών και ακαδημαϊκών που αυτοαποκαλούνταν «νεοσυντηρητικοί», υποστήριξαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντί να αποχωρήσουν στρατιωτικά διεθνώς, θα έπρεπε να ασκήσουν την πλέον αδιαμφισβήτητη υπεροχή τους για να επιβάλουν μια εποχή «καλοπροαίρετης παγκόσμιας ηγεμονίας».

Μετά από χρόνια ως διανοούμενοι «αντιφρονούντες» μέσα στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, οι νεοσυντηρητικοί αναδείχθηκαν ξαφνικά σε ένα  συμβούλιο πολιτικής επιρροής το 1998. Ο Νιουτ Γκίνγκριτς, τότε πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, στράφηκε σε αυτούς μετά τις εκλογικές ήττες του κόμματος το 1996, πιστεύοντας ότι οι νέες ιδέες τους θα προσέλκυαν ψηφοφόρους.

Μεταξύ των μελών αυτής της ομάδας ήταν ο Γούλφοβιτς, ο Ντικ Τσένι, ο Ντόναλντ Ράμσφελντ και η Κοντολίζα Ράις, που έμελλε να γίνουν υφυπουργός Αμυνας, αντιπρόεδρος, υπουργός Άμυνας και υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Μπους του 2001 αντίστοιχα.

Ελάχιστοι είναι οι μελετητές που υποστηρίζουν ότι η ομάδα του Μπους ανέλαβε τα καθήκοντά της σχεδιάζοντας να εισβάλει στο Ιράκ και στη συνέχεια χρησιμοποίησε την 11η Σεπτεμβρίου ως δικαιολογία. Η πιθανότερη εκδοχή είναι ότι υπό το σοκ της επίθεσης, πολλοί αξιωματούχοι, επιχειρώντας να βρουν μια εξήγηση, αποδέχθηκαν την επιβεβαίωση της νεοσυντηρητικής γεωπολιτικής άποψης, ως κυρίαρχη ερμηνεία.

Ωστόσο, όλες οι ανταγωνιστικές θεωρίες ερμηνείες του πολέμου, τείνουν να μοιράζονται μια κοινή βάση: ότι ένας συνδυασμός ιδεοληψιών, ψυχολογικών προκαταλήψεων, κατεστραμμένων διαδικασιών και λανθασμένης ευθυγράμμισης διπλωματικών σημάτων, οδήγησε σε μια εισβολή που ελάχιστα εξυπηρετούσε τους στόχους τους οποίους οι αρχιτέκτονες της πίστευαν ότι προωθούσαν.

Και αυτό μπορεί να μην είναι τόσο ασυνήθιστο. Ένα χρόνο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι αναλυτές εξακολουθούν να προσπαθούν να μπουν στο μυαλό του προέδρου Πούτιν για να καταλάβουν γιατί την έκανε, ώστε να βρουν έναν τρόπο να τον αναγκάσουν να κάνει πίσω.