Θέματα

50.000 για μια «Τελευταία Μπλόφα»

Είναι δύσκολο να ερμηνεύσει κανείς την επιτυχία του βιβλίου της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού. Τι εξηγεί ότι, δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του, έχει πουλήσει αντίτυπα-ρεκόρ για το είδος του; Το Protagon συνομίλησε με τις δύο δημοσιογράφους που έζησαν από κοντά τα πρόσωπα της εθνικής περιπέτειας του 2015
Ελευθερία Κόλλια

Υψηλές πωλήσεις κάνουν συνήθως βιβλία λογοτεχνικά. Η μυθοπλασία δηλαδή, και δη η «ρομαντική», που κυριαρχείται από τα βάσανα και τους πόνους πλασμάτων, κυρίως γυναικών, από επίσης γυναίκες συγγραφείς-μπεστ-σελερίστριες. Από κείνες που και χαρτοπετσέτα να υπογράψουν, θα γίνει ανάρπαστη. 

Η επιτυχία του βιβλίου της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού «Η τελευταία μπλόφα» (Εκδόσεις Παπαδόπουλος) απέδειξε  ότι ο κόσμος ενδιαφέρεται εξίσου για τους πόνους και τα βάσανα μιας ολόκληρης χώρας. Για την Ελλάδα του 2015, τις σφοδρές συγκρούσεις, τις επικίνδυνες ταλαντώσεις ώστε να ξαναβρεθεί ένα σημείο ισορροπίας, το διαβόητο Plan B. Οι εκδοτικοί οίκοι το γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα: οτιδήποτε στην κατηγορία non fiction ξεπερνά τα 3.000 αντίτυπα θεωρείται επιτυχία. Τουτέστιν, 50.000 πωλήσεις για ένα τέτοιο βιβλίο είναι κατόρθωμα. 

Το Protagon συνομίλησε με τις δημοσιογράφους-συγγραφείς του που έζησαν από κοντά τη Μέρκελ, τον Τσίπρα και τον Βαρουφάκη, τον Ντάισεμπλουμ και τον Βίζερ, τα πρόσωπα που καθόριζαν την περίοδο εκείνη τις εξελίξεις, παρακολουθώντας λεπτό προς λεπτό το θρίλερ των διαπραγματεύσεων. Είναι δύσκολο να ερμηνεύσει κανείς την επιτυχία τους, είναι όμως κι ενδιαφέρον. 

«Οταν τον Ιανουάριο του 2014 πήρα τη δημοσιογραφική σκυτάλη στις Βρυξέλλες, για την Καθημερινή και τον ΣΚΑΪ, συνάδελφοι με καθησύχαζαν ότι είχα να “αντιμετωπίσω” μόνο τη διευθέτηση του χρέους», εξομολογείται η Ελένη Βαρβιτσιώτη. «Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου ξέσπασε όμως καταιγίδα… Η αναγγελία του δημοψηφίσματος στην Ελλάδα Παρασκευή βράδυ είχε καταστήσει για πολλούς ευρωπαίους αξιωματούχους αβέβαιο το μέλλον της χώρας, η ένταση ήταν τεράστια. Η πιο δραματική μέρα ήταν η αμέσως επόμενη, όταν στη συνεδρίαση του Eurogroup, ο Γιάνης Βαρουφάκης εισέπραξε “όχι” στην πρόταση επέκτασης του προγράμματος. Συζητούσαν πια πώς θα θωρακίσουν, χωρίς την Ελλάδα, την Ευρωζώνη. Εκείνο το απόγευμα, πήραμε την απόφαση, από κοινού με τη Βικτώρια, να καταγράψουμε ό,τι ζούσαμε: ανήκε στην Ιστορία, τη δική μας, την ευρωπαϊκή. Και ασφαλώς το βιβλίο γράφτηκε με τη σκέψη μας και στους έλληνες πολιτικούς, αλλά και τους έλληνες ψηφοφόρους. Με τρόπο μυθιστορηματικό, απλό, έτσι ώστε να απευθύνεται σε όλους. Με έμφαση στα πρόσωπα, στην ανθρώπινη διάσταση». 

Η Ελένη Βαρβιτσιώτη και η Βικτωρία Δενδρινού μαζί με συναδέλφους δημοσιογράφους στις Βρυξέλλες (Twitter)

«Θέλαμε να αισθανθούν οι αναγνώστες ότι ήταν κάπου εκεί, ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, σαν να άκουγαν με ένα μαγικό τρόπο τι λεγόταν», επισημαίνει η Βικτώρια Δενδρινού, που ήταν στη βελγική πρωτεύουσα για λογαριασμό του πρακτορείου Bloomberg. «Εμείς συναναστρεφόμασταν τα πρόσωπα που έπαιζαν ρόλο, γνωρίζαμε τα προσωπικά χαρακτηριστικά τους, τα καθοριστικά για τις αποφάσεις τους, ο κόσμος όχι. Κι αυτό λειτούργησε κατά κάποιο τρόπο ως κατευθυντήριος στη συγγραφή. Η ανάδειξη του προσωπικού και διαπροσωπικού στοιχείου ήταν –εκτιμώ– πολύ κρίσιμη για την αποδοχή του βιβλίου». 

Συγγραφείς κι εχθροί

Πολύπειρος εκδότης, με βαθιά γνώση στα της πολιτικής, ρωτούσε κάποτε μια επίδοξη συγγραφέα: «Εσύ δεν έχεις εχθρούς. Γιατί θέλεις να κάνεις;». Η ερώτηση ήλθε αυτόματα στα χείλη. Πόσους εχθρούς μετρούν πια οι συγγραφείς της «Τελευταίας μπλόφας»;

«Κανέναν!» (ελπίζουν). Κι οι δυο, με μια φωνή, απάντησαν. «Δεν λέμε την άποψή μας, αποτελεί δουλειά δημοσιογραφική το βιβλίο. Με περισσότερες από 230 ώρες off the record συνεντεύξεων, απέναντι σε 95 πρωταγωνιστές της εποχής. Συνομιλήσαμε με όλες τις πλευρές, δεν αφήσαμε κανέναν απ’ έξω. Και, σημειωτέον, δεν είχαμε καμία διάψευση. Ολες οι πληροφορίες που δημοσιεύονται είναι καλά διασταυρωμένες, από τουλάχιστον δυο πλευρές». 

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Η τελευταία μπλόφα»

Οι δυο τους εξηγούν ότι, καρέ καρέ, η ιστορία είχε καταγραφεί τόσο από τα ελληνικά, όσο και από τα ευρωπαϊκά Μέσα Ενημέρωσης. Πρώτη φορά, όμως, παρουσιάζονται όλα μαζί, ως μια συνεκτική ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος. Μια ιστορία, που –όπως έγραψε ο  Πίτερ Σπίγκελ στους Financial Times– «διαβάζεται σαν θρίλερ».  

Για την Ελένη Βαρβιτσιώτη, το βιβλίο έρχεται να κλείσει το κεφάλαιο της εξαετούς παραμονής της στις Βρυξέλλες, το επιστέγασμα μιας σημαντικής εμπειρίας ζωής. Για τη Βικτώρια Δενδρινού, συνιστά μια ενδιαφέρουσα ιστορία που θα την έλεγε όποτε και να τη συναντούσε, πέντε χρόνια νωρίτερα, δέκα χρόνια μετά. Είχε την τύχη να βρεθεί στην καρδιά των γεγονότων. 

Το παρασκήνιο πίσω από τον τίτλο δεν έχει σασπένς. «Η τελευταία μπλόφα» δεν είναι καρπός έμπνευσης κάποιου ευφάνταστου συμβουλάτορα. Είναι ο αρχικός τίτλος εργασίας τους, η ετικέτα υπό την οποία σταχυολόγησαν, έγραψαν, συνέθεσαν το υλικό τους. Κι επειδή ποτέ δεν βρέθηκε κάτι καλύτερο, κάτι πιο αντιπροσωπευτικό, τον κράτησαν, να φιγουράρει με κίτρινα γράμματα σε μπλε φόντο σε δεκάδες χιλιάδες γραφεία, σπίτια, βιβλιοθήκες γενικώς.  

Σε κάθε περίπτωση, το εντυπωσιακό με τις Βαρβιτσιώτη – Δενδρινού είναι το μικρό καλάθι που κρατούσαν όταν έγραφαν το θρίλερ. Οι μικρές προσδοκίες τους. 

«Ανησυχούσαμε κυρίως για το πόση (ακόμη) δουλειά μας περίμενε, σε μια περίοδο έντονης κούρασης. Το κάναμε κυρίως γιατί θέλαμε να υπάρχει μια καταγραφή των γεγονότων», λέει η κυρία Δενδρινού. «Δεν θα μπορούσα να το γράψω μόνη μου», τονίζει η κυρία Βαρβιτσιώτη, θίγοντας την εσωτερική αγωνία κάθε συγγραφέα να ‘ναι καλό το πόνημά του. «Τρία χρόνια, συζητούσαμε μόνο γι’ αυτό. Συνεχώς με έναν αστερίσκο στο μυαλό μας: η χώρα είχε ήδη αλλάξει σελίδα και ίσως δεν υπήρχε σημαντικό ενδιαφέρον για ένα τέτοιο υλικό». 

Τόσα χρόνια μετά, η βεντάλια των ενδιαφερόντων τους έχει ανοίξει. Και ομολογούν ότι διαβάζουν τα… πάντα. Το «Untamed» – «Αδάμαστη», της ακτιβίστριας – συγγραφέως Γκλένον Ντόιλ, στο κομοδίνο της Ελένης Βαρβιτσιώτη. Η βιογραφία του διάσημου τενίστα Αντρέ Αγκάσι, πλάι στο μαξιλάρι της Βικτώριας Δενδρινού. Η βιβλιοφιλική περιέργεια συνοδεύει κατά κανόνα τις συγγραφικές δάφνες.