Με λίγα βραστά κολοκυθάκια στο πλάι είναι το τέλειο ελαφρύ γεύμα | Κική Τριανταφύλλη
Κουζίνα

Ιστορίες για κεφτέδες, από το τηγάνι στον φούρνο

Η γιαγιά μου τους τηγάνιζε σε ένα μαύρο, βαρύ κι ασήκωτο τηγάνι, μετά έριχνε αλεύρι στο τηγανόλαδο και έκανε μια σάλτσα κουρκούτι για όσους θα περίσσευαν. Αλλαξαν όμως οι καιροί. Τώρα τους ψήνουμε στον φούρνο και γίνονται πιο ελαφριοί
Bostanistas

Τις Κυριακές, η γιαγιά μου μάς έφτιαχνε κεφτέδες. Όταν ζούσε ο παππούς πήγαινε εκείνος και αγόραζε το κρέας, μετά το ψιλόκοβε μόνος του στο σπίτι, είχε ένα μπαλταδάκι κατάλληλο για τη δουλειά, που όσο κράταγε εμείς τρέχαμε αλλού, γιατί γενικά το θέαμα, που προσφερόταν εκείνα τα χρόνια στην κουζίνα του χωριού, ήταν δύσκολο ακόμα και για κάτι «άδολες παιδικές ψυχούλες», που μπορεί να μοιρολογούσαν τα μεσημέρια απέναντι από το σφαγείο όταν έφτανε ο Πριόβολος με το κοπάδι για σφάξιμο, αλλά δεν δίσταζαν να κάνουν χειρουργικές επεμβάσεις σε βατράχια χωρίς αναισθητικό (όχι εγώ κάτι ξαδέλφια μου, εγώ μόνο μοιρολογίστρα και παρατηρήτρια).

Οταν πέθανε ο παππούς, όμως, ήταν η σειρά μου να πηγαίνω για ψώνια, γιατί ήμουν το μεγαλύτερο εγγόνι («όπως θα γυρίζεις πάρε και μια δραχμή καραμπογιά από τον τσαγκάρη για τις ορτανσίες», μου παράγγελνε η γιαγιά. Η μπογιά του τσαγκάρη ήταν το μυστικό της όπλο για να δίνει έντονο ροζ χρώμα στα αγαπημένα της λουλούδια).

Οσο ετοιμαζόταν η παραγγελία, ο Πριοβολογιώργος, ο χασάπης του χωριού μας, που ήταν ανιψιός της και ήξερε ακριβώς τι ήθελε η γιαγιά μου, εγώ περίμενα απέξω στο σκαλοπάτι του μαγαζιού μισολιπόθυμη από τον φόβο μου γιατί με περιτριγύριζαν και με μύριζαν τα σκυλιά, με τα οποία τότε δεν είχαμε καθόλου καλές σχέσεις. Περίμενα να βγει ο θείος με το πακέτο να πει «τους χαιρετισμούς μου στη θειά» -ίσα που το άκουγα- και να κρατήσει τα σκυλιά για να φύγω τρέχοντας. Την καραμπογιά, έτσι κι αλλιώς, την είχα αγοράσει στον ερχομό και την κρατούσα σφιχτά στο χέρι μου.

Δε θα το ξεχάσω ποτέ εκείνο το φαγητό, όπως και κανένα από όσα μας ετοίμαζε η γιαγιά μου, που μπορεί να μην ήταν καθόλου τρυφερή αλλά ήταν καταπληκτική μαγείρισσα και είχε άλλους τρόπους να μας δείχνει την αγάπη της, χωρίς χάδια και φιλιά. Τώρα που το σκέφτομαι θα ήταν η τέλεια γιαγιά για την εποχή του κορονοϊού.

Τέλος πάντων οι κεφτέδες της γιαγιάς Κωστάντως ήταν τεράστιοι, η μερίδα μου ήταν δύο στο πιάτο. Εφτιαχνε μπόλικους σε ένα μεγάλο και ασήκωτο μαύρο τηγάνι από μαντέμι. Το μεσημέρι τους τρώγαμε με μια σαλάτα με ντομάτες από τον κήπο της, που πιο μυρωδάτες δεν έφαγα ποτέ ξανά. Τους υπόλοιπους τους φύλαγε στο φανάρι για την επομένη.

Τους έριχνε στο τηγάνι με κουρκούτι να πάρουν μια βράση, δηλαδή έριχνε λίγο αλεύρι στο τηγανόλαδο και το καβούρδιζε πρόσθετε νερό και αλατοπίπερο και έκανε μια παχύρρευστη καφετιά σάλτσα. Για αλλαγή μπορεί να έριχνε και μια κουταλιά ντοματομπελτέ από τον δικό της, που σήμερα βρίσκω τη γεύση του στον μηλέικο μπελτέ που μου στέλνει ο φίλος μου ο Παπικινός από τη Μήλο και με κάθε κουταλιά συγκινούμαι.

Τηγάνι φυσικά δεν χρησιμοποιώ. Τους κεφτέδες τους ψήνω στο φούρνο σε λαδόχαρτο όπως και τις πατάτες και γίνονται τέλειοι. Κι ας μη γίνονται τόσο θανατηφόρα νόστιμοι όσο οι κεφτέδες της γιαγιάς.

Η συνταγή, λοιπόν, είναι της δικής μου γιαγιάς αλλά έβαλα και το μυστικό της γιαγιάς της Μαριλούς Παντάκη, της Madame Ginger ντε, που μαγειρεύει υπέροχα: για να γίνουν πραγματικά αφράτοι χωρίζουμε ασπράδι από κρόκο, χτυπάμε το ασπράδι μαρέγκα και την προσθέτουμε στο μείγμα στο τέλος, αφού έχουν μπει όλα τα υπόλοιπα υλικά. Κάντε το, έγιναν πράγματι πιο αφράτοι από ποτέ!

Δείτε τη συνταγή εδώ