774
Τα σχολεία στη Βρετανία άνοιξαν και πάλι τη Δευτέρα ύστερα από πολύ καιρό | REUTERS /Toby Melville

Τώρα ανακαλύπτουν και οι Βρετανοί τον κορονοϊό στα λύματα

Τα σχολεία στη Βρετανία άνοιξαν και πάλι τη Δευτέρα ύστερα από πολύ καιρό
|REUTERS /Toby Melville

Τώρα ανακαλύπτουν και οι Βρετανοί τον κορονοϊό στα λύματα

Πιλοτική ανάλυση που έγινε σε λύματα σχολείων στη Βρετανία δείχνει ότι ίσως θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για αύξηση των κρουσμάτων του κορονοϊού, γράφει ο Guardian.

Η βρετανική έρευνα έγινε σε 105 σχολεία της χώρας και όπως φάνηκε ο κορονοϊός ήταν παρών στα λύματα του 80% των 16 εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που είχαν μελετηθεί από τις 3 μέχρι και τις 19 Νοεμβρίου. Λίγες ημέρες αργότερα, η αύξηση του επιδημιολογικού φορτίου στις συγκεκριμένες περιοχές επιβεβαιώθηκε μέσω των τεστ και στον πληθυσμό.

Η μελέτη υποεκτιμήθηκε καθώς οι ειδικοί δεν γνώριζαν με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να την κοινοποιήσουν στους αρμόδιους της Δημόσιας Υγείας.

Ωστόσο, ακόμη και σήμερα, οι βρετανοί ειδικοί δεν έχουν καταλάβει πόσο χρήσιμο εργαλείο πρόβλεψης για την επιδημιολογική εικόνα μιας περιοχής είναι τα λύματα, ως προγνωστικός δείκτης για την αύξηση της μετάδοσης στον πληθυσμό.

«Τα τεστ που γίνονται δεν μπορούν να μας δείξουν το ποσοστό του πληθυσμού που έχει προσβληθεί από κορονοϊό. Μας δίνουν δεδομένα μόνο για όσους έχουν υποβληθεί σε τεστ», εξηγεί η πρόεδρος της Σχολής Δημόσιας Υγείας της Βρετανίας, Μάγκι Ρέι. «Τα λύματα όμως θα μπορούσαν να μας δώσουν μία πολύ καλή αίσθηση για τη συνολική εικόνα των λοιμώξεων», συμπληρώνει η ίδια.

Πολύ μπροστά η Ελλάδα

Και ενώ στη Βρετανία μόλις πρόσφατα η Εθνική Στατιστική Αρχή της χώρας δημοσίευσε την πρώτη μελέτη που έγινε απλώς για τη μέτρηση του ιικού φορτίου στα σχολεία, στη χώρα μας οι αναλύσεις λυμάτων πλέον έχουν γίνει επίσημα αποδεκτές από την Επιτροπή Επιδημιολόγων. Μάλιστα, εδώ και περίπου ένα μήνα συμπεριλαμβάνονται, όποτε κρίνεται απαραίτητο, και στην ημερήσια έκθεση επιτήρησης του κορονοϊού που εκδίδει ο ΕΟΔΥ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στις αναλύσεις των λυμάτων που είχε κάνει ο καθηγητής Δημoσθένης Σαρηγιάννης από το εργαστήριο Περιβαλλοντικής Μηχανικής του Τμήματος Χημικών Μηχανικών (EnVeLab) του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, στις 22 Οκτωβρίου (εδώ), είχε βασιστεί και η πρόβλεψη για τη δραματική κατάσταση που θα εξελισσόταν πριν από μερικούς μήνες στη Θεσσαλονίκη.

Τότε, είχε παρατηρηθεί αύξηση 500% της συγκέντρωσης του ιικού φορτίου του κορονοϊού στα λύματα της πόλης (εδώ) και περίπου 15 ημέρες αργότερα η συμπρωτεύουσα βρέθηκε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, με πολύ αυστηρό lockdown και γεμάτα νοσοκομεία.

Επιπλέον, η επιστημονική ομάδα HERACLES για το Εκθεσίωμα και την Ανθρώπινη Υγεία του Κέντρου Διεπιστημονικής Ερευνας και Καινοτομίας (ΚΕΔΕΚ) από το ΑΠΘ, είχε κάνει και άλλες, εξαιρετικά ακριβείς, όπως αποδείχθηκαν, προβλέψεις, οι οποίες δεν βασίζονταν στα λύματα, αλλά σε άλλους παράγοντες.

Στις 4 Αυγούστου ο Δημοσθένης Σαρηγιάννης είχε προβλέψει ότι τον Σεπτέμβριο θα έχουμε 11.500 κρούσματα και 260 νεκρούς (εδώ).

Μάλιστα, η μελέτη του είχε αμφισβητηθεί από πολλούς επιδημιολόγους και είχε θεωρηθεί υπερβολική, καθώς μέχρι εκείνη την ημέρα είχαν καταγραφεί συνολικά στη χώρα μας 4.858 κρούσματα και 209 νεκροί και η μελέτη έκανε πρόβλεψη για υπερδιπλασιασμό μέσα σε έναν μήνα.

Ωστόσο, ακριβώς έναν μήνα αργότερα, στις 4 Σεπτεμβρίου, τα κρούσματα είχαν φτάσει τα 11.524 και οι νεκροί τους 280, επιβεβαιώνοντας με αρκετά μεγάλη ακρίβεια τους υπολογισμούς της ομάδας HERACLES.

Σε έτερη πρόβλεψη, η ίδια ομάδα στις 27 Αυγούστου είχε προβλέψει 2.000 κρούσματα την ημέρα τον Δεκέμβριο (εδώ). Ο αριθμός των κρουσμάτων που είχε καταγραφεί την 1 Δεκεμβρίου ήταν 2.199 και ήταν επίσης κάτι που κανείς δεν θα μπορούσε ή δεν θα ήθελε να φανταστεί εκείνη την ημέρα.

Η μελέτη για τα σχολεία

Αναφορικά με τα σχολεία, τα στοχαστικά μοντέλα που επεξεργάζεται η ομάδα του Εργαστηρίου Περιβαλλοντικής Μηχανικής, με επικεφαλής τον Δημοσθένη Σαρηγιάννη, έχουν δείξει ότι στις τάξεις  με 25 μαθητές, ο δείκτης βασικών επαφών, που αποτελεί μία από τις συνιστώσες του βασικού αριθμού αναπαραγωγής (δείκτης μετάδοσης του κορονοϊού), αυξάνεται κατά 50%, σε σχέση με τάξεις 15 μαθητών, ενώ σε τάξεις με 22 μαθητές, ο δείκτης μετάδοσης περιορίζεται στο 20%.

Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα της μελέτης, σε σύγκριση με μία τάξη των 15 μαθητών, που σύμφωνα με τους συγκεκριμένους ειδικούς είναι το προτιμότερο όριο για την τήρηση της κοινωνικής απόστασης, η τάξη των 22 παιδιών (50% περισσότερα παιδιά) θα παρουσιάσει αύξηση των βασικών επαφών (ενός από τους δείκτες που προβλέπουν τη μετάδοση) κατά 20%, ενώ σε μια τάξη με 25 μαθητές (67% περισσότερα παιδιά) ο δείκτης αυτός εμφανίζει αύξηση ακόμη μεγαλύτερη, που φτάνει στο 50%.

Επίσης, μικρότερη πιθανότητα μετάδοσης σε επίπεδο κοινότητας εκτιμάται όταν τα αδέλφια βρίσκονται στην ίδια σχολική αίθουσα.

Οπως εξηγεί ο κ. Σαρηγιάννης, τα μοντέλα που χρησιμοποιούν στο εργαστήριο έχουν ήδη εφαρμοστεί και είναι αποτελεσματικά σε χώρες του εξωτερικού όπως ο Καναδάς, προσομοιώνοντας την πραγματική συμπεριφορά των παιδιών με στοχαστικό τρόπο.

Τα στοχαστικά μοντέλα στηρίζονται στις πιθανές αλληλεπιδράσεις των ανθρώπων μεταξύ τους (agent-based models). Με τον τρόπο αυτό, «προσπαθούμε να μοντελοποιήσουμε την αλληλεπίδραση των ατόμων, έτσι ώστε να προσομοιώνει την πραγματική συμπεριφορά όχι μόνο σε ατομικό επίπεδο, αλλά σε επίπεδο μιας ομάδας ανθρώπων, όπως είναι μια σχολική τάξη», εξηγεί ο ίδιος.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News