13288
| CreativeProtagon

Τσίπρας, Μητσοτάκης, Πρέσπες: τα γραπτά μένουν…

Protagon Team Protagon Team 25 Ιανουαρίου 2019, 18:04

Τσίπρας, Μητσοτάκης, Πρέσπες: τα γραπτά μένουν…

Protagon Team Protagon Team 25 Ιανουαρίου 2019, 18:04

 

 ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ

“Σας καλώ να μην κυρώσουμε μία συμφωνία που, θυμηθείτε τα λόγια μου, θα την βρούμε μπροστά μας και δεν θα είναι για καλό.”

 

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Μερικές φορές η σειρά  των ομιλητών στη Βουλή παίζει παράξενα παιχνίδια. Προσέξτε, ποιοι ήταν οι τελευταίοι δύο ομιλητές οι οποίοι πήραν τον λόγο πριν από εμένα. Πρώτος ο κ. Κοτζιάς. Βασικός διαπραγματευτής της συμφωνίας, την υπερασπίστηκε με πάθος, δεν μας εξήγησε ποτέ, όμως, γιατί παραιτήθηκε από την κυβέρνηση για να παραμείνει στην κυβέρνηση ο κ. Καμμένος. Κατέθεσε πολλά έγγραφα στα πρακτικά της Βουλής, αλλά δεν κατέθεσε την επιστολή παραίτησης. Κάποια στιγμή θα μάθουμε ακριβώς τι έγινε και με αυτή την υπόθεση.  Μετά τον κ. Κοτζιά, μίλησε η Κοινοβουλευτική Εκπρόσωπος των ΑΝΕΛΗ Εκπρόσωπος των ΑΝΕΛ, αφού υπερασπίστηκε με πάθος την θέση της απέναντι στη συμφωνία, δεν μας εξήγησε ποτέ γιατί δύο βουλευτές οι οποίοι παρείχαν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση δεν διεγράφησαν από την Κοινοβουλευτική τους Ομάδα. Η εξήγηση είναι προφανής. Διότι έπρεπε ο κ. Καμμένος να μείνει αρχηγός Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Νομίζω ότι όλα αυτά αναδεικνύουν αυτό που πολλές φορές έχουμε πει στο παρελθόν. Τα παράξενα κοινοβουλευτικά παιχνίδια, τις υπόγειες δοσοληψίες για να μπορέσει ο κ. Τσίπρας να παραμείνει στην κυβέρνηση, να αποσπάσει την ψήφο εμπιστοσύνης και ταυτόχρονα να οργανώσει ένα πολύ βολικό διαζύγιο με τον κ. Καμμένο. Ο οποίος βέβαια όταν είχε τη δυνατότητα να ρίξει την κυβέρνηση στην προηγούμενη ψήφο δυσπιστίας, δεν το έκανε φυσικά. Γιατί τότε ήταν η καρέκλα πάνω απ’ όλα.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Ειλικρινά, θα προτιμούσα να μην είχε γίνει η σημερινή συνεδρίαση, και να μην μιλώ καθόλου γι’ αυτό το θέμα: Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε υπογραφεί και, βέβαια, δεν θα έπρεπε ποτέ να φτάσει στο Ελληνικό Κοινοβούλιο προς κύρωση. Γιατί αποτελεί μια εθνική ήττα που έχει ήδη ακυρωθεί στη συνείδηση του λαού, και ένα εθνικό λάθος που προσβάλλει και την αλήθεια και την Ιστορία της Πατρίδας μας.  Ο ΣΥΡΙΖΑ την ώρα που καταρρέει, επιμένει στην καταστροφική του αποστολή. Μετά το οικονομικό ναυάγιο, οδηγεί την Ελλάδα και σε μία εθνική περιπέτεια διαρκείας. Αγνοεί τις πατριωτικές ευαισθησίες εκατομμυρίων Ελλήνων. Εγκαταλείπει μια σταθερή εξωτερική πολιτική δεκαετιών. Χρησιμοποιεί ένα εθνικό θέμα ως εργαλείο εξυπηρέτησης κομματικών σκοπιμοτήτων, και, προκειμένου να πετύχει τον στόχο του, εξαγοράζει ακόμη και συνειδήσεις βουλευτών. Κατώτερη των περιστάσεων η κυβέρνησή σας κουρελιάζει την πολιτική ζωή με μεθοδεύσεις και παζάρια. Για μερικούς μήνες εξουσίας γυρνάτε τη χώρα πολλά χρόνια πίσω. Έχουμε μια κυβέρνηση όπου τη μια εβδομάδα ο κ. Τσίπρας χειροκροτείται από τον κ. Καμμένο και την άλλη χειροκροτείται από τον κ. Κοτζιά οι οποίοι αλληλομηνύονται, χωρίς, βέβαια, να συγκινείται κανείς εισαγγελέας από τα όσα καταλογίζει ο ένας στον άλλο.

Δεν με εκπλήσσει το γεγονός ότι τα προσωπεία πέφτουν και ότι τα πρόσωπα οδηγούνται στο ψέμα και στην αυτογελοιοποίηση. Με θλίβει το γεγονός ότι γελοιοποιείται η δημόσια ζωή και υπονομεύονται τα εθνικά συμφέροντα. Άλλωστε, όπως, ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ομολογήσει, πολλές φορές, δια κορυφαίων στελεχών του, χειρίζεται  το Σκοπιανό ως καταλύτη για την αναδιάταξη του κομματικού σκηνικού. Και ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ είναι παρελθόν, επείγεται να δεσμεύσει το μέλλον της χώρας. Γιατί άραγε;

Κύριες και κύριοι συνάδελφοι,

Μέσα σε μόλις δύο ημέρες η Βουλή των Ελλήνων καλείται να αποφανθεί για ένα εξαιρετικά κρίσιμο κορυφαίο θέμα, χωρίς να έχει στη διάθεσή της το κατεξοχήν, το κεντρικό, υλικό προς συζήτηση: Το πλήρες κείμενο του αναθεωρημένου Συντάγματος των Σκοπίων. Γιατί αυτό δεν έχει κατατεθεί στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Γιατί δεν έχει κατατεθεί; Γιατί απλούστατα δεν υφίσταται, διότι ακόμα δεν έχει τεθεί σε ισχύ. Οι Σκοπιανοί έχουν ήδη παραβιάσει ένα βασικό όρο της Συμφωνίας. Πρώτα να αλλάξουν το Σύνταγμά τους και μετά να έρθει η Συμφωνία προς κύρωση στο Ελληνικό κοινοβούλιο  (άρθρο 1 παράγραφος 4 της Συμφωνίας των Πρεσπών). Εδώ αποκαλύπτεται ότι ακόμη και οι μετέωρες αλλαγές στο Σύνταγμα των Σκοπίων, που η Συμφωνία των Πρεσπών προέβλεπε, δεν θα ισχύσουν  από τώρα. Αλλά μόνο -προσέξτε- αφού η Ελλάδα κυρώσει τη Συμφωνία και αφού κυρωθεί το Πρωτόκολλο ένταξης στο ΝΑΤΟ. Με άλλα λόγια, οι ελληνικές δεσμεύσεις αναλαμβάνονται «εδώ και τώρα», ενώ οι Σκοπιανές αναμένονται «αλλού και κάποτε». Δεν χρειάζεται να πω περισσότερα.

Λέω απλά ότι αυτή η μεθόδευσή σας να συζητάμε ουσιαστικά εν κενώ προσβάλλει τη Βουλή και την ελληνική Δημοκρατία. Πρόκειται για μία εθνική και κοινοβουλευτική ντροπή. Και για μία πρωτοφανή διαδικασία, που οι βουλευτές πρέπει να αποδεχθούν όπως-όπως. Η Ελλάδα ήταν πάντα, ως προς την κοινοβουλευτική παράδοση τουλάχιστον, μια ευρωπαϊκή χώρα στα Βαλκάνια. Κατορθώσατε με όλα αυτά τα τερτίπια να την κάνετε μία βαλκανική χώρα στην Ευρώπη. Αρκούμαι στο να αναφέρω εδώ την πολυδιαφημισμένη ρηματική διακοίνωση. Ο ίδιος ο τίτλος, τι λέει;  «Δημοκρατία της Μακεδονίας».  Το κείμενο αναφέρεται σε «μακεδονικό λαό». Αναρωτιέμαι εάν οι Σκοπιανοί είχαν ήδη αλλάξει το Σύνταγμα τους, δεν θα έπρεπε να αυτοχαρακτηρίζονται ως «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας»;

Η Συμφωνία των Πρεσπών, ξεκινά με την παραβίαση των ίδιων των όρων της. Όλα αυτά εξηγούν γιατί επείγεστε. Επείγεστε γιατί θέλετε να τελειώνετε μια ώρα αρχύτερα και γιατί ξέρετε ότι έχετε χτίσει μια πρόσκαιρη κοινοβουλευτική πλειοψηφία βασισμένη στη συναλλαγή. Και φοβάστε ότι οι συνεννοήσεις που έχουν κάνει δεν θα κρατήσουν. Και δεν θα κρατήσουν διότι βοά το Πανελλήνιο. Για τους πολιτικά τελειωμένους και για τους ηθικά απαξιωμένους με τους οποίους θα πάτε στην ψηφοφορία και με τους οποίους αύριο μπορείτε να κάνετε και ανασχηματισμό. Ονομαστική είναι η ψηφοφορία που έχουμε μπροστά μας και όλοι θα τοποθετηθούν και μάλιστα με ονοματεπώνυμο. Όμως είναι πίσω μας οι χειρισμοί της κυβέρνησης γύρω από το Σκοπιανό, χειρισμοί που μας έφεραν ως εδώ. Μυστικά διαπραγματεύτηκε ο κ. Κοτζιάς. Ερήμην της Βουλής και ερήμην των κομμάτων. Παραβιάζοντας μια πολιτική δεκαετιών που ήθελε όλες τις κυβερνήσεις να αναζητούν ευρύτερες συναινέσεις για την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος. Κύριε Τσίπρα το Συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών στα Σκόπια συνεδρίασε 5 φορές.  Εδώ στήνατε σκευωρίες στα υπόγεια του Μαξίμου για να διχάσετε την αντιπολίτευση…

Άρον άρον υπέγραψε στις Πρέσπες ο κ. Τσίπρας με την βοήθεια του κ. Καμμένου. Ναι, είναι ο ίδιος ο κ. Καμμένος που τώρα φοράει τη στολή του Μακεδονομάχου, όταν τον Ιούλιο μπορούσε να ρίξει την κυβέρνηση υπερψηφίζοντας την πρόταση δυσπιστίας. Αυτός που έλεγε προεκλογικά ότι εγώ κρατώ τον Τσίπρα, εγώ εγγυώμαι ότι δεν θα παραδώσει ποτέ τη Μακεδονία. Ο ίδιος κ. Καμμένος είναι αυτός που σας έδωσε το στυλό να υπογράψετε τις Πρέσπες. Ποιον κοροϊδεύετε; Ποιον κοροϊδεύετε, λοιπόν. Οι πολίτες καταλαβαίνουν τα πάντα. Το προσυνεννοημένο διαζύγιο δεν πείθει κανέναν.  Και ναι, δεν μάθαμε ποτέ τι έγινε σε αυτό το υπουργικό συμβούλιο, τι είπε ο κ. Κοτζιάς, τι έγραψε στην επιστολή παραίτησης.

Και, τώρα, με διαδικασίες εξπρές θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ να κυρωθεί μία Διεθνής Συμφωνία η οποία έχει ισχύ από το Σύνταγμα υπέρτερη από κάθε νόμο, προηγούμενο και μελλοντικό! Δεν θα πω εδώ ούτε ότι εκτελείτε συμβόλαιο, ούτε θα μιλήσω για προδοσία. Δεν αρμόζουν αυτές οι λέξεις στο εθνικό Κοινοβούλιο, παρά τα αίσχη που έχουν διαπραχθεί σε αυτή την αίθουσα. Η κοινωνία όμως έχει μάτια και έχει αντίληψη. Σέβομαι την κρίση της. Εμπιστεύομαι την ετυμηγορία της η οποία θα δοθεί σύντομα όταν θα προσέλθει στις κάλπες.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Η κυβέρνηση προσπαθεί να αντιστρέψει την πραγματικότητα μέσα σε ένα όργιο δημαγωγίας και παραπλάνησης. Όμως, δεν μπορείτε να κρύψετε επτά μεγάλες αλήθειες, που μετατρέπουν την Συμφωνία των Πρεσπών σε εθνική υποχώρηση:

Αλήθεια πρώτη.  Η Συμφωνία αυτή ανατρέπει μια πάγια εθνική στρατηγική στα Βαλκάνια. Η Ελλάδα ποτέ δεν μονοπώλησε ή διεκδίκησε το σύνολο του γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας. Σταθερά, εδώ και 140 χρόνια -από την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και ιδίως μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους – είχε μια και μόνη επιδίωξη. Να μην επιτρέψει σε άλλο λαό να μονοπωλήσει την περιφέρεια αυτή. Και να αποτρέψει κυρίως την έγερση μειονοτικού ζητήματος μέσα στην ελληνική επικράτεια. Αυτή η πολιτική εδραιώθηκε από τον  Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος κατεξοχήν συνδύαζε ρεαλισμό με εθνικά οράματα. Αυτή, όμως, αυτή η σταθερή εθνική στάση αλλάζει τώρα βίαια. Γιατί  ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ δέχτηκαν να είναι τα Σκόπια αυτά που, στο εξής, θα μονοπωλούν την ταυτότητα της ευρύτερης Μακεδονίας. Και αυτό γίνεται με όχημα την εθνικότητα, την ταυτότητα και τη γλώσσα. Γιατί η κυβέρνησή σας, τις δέχτηκε ως «μακεδονικές».

Αλήθεια δεύτερη. Η απαράδεκτη αυτή υποχώρηση σημειώνεται στο πρώτο, κιόλας, άρθρο της συμφωνίας. Μάλιστα, η αναγνώριση της «μακεδονικής» γλώσσας συνδέεται με αυτήν την περιβόητη ιστορία ότι δήθεν η «μακεδονική» γλώσσα  έχει αναγνωριστεί από το 1977. Πρόκειται για διπλό ψέμα! Όχι μόνο γιατί η Διάσκεψη του Ο.Η.Ε. αφορούσε τελείως άλλο θέμα, τον μεταγραμματισμό κυριλλικών στοιχείων στο λατινικό αλφάβητο για λόγους τυποποίησης. Ήταν μια απολύτως τεχνική διάσκεψη, όπως, εξάλλου, έχει πει και ο γλωσσολόγος καθηγητής Μπαμπινιώτης που συμμετείχε σε αυτή τη Διάσκεψη. Είναι ψέμα όμως και σε πολιτικό επίπεδο που αποδεικνύεται και από την άλλη πλευρά: Στα πρακτικά των συσκέψεων -τα οποία δόθηκαν στη δημοσιότητα από την εφημερίδα «Καθημερινή»- εμφανίζονται οι ίδιοι οι Σκοπιανοί, να ομολογούν ότι η Ελλάδα ανέκαθεν  δεν αναγνώριζε καμία «μακεδονική» γλώσσα. Ποτέ η Ελλάδα δεν είχε αναγνωρίσει «μακεδονική» γλώσσα. Ποτέ. Αυτό, που δεν τόλμησαν να πουν ούτε οι Σκοπιανοί το λέτε εσείς, κ. Τσίπρα!  Με άλλα λόγια οι Σκοπιανοί μας έλεγαν δεν έχετε αναγνωρίσει «μακεδονική» γλώσσα και εσείς έρχεστε και λέτε: «Όχι την είχαμε αναγνωρίσει το 1977». Συγχαρητήρια κ. Τσίπρα, λαμπρή διαπραγμάτευση κάνατε. Και, προσέξτε, δεν το λέμε μόνο εμείς, έγγραφο του ΝΑΤΟ του 2000: «Macedonian language is unacceptable to one NATO delegation». Το ΝΑΤΟ το λέει. Ούτε το ΝΑΤΟ λοιπόν αναγνώριζε, ότι η Ελλάδα είχε αναγνωρίσει «μακεδονική» γλώσσα. Και εσείς έρχεστε και το δίνετε αυτό. Το βάζετε στο κείμενο της συμφωνίας που θα δεσμεύει τη χώρα για πολλές δεκαετίες. Βγείτε λοιπόν, κ. Τσίπρα, και πείτε ευθέως ότι στην ευρύτερη περιοχή θα ομιλείται «μακεδονική» γλώσσα και αυτό κατοχυρώνεται με τη δική σας υπογραφή. Να βγείτε να το πείτε. Να το ακούσουν οι Έλληνες Μακεδόνες στη Β. Ελλάδα, διότι αυτό αναγνωρίσατε για πρώτη φορά επίσημα με τη δική σας συμφωνία.

Αλήθεια τρίτη. Το άρθρο 7 ορίζει, ως προς τα Σκόπια, με τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδονικός» θα περιγράφεται, τι ακριβώς; Διαβάζω: «H επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους. Με την δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά». Όλα αυτά, όμως, συνιστούν τον ορισμό της εθνικής ταυτότητας. Πιο καθαρός ορισμός έθνους δεν έχει υπάρξει ποτέ σε διεθνή συμφωνία. Και, στην περίπτωση αυτή, μάλιστα, συγκροτούν και κάτι νέο, απαράδεκτο: Μια ταυτότητα «μακεδονική», που δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα. Και η οποία δεν αποκαλείται καν «βορειομακεδονική»,  ώστε να συνδέεται, και τυπικά, με το νέο όνομα των Σκοπίων. Εκεί, μάλιστα, αναφέρεται και αυτή  η ηθελημένη σύγχυση γύρω από τον όρο nationality, που κάποιοι ισχυρίζονται ότι παραπέμπει σε ιθαγένεια και μόνο. Κύριε Τσίπρα, όλοι γνωρίζουμε καλά Αγγλικά, και εσείς το ίδιο,  και εσείς φαντάζομαι γνωρίζετε ότι η ακριβής μετάφραση του όρου ιθαγένεια θα έπρεπε να ήταν citizenship. Η ιθαγένεια στα Αγγλικά, μεταφράζεται ως citizenship και θα έπρεπε να ακολουθεί το όνομα  του κράτους, να είναι, «βορειομακεδονική». Δεν συμβαίνει αυτό, όμως. Η συμφωνία αναγνωρίζει στους πολίτες αυτούς το δικαίωμα  να προσδιορίζονται επίσημα και νομικά πια ως «Μακεδόνες», κι έτσι θα αναγράφονται και στα διαβατήριά τους. Είναι, μάλιστα, αστείο να κομπάζει η κυβέρνηση Τσίπρα για εσωτερικούς ελιγμούς του κ. Ζάεφ. Για τη δήθεν ρηματική διακοίνωση η οποία επιβλήθηκε από τους αλβανόφωνους βουλευτές προκειμένου  να εξασφαλιστεί η  ψήφος τους.

Κυρίες και κύριοι,

Θέλω να μου λύσετε μια απορία. Στον Ο.Η.Ε. υπάρχουν 5 χώρες με γεωγραφικές ονομασίες.  Η Νότιος Αφρική, η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, το Νότιο Σουδάν, το Ανατολικό Τιμόρ, και η Ισημερινή Γουινέα. Σε όλες αυτές τις χώρες η ονομασία του κράτους συμπαρασύρει -επαναλαμβάνω, συμπαρασύρει- τους επιθετικούς προσδιορισμούς που αφορούν και την ιθαγένεια και την εθνότητα. Π.χ. οι κάτοικοι της Νότιας Αφρικής λέγονται Νοτιοαφρικανοί. Ακόμη και εκεί που η επίσημη ονομασία είναι διαφορετική, επικρατεί ο γεωγραφικός προσδιορισμός. Όπως η περίπτωση της Βόρειας και της Νότιας Κορέας -διότι δεν είναι αυτά τα επίσημα ονόματά τους- Βορειοκορεάτες και Νοτιοκορεάτες λέμε. Μόνο στην «Βόρεια Μακεδονία» οι κάτοικοί της θα ονομάζονται σκέτο «Μακεδόνες» και θα ομιλούν την «Μακεδονική»! Συγχαρητήρια κ. Τσίπρα, πρωτοτυπήσατε και εδώ. Και φυσικά τα ακρωνύμια της χώρας, με εξαίρεση των πινακίδων των αυτοκινήτων, τι θα είναι κυρίες και κύριοι συνάδελφοι; ΜΚ ή ΜΚD.  Δηλαδή σκέτο «Μακεδονία». Χωρίς να παραπέμπει τίποτα στη «Βόρεια Μακεδονία».

Αλήθεια τέταρτη. Καταφέρατε ακόμη και το περιβόητο erga omnes -δηλαδή να υπάρχει ένα όνομα για όλες τις χρήσεις- να το στρέψετε σε βάρος των δικών μας συμφερόντων. Και εξηγούμαι: Τους όρους «Μακεδόνες» και «μακεδονικό» η κυβέρνησή σας τους κατοχυρώνει διεθνώς για τη γειτονική χώρα. Το άρθρο 1.8 της Συμφωνίας σας λέει ξεκάθαρα: «Τα Μέρη θα χρησιμοποιούν το όνομα και τις ορολογίες του Άρθρου 1.3, για όλες τις χρήσεις και για όλους τους σκοπούς erga omnesΕίτε εσωτερικά, είτε σε όλους τους περιφερειακούς και διεθνείς Οργανισμούς». Tι σημαίνει αυτό; Το erga omnes δεσμεύει και τις δύο χώρες. Αφορά και τα δύο μέρη της Συμφωνίας, και την Ελλάδα και τα Σκόπια. Η «μακεδονική» ταυτότητα και η «μακεδονική» γλώσσα καθίστανται υποχρεωτικές και στην Ελλάδα. Το ξαναλέω. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποδέχθηκε να είμαστε εμείς υποχρεωμένοι -επαναλαμβάνω, υποχρεωμένοι- να αποκαλούμε «Μακεδόνες» τους κατοίκους της χώρας αυτής. Και αυτό μας δεσμεύει νομικά. Να το περιγράψω λίγο πιο παραστατικά. Αν αύριο, απέναντι από τον Λευκό Πύργο, αναρτηθεί μια μεγάλη πινακίδα που να γράφει «Εταιρία μελέτης της Μακεδονικής Γλώσσας» και κάποιος Θεσσαλονικιός προσφύγει στο Δικαστήριο, με τη Συμφωνία που έχετε υπογράψει, αποκλείεται να δικαιωθεί. Να το χαίρεστε το erga omnes σας, κύριοι της συμπολίτευσης, να το χαίρεστε.

Και βέβαια, το πρόβλημα προκύπτει στο πολλαπλάσιο σε σχέση με τα εμπορικά σήματα. Εκατοντάδες εταιρίες που χρησιμοποιούν το επίθετο μακεδονικός ή μακεδονικό στο brand τους είναι τραγικά εκτιθέμενες -σήμερα- αφού το ζήτημα των εμπορικών σημάτων παραπέμπεται στο μέλλον. Βρήκα ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο, δύο καθηγητών του Α.Π.Θ. του κ. Γκλαβίνη και του κ. Ιωάννη Στεφανάδη. Αφορά πάρα πολλούς στην Βόρεια Ελλάδα και πάρα πολλές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν το επίθετο Μακεδονικό. Διαβάζω λοιπόν: «… Στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου τα μόνα μακεδονικά ροδάκινα που θα υπάρχουν είναι αυτά που θα παράγονται στην Βόρεια Μακεδονία. Εάν ο όρος Μακεδονικά ροδάκινα χρησιμοποιείται από παραγωγούς της Βέροιας και η χρήση τους προκαλεί σύγχυση θα υποχρεωθούν να τον αλλάξουν.» Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για εσάς…

Αλήθεια πέμπτη. Η Συμφωνία των Πρεσπών, την οποία τόσο διαφημίζετε και με τόσο πάθος υποστηρίζετε, δεν αναφέρει ούτε σε ένα σημείο της την λέξη «Μακεδονία» ή «Μακεδόνες» σε σχέση με την Ελλάδα. Πουθενά δεν γράφει «Έλληνες Μακεδόνες» ή «ελληνική Μακεδονία». Ξέρετε πώς ορίζει την ελληνική Μακεδονία το κείμενο που υπέγραψαν ο κ. Τσίπρας και ο κ. Κοτζιάς; Ως «η βόρεια περιοχή… του Πρώτου Μέρους». Η περιοχή έχει όνομα, κύριε Τσίπρα. Λέγεται Μακεδονία και είναι κομμάτι της ελληνικής Ιστορίας. Είναι αναπόσπαστο τμήμα του εθνικού κορμού. Είναι ταυτισμένη με την ίδια την ιστορική συνείδηση αυτού του Έθνους. Ζουν εκεί περήφανοι Έλληνες Μακεδόνες. Ούτε μια φορά η συμφωνία σας δεν τους μνημονεύει. Τους περιφρονείτε προκλητικά. Οι ηγέτες της FYROM, φρόντισαν να μην αποδεχθούν τίποτα το οποίο θα απέδιδε άμεσα τον όρο «μακεδονικός» και στην Ελλάδα. Για λογαριασμό τους  διαπραγματεύθηκαν σοβαρά. Υπερασπίστηκαν τα δικά τους συμφέροντα. Εσείς, είναι το ερώτημα τι κάνατε. Αυτοί απέκρουσαν τον όρο «ελληνική Μακεδονία». Το μεγάλο ερώτημα είναι γιατί  εσείς τους αφήσατε.

Αλήθεια έκτη. Η Συμφωνία αυτή παράγει αποτελέσματα από την υπογραφή της, όχι από την κύρωσή της. Είναι κάτι που δεν συνηθίζεται. Πρώτα κυρώνεται μια συμφωνία, μετά ακολουθούν οι συνέπειές της. Στις Πρέσπες, όμως, οι κύριοι Τσίπρας-Κοτζιάς υπέγραψαν αυτόματα την πρόσκληση των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ. Έκαψαν, έτσι, το πιο ισχυρό διπλωματικό χαρτί της χώρας. Έναν μοχλό πίεσης που εκ των πραγμάτων θα γινόταν ισχυρότερος όσο η πίεση για την εξεύρεση λύσης αυξανόταν. Έγινε, τελικά, εθνικό μπούμερανγκ! Ήδη, από το Καλοκαίρι του 2018, για την ακρίβεια από τις 22 Ιουνίου, με επίσημη επιστολή στο ΝΑΤΟ, οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ τότε, δώσατε το πράσινο φως, αίροντας την ισχύ της απόφασης του Βουκουρεστίου του 2008. Στα κρυφά και στα γρήγορα. Μήπως δεν το πήρατε χαμπάρι κ. Καμμένε τότε αυτό; Ήσασταν απασχολημένος με άλλα θέματα;  Είστε υπόλογοι γι’ αυτό, κ. Τσίπρα.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα πιο ανησυχητικό. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της συμφωνίας η Ελλάδα οφείλει να συναινέσει αυτόματα στην είσοδο των Σκοπίων σε κάθε διεθνή οργανισμό. Κάποιος εύκολα θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι αυτό αφορά και την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την οποία υπάρχει ειδική πρόβλεψη ότι αυτόματα ήδη συναινούμε στην έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Το ερώτημα είναι τι γίνεται μετά; Θα συναινούμε βάσει της συμφωνίας αυτόματα και στο κλείσιμο κάθε ξεχωριστού κεφαλαίου επειδή αυτό ορίζει η συμφωνία που υπογράψατε; Θέλω, λοιπόν, από εδώ, να στείλω ένα ξεκάθαρο μήνυμα: Εφόσον οι Έλληνες πολίτες με εμπιστευθούν ως Πρωθυπουργό, αρνούμαι κατηγορηματικά να ερμηνεύσω τη συμφωνία με τον τρόπο αυτό. Η διαδικασία ένταξης των Σκοπίων στην Ε.Ε. δεν σχετίζεται με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Η Ελλάδα θα διατηρήσει  στο ακέραιο όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητα του κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δηλαδή, το δικαίωμα να διαπραγματεύεται, να ανοίγει και να κλείνει επιμέρους κεφάλαια, ανάλογα με τα εθνικά και τα κοινοτικά συμφέροντα. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να βάλει βέτο στη διαδικασία ένταξης των Σκοπίων στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Και, αυτό το δικαίωμα της Πατρίδας μας αρνούμαι να το απεμπολήσω.

Αλήθεια έβδομη. Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν έρχεται να λύσει ένα παλιό πρόβλημα, αλλά να προσθέσει νέα στην περιοχή. Μπορεί, πράγματι, να εξυπηρετεί κάποια πρόσκαιρα διεθνή συμφέροντα. Μπορεί, πράγματι, πρόσκαιρα να δίνει την εντύπωση ότι δημιουργεί μια σταθερότητα στην περιοχή.  Όμως, δημιουργεί ένα διαρκές ναρκοπέδιο για το μέλλον. Πώς θα πιστοποιούνται τα προϊόντα με ονομασία προέλευσης της Βόρειας Ελλάδας, όταν τα γειτονικά προϊόντα -επίσημα πια-  θα κυκλοφορούν ως «μακεδονικά»; Τι θα αλλάξει άραγε στα βιβλία Ιστορίας και των δύο χωρών, ώστε να μην υπάρχουν «αλυτρωτικές αναφορές»; Είχαμε τέτοιες εμείς, κ. Τσίπρα, και τις αναγνωρίσαμε, μέσα από τη συμφωνία σας; Και ποιος θα εμποδίσει αύριο ένα ιδιωτικό Ινστιτούτο Μακεδονικών Σπουδών δίπλα στο δικό μας ίδρυμα, όταν η χρήση του όρου είναι τελείως ελεύθερη για μη κρατικούς φορείς;

Η εξέλιξη αυτή κυρίες και κύριοι βουλευτές, είναι γεμάτη παγίδες. Ήδη, μάλιστα, ξυπνά εθνικισμούς και ακραίες συμπεριφορές, που είχε ξεπεράσει η ίδια η ζωή και στις δύο χώρες. Έχει, όμως, και παράπλευρες συνέπειες που με μεγάλη επιπολαιότητα αγνοεί η σημερινή κυβέρνηση. Για παράδειγμα, αντανακλά σε μια παλιά διαμάχη, ιστορική, μεταξύ Σκοπίων και Βουλγαρίας, καθώς, θέλω να σας θυμίσω, ότι η Βουλγαρία ουδέποτε αναγνώρισε «μακεδονική» γλώσσα, ούτε «μακεδονικό» έθνος. Θεωρεί την γλώσσα της γείτονος, ως μια  βουλγαρική διάλεκτο. Η υπουργός Εξωτερικών της Βουλγαρίας έκανε αυτό που δεν τολμήσατε εσείς: Προειδοποίησε ότι θα μπλοκάρει την είσοδο των Σκοπίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση αν οι θέσεις της δεν ικανοποιηθούν. Εσείς δεχθήκατε να απεμπολήσετε αυτό το δικαίωμα. Αναρωτιέμαι λοιπόν, κ. Τσίπρα. Η Βουλγαρία είναι εταίρος μας στο ΝΑΤΟ, στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Γιατί δεν αξιοποιήσαμε αυτά τα σημεία στα οποία οι θέσεις μας συγκλίνουν; Τι είδους πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική είναι αυτή την οποία έχουμε; Και, εν πάση περιπτώσει κ. Τσίπρα, μπορείτε να μου εξηγήσετε τι ακριβώς κερδίζει η Ελλάδα από αυτή τη συμφωνία, εκτός από τα καλά λόγια τα οποία θα εισπράξετε εσείς προσωπικά επειδή βάλατε άρον άρον τα Σκόπια στο ΝΑΤΟ;

Υπάρχει και ένα ακόμα κυβερνητικό εύρημα ότι η Συμφωνία των Πρεσπών θα εμποδίζει ή θα εμποδίσει τάχα ένα «ισλαμικό τόξο», την περιβόητη τουρκική επιρροή στα Σκόπια. Φοβάμαι ότι το επιχείρημα αυτό το ανατινάζουν οι ίδιοι οι Σκοπιανοί. Πρόθυμα, καταρχάς, αναγνωρίζουν ότι ο πληθυσμός τους περιλαμβάνει και Τούρκους. Το γράφει ξεκάθαρα το προοίμιο. Τούρκοι εξάλλου εκπαιδεύουν τον στρατό τους. Ενώ στην Τουρκία, κ. Κοτζιά, έκανε το πρώτο του ταξίδι -τριήμερο- ο Υπουργός Εξωτερικών των Σκοπίων, αμέσως μετά την αλλαγή του Συντάγματος στα Σκόπια. Λέτε να ανατραπούν όλα αυτά κ. Τσίπρα, επειδή ο κ. Ζάεφ σας έδωσε την γραβάτα του; Πολύ αμφιβάλλω. Να, λοιπόν, γιατί η εξωτερική σας πολιτική είναι και ανιστόρητη και επιπόλαιη και γι’ αυτό είναι επικίνδυνη.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Αυτές είναι επτά οδυνηρές αλήθειες για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Δυστυχώς, δεν είναι οι μόνες, διότι πίσω από κάθε πρόβλεψή της καραδοκούν νέα ναρκοπέδια. Όλα τα προβλήματα όμως που πηγάζουν από την Συμφωνία των Πρεσπών, έχουν ως γενεσιουργό αιτία, το γεγονός ότι αναγνωρίσετε «μακεδονική» ταυτότητα και γλώσσα. Είναι κάτι που όπως θα αποδείξω στη συνέχεια, κανείς Έλληνας πολιτικός δεν διανοήθηκε να κάνει. Γιατί στα δύο αυτά «πόδια», στην ταυτότητα και την γλώσσα, στηρίζεται ο κίνδυνος του αλυτρωτισμού. Και είναι προκλητικό νε λέτε, κ. Τσίπρα -και εύχομαι ειλικρινά, να μην το επαναλάβετε και σήμερα- ότι η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί συνέχεια μιας εθνικής στρατηγικής.

Κύριε Τσίπρα, είστε Πρωθυπουργός. Θέλω να σας θυμίσω αυτά τα λόγια: «Το θέμα για  την Ελλάδα ήταν πάντα η επεκτατική προπαγάνδα των Σκοπίων με αιχμή του δόρατος την ανύπαρκτη μειονότητα και με συμπλήρωμα τις λέξεις “Μακεδόνας” ή “Μακεδονία” για τον προσδιορισμό συγκεκριμένης διακριτής εθνότητας. Αυτό είναι το πρόβλημα!». Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, 1993. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε μια μεγάλη ανησυχία. Διέβλεπε τον κίνδυνο δίπλα στην θρησκευτική μειονότητα της Θράκης να προκύψει και μια δεύτερη μειονότητα με εθνικά χαρακτηριστικά. Και παρότι ο ίδιος είχε δεχθεί στο μυαλό του την έννοια της σύνθετης ονομασίας, απέκρουε κάθε έννοια «μακεδονικής»  ταυτότητας, εθνότητας και γλώσσας. Θα έρθετε να μου πείτε κ. Τσίπρα, τι είναι αυτά που λες, για «μακεδονική» μειονότητα στη Βόρεια Ελλάδα; Ήδη κάποιοι έχουν φροντίσει με αναρτήσεις τους, αυτοπροσδιοριζόμενοι ως μέλη της «Εθνικής Μακεδονικής Μειονότητας», να πανηγυρίζουν για τη συμφωνία την οποία εσείς υπογράψατε. Σήμερα το έκαναν. Σήμερα. Εκεί μας οδηγεί η πολιτική σας κ. Τσίπρα. Θα τα βρούμε μπροστά μας αυτά τα προβλήματα σε βάθος χρόνου.

Είστε επίσης και Υπουργός Εξωτερικών. Θα σας διαβάσω λοιπόν ένα ενδιαφέρον απόσπασμα από ένα έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών για να δούμε αν πραγματικά η δική σας πολιτική αποτελεί όντως συνέχεια παλιών πολιτικών, όπως ισχυριστήκατε. Σας μίλησα ήδη για την πολιτική της Νέας Δημοκρατίας, πάμε να δούμε τώρα τι έλεγε το ΠΑΣΟΚ. «Η Ελλάδα δεν θέτει ούτε εδαφικές, ούτε μειονοτικές διεκδικήσεις στα μακεδονικά εδάφη της Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας, αλλά και δεν δέχεται ύπαρξη μακεδονικής μειονότητας στο έδαφός της». Δεν αναγνωρίζει, επαναλαμβάνω, δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη «μακεδονικού» έθνους, γλώσσας κλπ. Ξέρετε ποιος το έχει γράψει αυτό; Γιάννης Χαραλαμπόπουλος, Υπουργός του ΠΑΣΟΚ το 1983. Πάγια και διακομματική ήταν η πολιτική αυτή την οποία εσείς εγκαταλείψατε γιατί είπατε «ναι» εκεί που όλοι οι προηγούμενοι είχαν πει «όχι».

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι: «εντάξει, άλλαξε η πολιτική, καινούργια Κυβέρνηση της αριστεράς ήρθε στα πράγματα, θέλει να ακολουθήσει μια άλλη πολιτική». Για να δούμε, λοιπόν, τι οδηγίες έλεγε το ίδιο το Υπουργείο Εξωτερικών, σε εσωτερικό έγγραφο που έδινε κατευθύνσεις για το πώς να αντιμετωπίζονται αυτά τα προβλήματα  σε διεθνείς συναντήσεις. Υπενθυμίζεται, λοιπόν, στο επίσημο έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών, επί υπουργίας Κοτζιά,  ότι η χώρα μας δεν αποδέχεται τη χρήση από τη Σκοπιανή πλευρά του επιθέτου «μακεδονικός», «μακεδονική» και δεν αναγνωρίζει τους κωδικούς MK και MKD. Αυτά που εσείς ακριβώς υπογράψατε. Εσείς τα λέγατε. Με τα δικά σας επίσημα έγγραφα πριν από ένα χρόνο. Δική σας κυβέρνηση. Εδώ λοιπόν έχουμε μια διπλή πρόκληση: Η κυβέρνηση -και ο υπερήφανος και χαμογελαστός αποπεμφθείς Υπουργός κ. Κοτζιάς- που αναγνωρίζει «μακεδονική» ταυτότητα, «μακεδονικό» λαό, «μακεδονική» ιθαγένεια, «μακεδονική» γλώσσα -κατά την εκτίμηση μου όλα αυτά συνιστούν αναγνώριση «μακεδονικής» εθνότητα- τολμά να λέει ότι ακολουθεί την πολιτική όλων όσων ήταν κάθετα αντίθετοι σ’ αυτή την πολιτική. Αυτό το οποίο καταλαβαίνω ότι λέτε, κ.Τσίπρα, είναι ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης -που έλεγε όσα προανέφερα- θα μιλούσε ποτέ για «Μακεδόνες», όπως έκανε ενώπιόν σας ο κ. Ζάεφ και δεν ανοίξατε το στόμα σας; Ισχυρίζεστε ότι ο Κώστας Καραμανλής και η Ντόρα Μπακογιάννη θα δέχονταν ποτέ ένα κράτος -ακόμη και της «Βόρειας Μακεδονίας»- με λαό όμως «μακεδονικό» και με γλώσσα «μακεδονική»;  Μα, ξέρετε, ακριβώς, αυτό αποκάλυψαν τα αμερικανικά έγγραφα, τα οποία διέρρευσε με μεγάλο ενθουσιασμό ο κ. Κοτζιάς.  Μόνο που δεν κατάλαβε ότι αυτά τα οποία διέρρεε στην ουσία υπονόμευαν τη δική του επιχειρηματολογία. Διότι, στα ίδια τα έγγραφα αναγνωρίζεται ότι σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί η κ. Μπακογιάννη, η ελληνική κυβέρνηση, να δεχθεί για τους κατοίκους τον όρο «Macedonians».

Υπάρχει, όμως, ένα ακόμα πιο ενδιαφέρον έγγραφο το οποίο εξ όσων γνωρίζω δεν έχει κατατεθεί ποτέ στα πρακτικά. Είναι και αυτό έγγραφο της αμερικανικής  πρεσβείας το οποίο γράφει, αναλύοντας την κατάσταση και τη θέση στην οποία έχει περιέλθει ο Γκρούεφσκι. Το διαβάζω στα αγγλικά: «Claiming that it is next to impossible that the government of greece would ever agree to a document  that would define  the citizens of this country as Macedonians and the language as Macedonian». Μεταφράζω: Ήταν σχεδόν αδύνατον η ελληνική κυβέρνηση του 2008 να δεχθεί ένα κείμενο το οποίο θα όριζε τους πολίτες αυτής της χώρας ως «Μακεδόνες», και τη γλώσσα τους ως «μακεδονική». Σε αυτά είπε  όχι η Κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή. Τους έκλεισε την πόρτα στη μούρη. Όταν τα ζήτησε ο κ. Ζάεφ τους ανοίξατε τις πόρτες και τα παράθυρα. Δεν τα διαπραγματευθήκατε ποτέ. Δεν σας ενδιέφεραν. Αν διαβάσετε προσεκτικά τα πρακτικά από το συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών θα διαπιστώσετε ότι το ζήτημα γλώσσας και ταυτότητας δεν το συζητήσατε ποτέ. Ήταν κλεισμένο από την πρώτη στιγμή.

Αλλά αναρωτιέμαι, γιατί να ψάχνουμε στα κείμενα της  Ιστορίας για να αντιληφθούμε το βαθμό απόκλισης της πολιτικής σας από αυτές όλων των προηγούμενων Πρωθυπουργών; Κύριε Τσίπρα, στην τελετή υπογραφής των Πρεσπών, δεν ήταν ο κ. Ζάεφ ο οποίος  δημόσια αναφέρθηκε -μπροστά σας- σε δύο λαούς; «Έλληνες» και «Μακεδόνες». Το είπε μπροστά σας, δεν τον σταματήσατε, δεν τον διορθώσατε, δεν αγανακτήσατε. Μόνο χασκογελούσατε, όπως συνήθως. Ε, αφού δεν μιλήσατε και τότε, τι ήρθατε να μας πείτε τώρα κ. Τσίπρα;

Φοβάμαι, όμως, αν κρίνω από τη σιωπή σας -είστε αχαρακτήριστα ήσυχοι σε αυτή τη συνεδρίαση- ότι μιλώ σε ώτα μη ακουόντων. Μιλώ σε βουλευτές πρόθυμους να υψώσουν το χέρι σκύβοντας το κεφάλι. Να θυσιάσουν διακυβεύματα που τους υπερβαίνουν κατά πολύ. Αλλά, εδώ υπάρχει ένα ερώτημα, κεντρικό: Πρέπει να απορούμε; Πρέπει να μας κάνει εντύπωση το γεγονός ότι διαπραγματευτήκατε με αυτόν τον τρόπο; Χθες, μόλις χθες, η κ. Αντιπρόεδρος της Βουλής, η κ. Χριστοδουλοπούλου μας υπενθύμισε όχι απλά ότι υπέγραφε επιστολές, μαζί  με τον κ. Γαβρόγλου τον κ. Τσακαλώτο, όχι μόνο να αναγνωριστούν τα Σκόπια ως «Μακεδονία», αλλά -τι μας είπατε κυρία μου;- ότι ήσασταν και υπερήφανη  που το κάνατε. Υπερήφανη ήσασταν.  Να σας χαιρόμαστε και εσάς και όλους τους υπόλοιπους για την υπερηφάνεια σας. Δεν ντρέπεστε λίγο; Υπερήφανοι ήσασταν κιόλας. Ντροπή σας, ντροπή σας, ντροπή σας. Δίναμε μάχη εμείς στο Βουκουρέστι. Εμείς δίναμε μάχη, εσείς ήσασταν υπερήφανοι. Αυτά έγιναν την ώρα που η Κυβέρνηση Καραμανλή έδινε μια μεγάλη μάχη στο Βουκουρέστι. Απέναντι σε πολλές διεθνείς πιέσεις, αλλά γιατί πρέπει να μας κάνει εντύπωση και αυτό;  Κύριε Τσίπρα, με είχατε πάρει ένα τηλέφωνο -ήμουν μάλιστα εδώ στο γραφείο στη Βουλή- και με ρωτήσατε: Πώς σου φαίνεται  το όνομα  «Μακεδονία του Ίλιντεν» -και πήγε να μου πέσει το τηλέφωνο. Ή είστε τελείως ανιστόρητος ή είστε κυνικός. Ή απλά είστε και τα δύο. Γιατί -μην κοροϊδευόμαστε- το είχατε δεχθεί το Ίλιντεν. Το είχατε δεχθεί το ίλιντεν, αυτό προκύπτει και από τα πρακτικά των Σκοπιανών. Όταν καταλάβατε φυσικά ότι αυτό δεν περνούσε με τίποτα στην Ελλάδα, ότι αυτό είναι η επιτομή του αλυτρωτισμού, κάνατε πίσω. Όπως έχω ξαναπεί, τα Σκόπια θα μπορούσαν να λέγονται ακόμη και «Δημοκρατία της Κεντρικής Βαλκανικής». Αλλά πάλι δεν θα συμφωνούσα και δεν θα συμφωνούσαμε με τη συμφωνία αν ο λαός τους ονομαζόταν «μακεδονικός», και  ομιλούσε τη «μακεδονική» γλώσσα. Γιατί, το ξαναλέω, εκεί βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος. Στην ταυτότητα και στη γλώσσα. Αλλά αυτά ποτέ δεν ένοιαζαν το κόμμα σας. Όποιος δεν έχει πρόβλημα με το Μακεδονία σκέτο, λογικό είναι να πανηγυρίζει για τις Πρέσπες.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Η Νέα Δημοκρατία μιλά πάντα με την γλώσσα της αλήθειας, πολύ περισσότερο για τα εθνικά θέματα. Αν και θα μου ήταν εύκολο να το κάνω, επέλεξα να μην επικαλεστώ το συναίσθημα αλλά την λογική. Να μιλήσω με ντοκουμέντα και επιχειρήματα, όχι με φωνές και συνθήματα. Προσωπικά οφείλω να είμαι ειλικρινής, αλλά και σαφής. Από το βήμα της Βουλής, λοιπόν, θυμίζω: η Παράταξή μας έδωσε και δίνει μια μεγάλη μάχη: Καταγγείλαμε τις μυστικές κυβερνητικές μεθοδεύσεις όταν τις δρομολογούσε ο κ. Κοτζιάς, στέλνοντας σήμα κινδύνου για όσα έρχονται. Απαιτήσαμε την συνεργασία, αλλά διαπιστώσαμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε κομματικό του εργαλείο ακόμη και θέματα που συνδέονται με το εθνικό συμφέρον. Πρώτος εγώ είπα ανοιχτά ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διάλεξε να διχάσει τους Έλληνες για να ενώσει τους Σκοπιανούς. Να χαρακτηρίσει ακραίους, φασίστες, γραφικούς, εθνικιστές όλους όσοι διαφωνούν με τον ίδιο. Μας λέτε συνέχεια ότι επειδή εμείς αρθρώνουμε αυτή την επιχειρηματολογία, ότι δήθεν ψαρεύουμε στα θολά νερά της ακροδεξιάς. Το ‘χει πει δέκα φορές ο κ. Τσίπρας. Εσείς κυβερνούσατε με την Ακροδεξιά! Αφήστε λοιπόν αυτή την καραμέλα! Εσείς δεν ολοκληρώνετε τη δίκη της Χρυσής Αυγής, εσείς ψηφίζετε μαζί με τη Χρυσή Αυγή και διορίζετε Προέδρους Ανεξάρτητων Αρχών. Και, εσείς διχάσατε τον ελληνικό λαό. Εσείς, συνειδητά. Χαρακτηρίζοντας όσους έχουν δικαιολογημένη ευαισθησία για το θέμα αυτό ως γραφικούς και εθνικιστές.

Εμείς -όχι μόνο εμείς, και τα άλλα κόμματα-, πετύχαμε να αποτρέψουμε την παγίδα της «Μακεδονίας του Ίλιντεν». Ο κ. Τσίπρας, επαναλαμβάνω, την είχε δεχτεί. Και φωνάξαμε όταν εκείνος πήγε να θολώσει τα νερά -το έχουμε ξεχάσει αυτο το κεφάλαιο.  Διότι κάποια στιγμή μας είχατε μιλήσει και για μια δήθεν αμετάφραστη λύση στο όνομα: «Σεβέρνα Ματσεντόνια». Λέγατε ψέματα στους Έλληνες ακόμα και την παραμονή της Συμφωνίας που εσείς φέρατε. Εμείς ενημερώσαμε όλους τους συμμάχους μας στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Και δεν δίστασα να διαφωνήσω ακόμα και ανοιχτά με τους ισχυρούς εταίρους μας, όπως η Καγκελάριος Μέρκελ. Τα κατάπιατε αυτά που λέγατε, ότι δήθεν άλλα λέω στο εξωτερικό και άλλα στο εσωτερικό, όταν η κ. Μέρκελ βγήκε και είπε ότι διαφωνούμε στο θέμα αυτό. Τα κάνατε γαργάρα. Γιατί έχουμε το θάρρος της άποψής μας.  Της μίλησα καθαρά, όπως μιλώ και στους Έλληνες. Προτάσσοντας το εθνικό συμφέρον. Είπαμε την αλήθεια, ασκήσαμε κριτική, αντιπροτείναμε λύσεις, ενημερώσαμε τους εταίρους μας, πολεμήσαμε για τις εθνικές μας θέσεις. Αξιοποιήσαμε όλα τα δημοκρατικά, όλα τα κοινοβουλευτικά μας όπλα. Και δείξαμε ποιοι πραγματικά υπηρετούν το εθνικό συμφέρον, και είμαστε υπερήφανοι για τη στάση μας. Είμαι υπερήφανος για τη Νέα Δημοκρατία και για τη στάση που κράτησε όλους αυτούς τους μήνες. Κοιτάξαμε τους Έλληνες στα μάτια, τους είπαμε την αλήθεια, δεν τους κοροϊδέψαμε, δεν τους εξαπατήσαμε, τους εξηγήσαμε πραγματικά ποιο είναι το διακύβευμα.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Σήμερα η Βουλή ζει μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές της χώρας.  Θα πρέπει όλοι να γνωρίζουν τι θα συμβεί την επόμενη ημέρα. Αν, λοιπόν, η Συμφωνία των Πρεσπών κυρωθεί, δεν θα μπορεί να ακυρωθεί την επόμενη μέρα, καθώς διαθέτει μεγαλύτερη ισχύ από κάθε νόμο. Το Διεθνές Δίκαιο καθιστά δυσμετάβλητη κάθε τροποποίησή της. Τυχόν παραβίασή της μπορεί να σημαίνει διεθνή απομόνωση και Διεθνές Δικαστήριο για τη χώρα μας. Το βάρος που θα αναλάβει η επόμενη κυβέρνηση είναι τεράστιο. Και γι’ αυτό ακριβώς όλα κρίνονται σήμερα και αύριο, καθώς αύριο θα γίνει η ονομαστική ψηφοφορία πληροφορήθηκα, όχι μεθαύριο. Η ώρα της ευθύνης είναι τώρα. Όχι στο μέλλον. Οι υπεύθυνοι κρίνονται εδώ. Όχι αλλού. Και γι’ αυτό η Νέα Δημοκρατία με απόλυτη ήσυχη τη συνείδησή της παίρνει θέση με την πλευρά της εθνικής αξιοπρέπειας: Καταψηφίζουμε την Συμφωνία των Πρεσπών!

Απόψε το βράδυ και αύριο, σε αυτήν την αίθουσα, κρίνονται πολλά. Η Βουλή θα γίνει ο πολιτικός καθρέφτης στον οποίο οι Έλληνες θα αντικρύσουν το αληθινό πρόσωπο του καθενός μας. Καθαρές κουβέντες, λοιπόν, προς κάποιους οι οποίοι θεωρούν ότι μπορούν να το παίζουν δίπορτο: από τη μια να λένε ότι βρίσκονται απέναντι στην κυβέρνηση και από την άλλη να ψηφίζουν τη Συμφωνία των Πρεσπών. Κάθε ψήφος στη Συμφωνία των Πρεσπών σημαίνει ψήφο στον κ. Τσίπρα να συνεχίσει το καταστροφικό του έργο. Κάθε άλλη θέση και κάθε διαφοροποίηση θα αποτελούν, απλώς, προφάσεις εν αμαρτίαις. Είναι στιγμές ευθύνης, είναι στιγμές αλήθειας. Και χαίρομαι που για πρώτη φορά μετά από πάρα πολύ καιρό τα θεωρεία της Βουλής είναι γεμάτα. Είναι στιγμές ευθύνης λοιπόν και είναι στιγμές αλήθειας. Γι’ αυτό και απευθύνομαι σε όλους –ακόμη και σε αυτούς που μας χωρίζουν πολλά, αλλά μας ενώνει, όλους, η αγάπη για την πατρίδα.

Ο λαός θα στείλει το δικό του μήνυμα, θα το στείλει σύντομα στις κάλπες. Ζητά να φύγει η κυβέρνηση του ψέματος, της μιζέριας, του διχασμού και της παρακμής. Σε λίγο όμως όλοι, θα διαλέξετε με ποιον είστε: Με τον ΣΥΡΙΖΑ και τον εθνικό κατήφορο των Πρεσπών; Ή με το λαό, την υπερηφάνεια και την ελπίδα;

Σας καλώ, λοιπόν, όλες και όλους να μην κάνουμε αυτόν τον πανέμορφο τόπο της λίμνης των Πρεσπών συνώνυμο με μια εθνική υποχώρηση. Σας καλώ να μην ανοίξουμε άλλες πληγές στον εθνικό κορμό επειδή κάποιοι θέλουν άρον άρον να κλείσει αυτή η εκκρεμότητα για να σταθεροποιηθεί, δήθεν, η γειτονιά μας. Σας καλώ να μην εγκαταλείψουμε μια πολιτική δεκαετιών που μπορεί πράγματι, να μας έκανε και να μας κάνει δυσάρεστους στους ισχυρούς  αυτού του κόσμου, αλλά προστάτευσε τα εθνικά μας συμφέροντα. Σας καλώ να μην κυρώσουμε μία συμφωνία που, θυμηθείτε τα λόγια μου, θα την βρούμε μπροστά μας και δεν θα είναι για καλό. Σας καλώ στην ονομαστική ψηφοφορία που θα ακολουθήσει να πείτε το μεγάλο ΟΧΙ.

Να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων. Να σταθούμε στο ύψος της Ιστορίας. Αυτό είναι το καθήκον όλων μας. Αυτό είναι το πατριωτικό μας καθήκον και αυτό το καθήκον το υπηρετεί στο ακέραιο η Νέα Δημοκρατία. Σας ευχαριστώ.

 

ΑΛΕΞΗΣ ΤΣΙΠΡΑΣ
“Η ιστορία, εάν κάνουμε το βήμα, θα δικαιώσει την Ελλάδα, την Ελλάδα που τόλμησε, την Ελλάδα που πάλεψε”

Κύριε Μητσοτάκη, μιλήσατε πάνω από μια ώρα για άλλη μια φορά με έναν λόγο προσβλητικό και απαξιωτικό απέναντι στους Βουλευτές και στην Κυβέρνηση για ένα κρίσιμο εθνικό θέμα, με έναν λόγο διχαστικό, με έναν λόγο που θα μπορούσε να πει κανείς ότι δίνει τη δυνατότητα σε ακραίους όλες αυτές τις ημέρες να προσβάλλουν τους Βουλευτές.

Ενοχληθήκατε, διότι οι Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ιδιαίτερα ήσυχοι, όταν εσείς καταφερόσασταν εναντίον τους με προσβλητικό τρόπο. Ήταν και θα παραμείνουν ήσυχοι, κύριε Μητσοτάκη, διότι στη στρατηγική της έντασης εμείς δεν θα σας ακολουθήσουμε. Ελπίζω να είναι ήσυχοι και οι Βουλευτές σας τώρα που θα ακούν επιχειρήματα.

Και μιας και χαμογελάτε γι’ αυτό, δεν μπορώ να μην ξεκινήσω λέγοντας ότι όλες αυτές τις μέρες τόσο στο Κοινοβούλιο όσο και στον δημόσιο λόγο έχουμε γίνει όλοι μάρτυρες μιας ακραίας ρητορικής, μιας ακραίας στοχοποίησης συγκεκριμένων προσώπων.Έχουμε γίνει μάρτυρες μιας τακτικής εκφοβισμού και κατατρομοκράτησης Βουλευτών, στην αρχή με μηνύματα, ακολούθως με αφίσες των προσώπων τους. Στη συνέχεια, έχουμε γίνει μάρτυρες ταγμάτων εφόδου που προσπαθούσαν να μπουν στην Ελληνική Βουλή και τις τελευταίες μέρες έχουμε γίνει μάρτυρες εμπρησμών στο σπίτι του κ. Καστόρη, της κ. Τζάκρη και τούτη την ώρα που μιλάμε, έξω από το σπίτι δύο Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, της κ. Σκούφα και του κ. Καραγιαννίδη ομάδες ακραίων τραμπούκων και παρακρατικών βρίσκονται, για να εκφοβίσουν και να τρομοκρατήσουν Βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου.

Μιλήσατε, λοιπόν, πάνω από μία ώρα, αλλά δυστυχώς δεν βρήκατε ούτε μία λέξη, για να καταδικάσετε αυτές τις ακραίες ενέργειες, αυτό το κλίμα τρομοκράτησης και εκφοβισμού των Βουλευτών του Ελληνικού Κοινοβουλίου.

Σε αντίθεση -και οφείλω να το ομολογήσω- με τον Κοινοβουλευτικό Εκπρόσωπο του κόμματός σας, τον κ. Δένδια, ο οποίος, προς τιμήν του, χθες πήρε τον λόγο, είχε το θάρρος της γνώμης του, έβαλε τη διαχωριστική γραμμή εκεί που έπρεπε, απέναντι στους ακραίους, στους τραμπούκους, αυτούς που αποκαλούν τους Βουλευτές που έχουν διαφορετική άποψη «προδότες», ενώ πράγματι ήταν αυτοί οι οποίοι ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι βρέθηκαν σε κρίσιμες στιγμές στην Ιστορία με την πλευρά του κατακτητή, των ναζί ή των φασιστών Βουλγάρων στο βόρειο τμήμα της Μακεδονίας μας.

Δεν βρήκατε ούτε μια λέξη, κύριε Μητσοτάκη, γι’ αυτό, ούτε μια λέξη. Παρά μονάχα αυτό το οποίο επιχειρήσατε να κάνετε ήταν για άλλη μια φορά να απευθυνθείτε με έναν λόγο πολλές φορές ακραίο, άλλες φορές συναισθηματικό, στοχοποίησης και πάλι αυτών που έχουν διαφορετική άποψη στο Ελληνικό Κοινοβούλιο για ένα κρίσιμο εθνικό θέμα.

Πράγματι, σήμερα είναι μια κρίσιμη συνεδρίαση και αύριο μια κρίσιμη ψηφοφορία μετά από σχεδόν από τριάντα χρόνια αδράνειας και απανωτών εθνικών υποχωρήσεων σ’ ένα κρίσιμο θέμα. Μετά από έναν ολόκληρο χρόνο διαπραγματεύσεων, συζητήσεων και εξαντλητικού διαλόγου, φτάνουμε στο τέλος μιας δύσκολης επίμονης, επίπονης και ιστορικής διαδικασίας. Εγώ, όμως, κύριε Μητσοτάκη, σήμερα δεν έχω έρθει εδώ, δεν έχω ανεβεί σ’ αυτό το Βήμα, για να αναμετρηθώ κυρίως με τους πολιτικούς μου αντιπάλους. Θα απαντήσω σε όλα όσα είπατε, αλλά δεν έχω έρθει γι’ αυτό. Έχω έρθει, κυρίως, για να αναμετρηθώ με αυτό που εγώ αισθάνομαι ιστορική ευθύνη, με αυτό που εγώ αισθάνομαι εθνική ευθύνη, με την ιστορική και την εθνική ευθύνη που έχουν ο καθένας και η καθεμιά από τους τριακόσιους της Εθνικής Αντιπροσωπείας, που δεν εκβιάζονται, που δεν εκφοβίζονται, δεν τρομοκρατούνται και μιλούν μονάχα με τη συνείδησή τους.

Το έθνος μας πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές, είχε πει ο εθνικός μας ποιητής, ο Διονύσιος Σολωμός. Και θεωρώ ότι σ’ ένα μείζον εθνικό πρόβλημα οφείλουμε να πούμε αλήθειες σήμερα. Να πούμε αλήθειες που δεν ξεκινάνε από το τι έγινε χθες, προχθές, έναν χρόνο τώρα. Γιατί ώρες-ώρες ακούγοντάς σας και εσάς, αλλά και την κ. Μπακογιάννη, που νομίζω ότι έθεσε και πολύ ουσιαστικά θέματα στην ομιλία της, τα επιχειρήματά σας, ζούσαμε σε άλλη χώρα τριάντα χρόνια.

Το κρίσιμο θέμα τριάντα χρόνια, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σε ό,τι αφορά την εθνική θέση και στάση και διαπραγμάτευση για το ονοματολογικό με τον βόρειο γείτονά μας δεν ήταν να αποδεχθούν σύνθετη ονομασία με τον όρο «Μακεδονία», με γεωγραφικό προσδιορισμό έναντι όλων, αλλά το κρίσιμο θέμα της διαπραγμάτευσης που έκαναν οι προηγούμενες κυβερνήσεις ήταν η γλώσσα και το εάν θα έχουμε nationality ή citizenship.

Πραγματικά, δηλαδή, έχω την αίσθηση ότι ζούμε σε άλλη χώρα. Κι επειδή δεν ζούμε σε άλλη χώρα, σας προκαλώ, κύριε Μητσοτάκη. Προχθές, πράγματι, συγκεντρώθηκαν χιλιάδες διαδηλωτές. Στην πλειοψηφία τους δεν είχαν σχέση με τους ακραίους, οι οποίοι επιτέθηκαν στο Κοινοβούλιο. Αλήθεια -πολλά στελέχη σας ήταν εκεί, εσείς απουσιάζατε- εάν ρωτούσατε έναν από αυτούς «ποιο είναι το θέμα, γιατί διαμαρτύρεστε;», θα σας έλεγαν για το όνομα, το «Μακεδονία». Δεν θα σας έλεγαν ούτε για το citizenship και το nationality, ούτε θα σας έλεγαν για τη γλώσσα, ούτε για τα ροδάκινα βεβαίως.

Ούτε, βεβαίως, θα σας έλεγαν, κύριε Μητσοτάκη, όλοι αυτοί τα απίστευτα επιχειρήματα που έχουμε ακούσει όλες αυτές τις μέρες. Προσπαθείτε να δημιουργήσετε εδώ εντυπώσεις, αναδεικνύοντας εξαιρετικώς δευτερεύοντα και περίπλοκα νομικά ζητήματα ως κεντρικά επιχειρήματα κατά της Συμφωνίας. Αυτό αναδεικνύει την ένδεια των επιχειρημάτων σας εναντίον της Συμφωνίας. Όταν ασχολείστε με τόσο λεπτά θέματα Διεθνούς Δικαίου, που δεν μπορούν να τα κατανοήσουν οι μη ειδικοί, σημαίνει ότι αδυνατείτε να βρείτε έστω και ένα θολό σημείο σ’ αυτήν τη Συμφωνία.

Ήρθατε σήμερα εδώ να μας πείτε ότι δεν έχουμε, λέει, το Σύνταγμα, διότι έχουμε μόνο τις τροποποιήσεις του Συντάγματος. Και δεν ξέρετε, δεν γνωρίζετε ότι σε μία σειρά από χώρες, μεταξύ των οποίων και οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, αν κανείς προστρέξει στο επίσημο site που αφορά το Σύνταγμα κάθε χώρας, θα δείτε το Σύνταγμα στην αρχική του μορφή και τις τροποποιήσεις, τα amendments, όλα να παρατίθενται ακολούθως στην αρχική μορφή του Συντάγματος.

Τέτοιες ανοησίες μας λέτε όλες αυτές τις μέρες. Ασχολείστε με απολύτως δευτερεύοντα ζητήματα και όχι με τα ουσιαστικά.

Το καταθέτω στα Πρακτικά.

Γιατί ασχολείστε με τα δευτερεύοντα και όχι με τα ουσιαστικά; Διότι έχετε ένδεια επιχειρημάτων.

Κύριε Μητσοτάκη, ένα μεγάλο μέρος της ομιλίας σας -μάλιστα, στην αρχή έτσι ξεκινήσατε- το καταναλώσατε στην αντιπαράθεσή σας με τον κ. Καμμένο. Αντιλαμβάνομαι τη δυσκολία σας εκεί τώρα, στη δεξιά πολυκατοικία. Τώρα που θα τελειώσουμε με τις Πρέσπες, αντί να αντιπολιτεύεστε εμένα, θα αντιπολιτεύεστε τους άλλους της δεξιάς πολυκατοικίας, γιατί υπάρχει μεγάλος συνωστισμός και δεν μπορείτε να χωρέσετε στο ποιος θα πάρει το καλύτερο διαμέρισμα. Σας εύχομαι «καλή τύχη»!

Δεν πρόκειται, όμως, να αναλωθώ σε άμεσες απαντήσεις σε μια σειρά από ανακριβή επιχειρήματα. Θα προσπαθήσω, όπως είπα αρχικά, σήμερα απ’αυτήν την παρέμβασή μου σε μία κρίσιμη συνεδρίαση να αναμετρηθώ με αυτό που εγώ αισθάνομαι ως ευθύνη, με επιχειρήματα, χωρίς κραυγές, χωρίς συνθήματα και χωρίς να προσπαθήσω να κινητοποιήσω το συναίσθημα, τον θυμό ή τα φοβικά -πολύ περισσότερο- αντανακλαστικά.

Και θα προσπαθήσω, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ακολουθώντας αυτήν την προτροπή ότι εθνικό είναι το αληθές να μιλήσω για μια σειρά αλήθειες. Και η αλήθεια είναι, ξεκινώντας από την αρχή, ότι η διαφορά μας με τους βόρειους γείτονές μας για την ονομασία τους ταλαιπώρησε τη χώρα μας, ταλαιπώρησε και τους γείτονές μας, ταλαιπώρησε τα Βαλκάνια, τη διεθνή κοινότητα για τρεις δεκαετίες και μας στέρησε όλα αυτά τα χρόνια ένα κρίσιμο διπλωματικό κεφάλαιο, που μας απέσπασε πολλές φορές από τους πραγματικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει η χώρα και οι οποίοι -μην γελιόμαστε- δεν βρίσκονται στα βόρεια, αλλά στα ανατολικά σύνορά μας.

Η αλήθεια είναι ότι η αδράνεια, η ατολμία, η αναβλητικότητα που είχε γίνει δόγμα εξωτερικής πολιτικής για χρόνια είχε ως αποτέλεσμα -και συνεχίζει-συνεχείς, διαρκείς διπλωματικές ήττες από την ελληνική πλευρά και εν τέλει, την αναγνώριση των γειτόνων μας με τη συνταγματική τους ονομασία από περισσότερες από εκατόν τριάντα χώρες σε όλον τον κόσμο, μεταξύ των οποίων οι μεγαλύτερες, οι σημαντικότερες, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, η Κίνα. Και η αλήθεια είναι ότι ακόμη και χώρες που επισήμως δεν αναγνωρίζουν τη γείτονα με τη συνταγματική τους ονομασία, το σύνολο του Τύπου, το σύνολο της κοινής γνώμης, την αποκαλούν «Μακεδονία» χωρίς άλλο προσδιορισμό. Το γνωρίζετε καλά αυτό. Ακόμα και ο κ. Γεωργιάδης έτρεχε να σβήσει το «Macedonian» από ένα site το οποίο ο ίδιος διαχειρίζεται.

Η αλήθεια, επίσης, είναι ότι αυτή η αδράνεια δεν είχε τελικά ως αποτέλεσμα να χάσουμε το όνομα «Μακεδονία», αφού σε οποιονδήποτε διαδικτυακό τόπο, εάν ανατρέξει κανείς σήμερα στο εν λόγω λήμμα, δυστυχώς δεν θα βρει τη δική μας κουλτούρα ή παράδοση, τον Λευκό Πύργο, αλλά θα δει τα Σκόπια. Αυτή είναι η αλήθεια.

Όμως, δεν χάσαμε εξαιτίας της αδράνειας μόνο το όνομα. Κινδυνεύαμε να χάσουμε και ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας μας, αφού η επικράτηση εθνικιστών στη βόρεια γείτονά μας, του VMRO,για πάρα πολλά χρόνια τους είχε οδηγήσει έναν πρωτοφανή παροξυσμό παραχάραξης και σφετερισμού της ιστορίας, της πολιτισμικής κληρονομιάς και των συμβόλων της Μακεδονίας, που αποτελούσε και αποτελεί ιστορικά αναπόσπαστο κομμάτι της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς.

Η αλήθεια, επίσης, είναι ότι και στην Ελλάδα επικράτησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 εθνικιστικός παροξυσμός, που διαμόρφωσε το κλίμα στην κοινή γνώμη, δημιουργώντας στη διεθνή κοινή γνώμη την εικόνα μιας χώρας φοβικής, χωρίς εθνική αυτοπεποίθηση, με τον λαό της χωρίς επίγνωση του μεγαλείου της ιστορίας της και, ως εκ τούτου, χωρίς αυτοπεποίθηση, αλλά και χωρίς επίγνωση της σύγχρονης δυναμικής της χώρας. Και την έδειχνε ως μία χώρα και έναν λαό που βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση απέναντι σε μία χώρα που έχει το 6% του ΑΕΠ της και δύο εκατομμύρια κατοίκους.

Αποκορύφωμα αυτού του παροξυσμού υπήρξε η μαξιμαλιστική θέση που συμφωνήθηκε στο περίφημο Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών το 1992 –πλην του ΚΚΕ, εάν δεν κάνω λάθος- περί μη χρήσης του όρου «Μακεδονία» ή παραγώγου της από τη γειτονική χώρα.

Η αλήθεια, όμως, επίσης είναι ότι αυτή η θέση, ενώ για πολλά χρόνια έτρεφε τις φαντασιώσεις αρκετών και μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης, ουδέποτε εφαρμόστηκε από οποιαδήποτε κυβέρνηση στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Και αναφέρομαι στις διπλωματικές διεργασίες και τα ονόματα, που οι ελληνικές κυβερνήσεις διαπραγματεύτηκαν τα επόμενα χρόνια.

Η αλήθεια, επίσης, είναι ότι τον όρο «Μακεδονία» στην ονομασία των γειτόνων μας, προφανώς, και δεν τον αποδεχθήκαμε πρώτοι ο κ. Κοτζιάς και εγώ, αλλά τον απεδέχθη πρώτος ο κ. Σαμαράς, ο μέγας μακεδονομάχος, που έβαλε φαρδιά-πλατιά την υπογραφή του στον Κοινοτικό Κανονισμό 3567 για εμπορικές συμφωνίες στις 2 Δεκεμβρίου του 1991, με τον οποίο για πρώτη φορά αναγνωρίζονταν ως Δημοκρατία της Μακεδονίας και ας μας λέει σήμερα ότι ήταν άλλη μια εμπορική συμφωνία, σαν όλες τις υπόλοιπες.

Επίσης, ο κ. Σαμαράς στο Συμβούλιο της 16ηςΔεκεμβρίου, σύμφωνα με τα λεγόμενα του αείμνηστου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, υποχώρησε στις πιέσεις. «Τα έκανε μούσκεμα», έλεγε τότε ο Μητσοτάκης, δεν τα λέω εγώ αυτά και δεν ζήτησε οριστική λύση του θέματος με αντάλλαγμα την αναγνώριση της Κροατίας, όπου μπορούσε να ασκήσει βέτο η ελληνική πλευρά. Βέβαια, μετά ήταν ο πρώτος που επένδυσε σ’ αυτόν τον παροξυσμό, στον οποίο αναφέρθηκα πιο πριν, στην κινητοποίηση του κόσμου κατά της σύνθετης ονομασίας, που υπερασπίζονταν τότε η κυβέρνηση, προκειμένου να ρίξει την ίδια την κυβέρνηση στην οποία συμμετείχε και να κάνει πολιτική καριέρα.

Η αλήθεια, επίσης, είναι ότι η Ελλάδα είναι αυτή που πρώτη πρότεινε επισήμως σε διαπραγματεύσεις στον κ.Γκλιγκόρωφ τη σύνθετη ονομασία με τον όρο «Μακεδονία», με Πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, το 1993.

Η αλήθεια, επίσης, είναι ότι τον όρο «Μακεδονία» τον αποδεχτήκαμε, έστω και ως προσωρινό όνομα -που κράτησε όμως είκοσι πέντε χρόνια αυτή η προσωρινότητα-, με τη λεγόμενη «Ενδιάμεση Συμφωνία», που συνήφθη μόλις τρία χρόνια μετά από το περίφημο εκείνο Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής που έλεγε «κανένα παραγωγό». Και τότε ήταν η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, η Κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου. Αποδεχτήκαμε τι τότε; Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας! Και από δειλία να αναμετρηθούμε με την αλήθεια ως έθνος και ως πολιτικό σύστημα τι κάναμε; Εφηύραμε τη φαεινή αυτή ιδέα, όταν όλοι αναφερόμαστε σ’ αυτήν τη χώρα, να λέμε μόνο τα αρχικά, ποτέ να μην το λέμε ολόκληρο. ΠΓΔΜ ή FYROM, λες και το «Μ» ήταν μια άλλη λέξη και όχι η λέξη «Μακεδονία». Και όταν αναφερόμασταν στους ανθρώπους που ζουν, δεν τους λέγαμε ΠΓΔΜιανούς ή FYROMίτες, τους λέγαμε Σκοπιανούς, με την ονομασία της πρωτεύουσάς τους. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Η αλήθεια, επίσης, είναι ότι ειδικά μετά την αναγνώριση της γειτονικής χώρας από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής το 2004 επιδεινώθηκε σημαντικά η διαπραγματευτική θέση της χώρας μας. Στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης άρχισε να φαίνεται η Ελλάδα μέρος του προβλήματος για την αστάθεια στην περιοχή. Κι εμείς είχαμε θέμα γι’ αυτό και έχουμε θέμα γι’ αυτό. Διότι η αστάθεια στην περιοχή θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας μεγάλης Αλβανίας, που δεν το θέλουμε, και η αστάθεια στην περιοχή θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις εντάσεων, που δεν τις θέλουμε στα βόρεια σύνορά μας.

Έτσι, φτάσαμε σιγά-σιγά στις Κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ που διαπραγματεύτηκαν, όχι με την αρχή του Συμβουλίου Αρχηγών του 1992, αλλά με αυτό που ονομάζουμε σήμερα «εθνική γραμμή» και πολύ αργότερα αυτή η εθνική γραμμή αποκρυσταλλώθηκε, με την Κυβέρνηση Καραμανλή, και ξεκαθαρίστηκε ως η γραμμή της σύνθετης ονομασίας με τον όρο «Μακεδονία», με γεωγραφικό προσδιορισμό έναντι όλων.

Ήταν μια θέση που υποστήριξαν όλες οι κυβερνήσεις, τουλάχιστον από το 2007 έως σήμερα. Όλες ανεξαιρέτως. Την αναγγείλατε σε δεκάδες προγραμματικές δηλώσεις σ’αυτήν την Αίθουσα, σε δεκάδες διεθνή φόρα -έτσι είναι- όπως και η Κυβέρνηση του κ. Σαμαρά, οι Υπουργοί του και ο κ. Αβραμόπουλος, ο οποίος άλλα ψηφίζει στο Κολέγιο των Επιτρόπων για την τωρινή Συμφωνία, όπου είχε ομόφωνη απόφαση υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών, και άλλα δηλώνει δημόσια. Αυτή είναι η σταθερότητα που σας διακρίνει, κύριοι της Νέας Δημοκρατίας!

Και, βεβαίως, και η Κυβέρνηση του κυρίου Σαμαρά. Όλοι θυμόμαστε, το γνωρίζουμε ότι ο κ. Βενιζέλος, Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, το 2014 στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ανήγγειλε αυτήν τη θέση. Επίσης, όλοι έχουμε δει και τη συνέντευξη του ίδιου του κ. Σαμαρά, ο οποίος έλεγε «εάν δεχτούν το erga omnes, να το σκεφτούμε». Βεβαίως, φαντάζομαι ότι το έκανε -γιατί δεν θέλω να τον υποτιμώ-, έχοντας στο μυαλό του ότι δεν θα το δεχτούν.

Σήμερα, όμως, μας είπε απ’ αυτό το Βήμα της Βουλής, παραχαράσσοντας κι αυτός, όπως οι γείτονές μας, την ιστορία της δικής μας πολιτικής ζωής του τόπου, την ιστορία των ελληνικών κυβερνήσεων, αλλά και της παράταξής σας, ότι η παράταξή σας και άρα η εξωτερική πολιτική της χώρας -τους έβαλε όλους μέσα- ήταν πάντα με τη λογική, με την έννοια ότι η Μακεδονία είναι μία και ελληνική. Προσέξτε, δεν αναφέρθηκε σε κάτι το οποίο θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε όλοι μας, δηλαδή στην αρχαία ελληνική Μακεδονία, αλλά αναφέρθηκε στη σύγχρονη ως γεωγραφικό χώρο. Δεν υπήρξε ποτέ στη δική τους γραμμή, λέει, της παράταξης και της εξωτερικής πολιτικής, η έννοια των πολλών Μακεδονιών.

Θυμάμαι εγώ ότι ο Κώστας Καραμανλής ως Πρωθυπουργός είχε αναφερθεί με σαφήνεια πως «ο όρος Μακεδονία χρησιμοποιήθηκε πάντα για τον καθορισμό μιας ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής»-διαβάζω απόσπασμα από παρέμβασή του- «το μεγαλύτερο μέρος της οποίας βρίσκεται εκτός συνόρων της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, εξ ου και το όνομα», έλεγε, «θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνει τον όρο Μακεδονία, αλλά να προηγείται ένα προσδιοριστικό επίθετο, προκειμένου να διακρίνεται από την ευρύτερη γεωγραφική περιοχή. Και είναι σαφές ότι οιαδήποτε σύνθετη ονομασία πρέπει να αντανακλά αυτήν τη γεωγραφική πραγματικότητα». Ποια γεωγραφική πραγματικότητα; Ότι στη σύγχρονη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας, λίγο πάνω από το μισό κατέχει η Ελλάδα, ένα άλλο μεγάλο μέρος κατέχει η Βουλγαρία και ένα άλλο μέρος είναι αυτή η ΠΓΔΜ με τους Σκοπιανούς και ΠΓΔΜίτες, οι οποίοι κατά 70% είναι Σλάβοι, σλαβόφωνοι, Σλαβομακεδόνες, διότι μένουν στην περιοχή της Μακεδονίας και ένα 30% αλβανικής εθνοτικής καταγωγής.

Βέβαια, ο κ. Μητσοτάκης σήμερα, για να είμαι ειλικρινής απέναντί του, να μην τον αδικώ, διαφοροποιήθηκε από τον κ. Σαμαρά. Μην του πάρει και όλο το κόμμα, του έχει πάρει τα 2/3!

Είπε ότι ποτέ δεν μονοπώλησε το σύνολο της Μακεδονίας η εξωτερική πολιτική του κόμματός του και της Ελλάδας. Τα σωστά να τα λέμε.

Η αλήθεια, λοιπόν, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι ότι αυτή ήταν η εθνική γραμμή, μια θέση την οποία δεν παρήγαγε η δική μας Κυβέρνηση. Η δική μας Κυβέρνηση τη βρήκε από εσάς. Τη βρήκε και συνέχισε με αυτή.

Έρχομαι τώρα και σε άλλες ωραίες αλήθειες. Η αλήθεια είναι ότι το 2008 στο Βουκουρέστι η Κυβέρνηση Καραμανλή, με την κ. Μπακογιάννη τότε Υπουργό, προσπάθησε και κατάφερε να αποσπάσει τη συναίνεση των εταίρων στο ΝΑΤΟ, ώστε να μην ενταχθεί η γειτονική χώρα με την προσωρινή της ονομασία στο ΝΑΤΟ -αυτή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, το FYROM δηλαδή- χωρίς ωστόσο να ασκήσει βέτο, όπως φημολογείται. Διότι αυτή είναι η αλήθεια. Δεν υπήρξε ποτέ βέτο. Και αυτό πράγματι, θα πω εγώ, γιατί θέλω να λέω όλες τις αλήθειες, ήταν μια επιτυχία στον βαθμό που η ίδια η ενδιάμεση συμφωνία προέβλεπε ότι η Ελλάδα δεν έχει το δικαίωμα να ασκήσει βέτο στην ένταξη γειτονικής χώρας, με την προσωρινή της ονομασία σε οποιονδήποτε διεθνή οργανισμό.

Επίσης, η αλήθεια είναι ότι ο χειρισμός αργότερα αυτής της επιτυχίας -από την ίδια την Κυβέρνηση που το πέτυχε, αλλά και από επόμενες- υπήρξε καταστροφικός, διότι η ίδια η Κυβέρνηση και στελέχη της τότε, με δημόσιες δηλώσεις τους πανηγύριζαν -πάλι προς θρέψη της διαρκώς παραπλανημένης κοινής γνώμης που είχε μείνει ακόμα στο ’92, στο Συμβούλιο των Αρχηγών- ότι η Ελλάδα έβαλε βέτο στο Βουκουρέστι. Και έτσι ήρθε το 2011 η δυσμενής απόφαση για τη χώρα, για την Ελλάδα, του Δικαστηρίου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών που αναφερόταν σε παραβίαση της ενδιάμεσης συμφωνίας του ‘95 κατά τη Σύνοδο του Βουκουρεστίου.

Περαιτέρω, η αλήθεια είναι ότι και η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε επανειλημμένως προτείνει την έναρξη διαπραγματεύσεων για την ένταξη της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά με αυτά τα ευνοϊκά για την ίδια δεδομένα, για τη πΓΔΜ, η γειτονική χώρα ουδέποτε είχε καν ζητήσει, ουδέποτε είχε καν συζητήσει, ουδέποτε είχε δεχθεί καν να συζητήσει την αλλαγή του ονόματός της έναντι όλων, erga omnes δηλαδή, και σε όλες τις διαπραγματεύσεις στο διεθνές και ευρωπαϊκό πλαίσιο προσέρχονταν αποδεχόμενη μόνο τη διπλή ονομασία. Δηλαδή η συνταγματική της ονομασία στο εσωτερικό. Και τώρα σας φταίει ο αυτοπροσδιορισμός. Τότε δεν μας έφταιγε το ότι κάποιες κυβερνήσεις διαπραγματεύονταν τη διπλή ονομασία, δηλαδή να λέγονται «Μακεδονία», «Δημοκρατία της Μακεδονίας» στο εσωτερικό. Δεν θέλω εγώ να βγάλω ούτε τηλεγραφήματα ούτε επιστολές. Δεν έχει νόημα, γιατί αισθάνομαι την εθνική ευθύνη.

Εγώ δεν θα βγάλω, κύριε Μητσοτάκη. Αλλά θα πω την αλήθεια σήμερα εδώ και αναγνωρίζει ο ελληνικός λαός. Αν θέλετε, διαψεύστε με.

Τότε λοιπόν, οι γείτονες μας έλεγαν τη συνταγματική τους ονομασία στο εσωτερικό, την οποία είχαν αναγνωρίσει όλες οι σημαντικές χώρες -δεν είχαν κανέναν λόγο να διατηρήσουν μια άλλη στάση- και βεβαίως μια υπόλοιπη την οποία διαπραγματεύονταν για τον υπόλοιπο κόσμο, από την οποία ποτέ βεβαίως δεν είχαν βγάλει τον όρο «Μακεδονία», διότι αυτή ήταν η βάση της διαπραγμάτευσης. Και βεβαίως, ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε συζήτηση-γιατί δεν άνοιγαν τη συζήτηση- για αλλαγή του Συντάγματός τους. Καμία συζήτηση.

Αυτή είναι η αλήθεια, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, για το τι έγινε το ‘92 μέχρι σήμερα, πόσο ταλαιπωρήθηκε η χώρα, πόσο μεγάλο βάρος είχε η χώρα στην εξωτερική της πολιτική, χωρίς να μπορεί να λύσει ένα θέμα που -δυστυχώς, λέω εγώ- οι εταίροι μας δεν κατανοούσαν ούτε ακόμα κατανοούν. Και πόσο κεφάλαιο προσπαθειών καταναλώναμε από το να προσανατολιστούμε στα πραγματικά μεγάλα εθνικά ζητήματα που δεν είναι στο Βορρά. Τελείωσε αυτό το δόγμα. Έχει μείνει σε αυτό το δόγμα ο κ. Βορίδης φαίνεται, αλλά τελείωσε.

Ήταν την εποχή του Ψυχρού Πολέμου αυτό το δόγμα, ότι από Βορρά είναι η απειλή. Δεν είναι από Βορρά η απειλή.

Έρχεται λοιπόν, η δική μας Κυβέρνηση. Και βεβαίως, όλα αυτά τα τριάντα σχεδόν χρόνια, επαναλαμβάνω, είχαμε αυτόν τον απίστευτο δυισμό, ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης να νομίζει ότι το μεγάλο πρόβλημά μας είναι ο όρος «Μακεδονία»- ακόμα και σήμερα το νομίζει-, όλες οι κυβερνήσεις να παλεύουν για σύνθετη ονομασία, με τον όρο «Μακεδονία» και φυσικά, μη μας τρελάνετε κιόλας, κανείς δεν έθετε ως κύριο θέμα τη γλώσσα και την εθνότητα. Και θα εξηγήσω μετά γιατί.

Και ερχόμαστε, λοιπόν, εμείς και βρίσκουμε μπροστά μας μία ευκαιρία. Αλλάζει η Κυβέρνηση εκεί. Αλλάζει η εθνικιστική Κυβέρνηση του κυρίου Γκρούεφσκι το VMRO, που λέει τα ακριβώς αντίθετα από αυτά που λέτε εσείς. Είστε η διαφορετική όψη του ίδιου νομίσματος. Τι λένε όλοι αυτοί; Λένε του Ζάεφ «μας πρόδωσες», λένε του Ζάεφ «ξεπούλησες τη Μακεδονία μας στους Έλληνες», λένε του Ζάεφ «έδωσες και γλώσσα και εθνότητα, όλα τα έδωσες». Και τα ίδια λέτε κι εσείς σε μας. Ξέρετε γιατί; Διαβάστε την ανακοίνωση που έκανε το VMRO για τη ρηματική διακοίνωση. Διαβάστε την!«Εξευτέλισε τη Μακεδονία. Δεν υπάρχει πια Μακεδονία. Μας έκανε Βόρεια Μακεδονία, δώσαμε το όνομα μας, δώσαμε τη γλώσσα μας, δώσαμε τα πάντα».

Οι εθνικισμοί και στις δύο πλευρές έχουν ένα βασικό χαρακτηριστικό: την πατριδοκαπηλία. Όμως, οι εθνικισμοί ιδίως στο χώρο των Βαλκανίων έχουν οδηγήσει σε μεγάλες, σε οδυνηρές περιπέτειες τους λαούς.

Και πιστεύω ότι τώρα ήρθε η ώρα να ξεφύγουμε από αυτόν το φαύλο κύκλο των εθνικισμών και να δούμε το μέλλον της ευημερίας, της ειρήνης, της προόδου, της συνεργασίας.

Ερχόμαστε, λοιπόν, εμείς και πραγματικά αρπάζουμε αυτήν την ευκαιρία. Άλλαξε η εθνικιστική κυβέρνηση, ήρθε ένας προοδευτικός ηγέτης, ένα προοδευτικό κόμμα –σοσιαλιστικό, κυρία Γεννηματά, σοσιαλιστικό πράγματι- και ξεκινάμε μια προσπάθεια δύσκολη να βρούμε μία αμοιβαία αποδεκτή λύση. Όχι να πάμε να τους καταλάβουμε, όχι να πάμε να τους καταρρακώσουμε. Με βάση αυτά που μας λέτε, που ψάχνετε να βρείτε την υποπερίπτωση της υποπερίπτωσης, θα έπρεπε να είχαμε κάνει πόλεμο και να τους είχαμε κατακτήσει. Δεν κάναμε αυτό. Κάναμε μία συμφωνία, έναν συμβιβασμό. Και τι βάλαμε εμείς ως κορυφαία σε αυτόν το συμβιβασμό; Όλα όσα πολεμούσατε εσείς ως κεντρικά ζητήματα είκοσι πέντε χρόνια και δεν τα καταφέρνατε. Και τα πετύχαμε. Και τώρα, μας λέτε «είστε προδότες που τα πετύχατε».

Τι πετύχαμε, λοιπόν εμείς; Πετύχαμε, πρώτον, σύνθετο όνομα με γεωγραφικό προσδιορισμό. Αυτό, δηλαδή, που υποχρεώσαμε τους γείτονές μας να αλλάξουν το συνταγματικό τους όνομα, με το οποίο είχαν ήδη αναγνωριστεί από πάνω από εκατόν τριάντα φορές και από «Δημοκρατία της Μακεδονίας» σκέτο να το κάνουν «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», ώστε αύριο τα παιδιά μας όταν μπαίνουν στο ίντερνετ και πατούν το λήμμα «Μακεδονία», να βγαίνει ο Λευκός Πύργος και να μην βγαίνουν τα Σκόπια. Αυτό πετύχαμε εμείς!

Δεύτερον, πετύχαμε αυτό που ούτε καν συζητούσαν επί των κυβερνήσεων σας, κυρία Μπακογιάννη, κύριε Καραμανλή, κυρία Γεννηματά, ούτε καν συζητούσαν, το «erga omnes»έναντι όλων και για κάθε χρήση.

Τούτο σημαίνει ότι η χρήση αυτή δεν θα χρησιμοποιείται μόνο στις διεθνείς σχέσεις της χώρας με άλλες χώρες και με διεθνείς οργανισμούς, αλλά θα αφορά και το εσωτερικό της χώρας όπου αναγκάζονται, αλλάζουν το σύνταγμα τους, κατεβάζουν τις πινακίδες από τα αεροδρόμια τους, από τους δρόμους τους, δεν θα μπορούν να έχουν κρατικό θέατρο Μακεδονικό, θα έχουν της Βόρειας Μακεδονίας, δεν μπορούν να έχουν εθνική ομάδα Μακεδονική, θα έχουν εθνική ομάδα της Βόρειας Μακεδονίας. Αυτά τα λίγα.

Τρίτον, καταφέραμε οι γείτονες μας, αναθεωρώντας το Σύνταγμά τους να τροποποιήσουν τις διατάξεις εκείνες που περιείχαν αναφορές αλυτρωτισμού και αναθεωρητισμού. Ευθυγραμμίζουν μάλιστα, το Σύνταγμά τους με ό,τι λέει το ελληνικό Σύνταγμα στις σχετικές του διατάξεις περί διασποράς. Και πέραν της συνταγματικής αναθεώρησης, στην ίδια συμφωνία, οι γείτονές μας δεσμεύονται να μην υποκινούν οποιεσδήποτε πράξεις μη φιλικού χαρακτήρα εναντίον της χώρας μας. Δεσμεύονται να μην προβαίνουν σε αλυτρωτικές δηλώσεις, δεσμεύονται να μην υιοθετούν τέτοιου είδους δηλώσεις από όποιον φέρεται να δρα για το συμφέρον τους, δεσμεύονται να σέβονται τα υφιστάμενα σύνορα, δεσμεύονται με δυο λόγια να εγκαταλείψουν κάθε είδους αλυτρωτική ρητορική, κάθε είδους αλυτρωτικές δράσεις από οποιονδήποτε κι αν προέρχονται αυτές.

Τέταρτον, καταφέραμε η χρήση του όρου «Μακεδονία», «μακεδονικό», σε σχέση με τις κρατικές δομές και τα όργανα του κράτους να αφήνεται μόνο στην ελληνική πλευρά, δηλαδή αυτό που σας έλεγα πιο πριν ότι δεν μπορούν να έχουν πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Η Ελλάδα μπορεί να έχει και θα έχει προφανώς.

Βεβαίως, δεν θέλω καν να απαντήσω στις ανακρίβειες τις οποίες είπατε, δηλαδή ότι δήθεν εμείς θα πρέπει αναγκαστικά να τους λέμε «Μακεδόνες» και «μακεδονικό» κ.λπ. Δεν έχετε διαβάσει καν τη Συμφωνία. Το άρθρο 7.5. τα λέει με πολύ μεγάλη σαφήνεια.

Εγώ θα ήθελα να σας ρωτήσω: Πώς ακριβώς θέλετε να τους λέμε; Σκοπιανούς; Θα ήθελα να σας ρωτήσω ποια είναι η θέση σας σ’ αυτό. Διότι σε μια ερώτηση που κάνατε, κύριε Κουμουτσάκο, όταν δεν είχε ανοίξει η κόντρα για λόγους μικροκομματικής αντιπαράθεσης ακόμα και θέλατε να απευθυνθείτε στον κ. Καμμένο για να του κάνετε κριτική, που πάντα είχε αυτήν τη θέση της δεξιάς άκρης της «πολυκατοικίας», αναφερθήκατε από μόνοι σας, όταν κάνατε ανάλυση του πληθυσμού της γειτονικής χώρας, σε Αλβανούς και Σλαβομακεδόνες. Εσείς μόνοι σας το λέγατε.

To πέμπτο που κερδίσαμε και θεωρώ ότι είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα, είναι ότι κατοχυρώνεται η ελληνική παράδοση και η ιστορική κληρονομιά της αρχαίας ελληνικής Μακεδονίας με τον πιο σαφή, με τον πιο νομικά δεσμευτικό τρόπο.

Γιατί σε αντίθεση με ορισμένους που θεωρούν ότι το όνομα είναι η ψυχή μας, εγώ θεωρώ ότι η ψυχή μας είναι η ιστορία μας. Η ιστορία μας είναι η ψυχή μας και την παίρνουμε πίσω. Δεν θα μπορεί πια κανείς να τη σφετερίζεται.

Μετά απ’ όλα αυτά έρχεται η Αντιπολίτευση -και ιδίως τα κόμματα που είχαν ευθύνη για όλα όσα συνέβησαν τα τελευταία χρόνια- και μας λένε τι; «Δεν πειράζει που κερδίσατε όλα όσα εμείς είχαμε θέσει ως εθνική γραμμή. Η Συμφωνία αυτή δεν είναι επωφελής για τα εθνικά συμφέροντα». Μα, αν αυτή η Συμφωνία, που καλύπτει πλήρως όλες τις εθνικές «κόκκινες» γραμμές που βάλατε κι εμείς τις βρήκαμε, που αποτρέπει επιπλέον σημαντικούς κινδύνους που εσείς ουδέποτε καταφέρατε στις διαπραγματεύσεις να διασφαλίσετε, όπως το ζήτημα τού να εγερθεί θέμα μειονότητας, αν αυτή η Συμφωνία –λέτε- είναι εθνικά επιζήμια, τότε η εθνική γραμμή και η δική σας στρατηγική, αυτή που οικοδομήσατε εσείς τόσα χρόνια, ήταν εθνικά επιζήμια. Τότε εσείς ήσασταν επιζήμιοι για τη χώρα.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η άρνηση και καταψήφιση αυτής της Συμφωνίας από τα κόμματα και τα πολιτικά πρόσωπα που κυβέρνησαν τη χώρα -εγώ δεν λέω για κάποιους οι οποίοι δεν κυβέρνησαν και είχαν αυτήν τη θέση- ήταν μ’ αυτό το κομμάτι της εθνικής κοινής γνώμης, μ’ αυτό το κομμάτι της εθνικής συλλογικής συνείδησης που είχε μείνει στο ’92. Δεν είχε παρακολουθήσει ότι η γραμμή της χώρας ήταν άλλη. Η καταψήφιση, λοιπόν, αυτής της Συμφωνίας από τα κόμματα και τα πολιτικά πρόσωπα που κυβέρνησαν τη χώρα από το ’90 και μετά αποτελεί μια πρωτοφανή αυτοακύρωση και αυτοϋπονόμευσή τους, των δικών τους πολιτικών πεπραγμένων. Με δυο λόγια θα το πω: Είναι μια στάση πολιτικής υποκρισίας με κεφαλαίο «Υ». Όλοι, όμως, κρινόμαστε.

Εγώ θα ήθελα να πω μια ακόμα αλήθεια, για να πάω μετά στα επιχειρήματα, τα οποία αναδεικνύετε το τελευταίο διάστημα.

Θεωρώ –και νομίζω ότι είναι μια αλήθεια που δεν μπορεί να κρυφτεί- ότι το βασικό σας πρόβλημα, κύριε Μητσοτάκη και κυρία Γεννηματά, δεν είναι η Συμφωνία. Το βασικό σας πρόβλημα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Το βασικό σας πρόβλημα είναι ότι αυτήν τη Συμφωνία τη φέρνω εγώ ως Πρωθυπουργός, τη φέρνει ο Κοτζιάς ως Υπουργός που ήταν.

Το βασικό σας πρόβλημα είναι ότι εσείς κάνετε αυτό για το οποίο μάς κατηγορείτε, δηλαδή εργαλειοποίηση ενός εθνικού ζητήματος. Εσείς κάνατε αυτό για το οποίο μας κατηγορείτε.

Βεβαίως, το κάνετε για έναν και βασικό λόγο, διότι αυτήν τη Συμφωνία τη φέρνουν αυτοί τους οποίους εσείς δεν αναγνωρίζετε παρά ως προσωρινούς ενοίκους της εξουσίας, ενώ εσείς θεωρείτε τους εαυτούς σας ως μόνιμους ιδιοκτήτες.

Δεν έχουμε παρά να δούμε την υποκριτική στάση που κράτησε η Νέα Δημοκρατία από την πρώτη στιγμή κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης, όταν εκκινούσε η διαδικασία αυτή. Ο κ. Μητσοτάκης αρχικά είχε δηλώσει ότι στηρίζει την επιδίωξη για επίτευξη συμφωνίας με σύνθετη ονομασία που θα ισχύει erga omnes. Γιατί; Διότι προφανώς είχε την εντύπωση ότι δεν θα το καταφέρουμε αυτό. Όταν είδε ότι το καταφέρνουμε αυτό, άλλαξε γνώμη, άλλαξε τοποθέτηση και έθεσε ως απαράβατο όρο να κατοχυρωθεί η Συμφωνία αυτή και με αναθεώρηση της συνταγματικής ονομασίας. Όταν είδε ότι το πετυχαίνουμε και αυτό, όπως επιδιώκαμε από την αρχή, ανέβασε κι άλλο τον πήχη και έβαλε μία ακόμα προϋπόθεση, να ολοκληρωθεί η συνταγματική αναθεώρηση στη γείτονα πριν κυρωθεί αυτή από το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Μάλιστα, θυμάμαι ότι ήταν τόσο σίγουρος τότε ο κ. Κουμουτσάκος που έλεγε «τώρα αυτός ο όρος ο απαράβατος και δεν κάνουμε βήμα παραπέρα απ’ αυτόν τον όρο» και την επόμενη μέρα διαψεύστηκε.

Όμως, εκείνες τις μέρες, ξέρετε, στέλνατε την κυρία Σπυράκη να πηγαίνει να συναντά σε κρυφά καφέ στις Βρυξέλλες τον κ. Ζάεφ και να του λέει: «Σταμάτα, μην πας με αυτούς. Εμείς θέλουμε να προχωρήσουμε, αλλά μην πας με αυτούς. Θα αλλάξουν τα πράγματα στην Ελλάδα και θα κάνουμε εμείς τη Συμφωνία». Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Τώρα, λοιπόν, όταν διαπιστώσατε ότι όλες οι καίριες και κομβικές διαπραγματευτικές μας θέσεις έχουν υλοποιηθεί, αρχίσατε να μιλάτε για εκχώρηση γλώσσας και εθνότητας, ακόμα και όταν οι ίδιοι οι γείτονές μας έχουν διευκρινίσει ότι η Συμφωνία αναγνωρίζει ιθαγένεια και η γλώσσα τους είναι σλαβική. Μάλιστα, όταν ήρθε και η διευκρινιστική δήλωση, αρχίσατε να λέτε κάτι άρρητα ρήματα ότι το πρόβλημά σας είναι ότι τη διευκρινιστική δήλωση στη σφραγίδα πάνω δεν την έχουν αλλάξει και έχει «Μacedonia». Μα, πώς; Αφού πρέπει να κυρωθεί στην Ελληνική Βουλή και να τεθεί σε ισχύ η αλλαγή του Συντάγματός τους. Τέτοια μας λέτε.

Φτάσατε βεβαίως στο σημείο να μας πείτε ότι ανακαλύψατε και κάτι ακόμα, ότι δηλαδή δεν εκχωρούμε –λέει- μόνο γλώσσα και εθνότητα, αλλά εκχωρούμε και λαό.

Καταρχάς τη λέξη «εκχώρηση» – κύριε Μητσοτάκη, το έχετε σκεφτεί αυτό;- τη χρησιμοποιείτε διαρκώς χωρίς να κατανοείτε τι ακριβώς κάνετε. Παραπέμπει μάλλον σ’ ένα παραλήρημα μεγαλείου, που προφανώς προκύπτει από την στροφή σας στην εθνικιστική πλευρά το τελευταίο διάστημα.

Δεν θέλω, όμως, να μπω στη σφαίρα της ψυχανάλυσης, ούτε να αναλάβω ρόλο ψυχαναλυτή. Αυτό που θέλω να σας πω είναι ότι δεν μπορείς να εκχωρήσεις κάτι που δεν έχεις και κάτι που δεν υπάρχει, για τον πολύ απλό λόγο ότι εμείς γλώσσα μακεδονική δεν είχαμε ποτέ -ο Μέγας Αλέξανδρος μίλαγε την ελληνική γλώσσα, ο Μέγας Αλέξανδρος διδάχθηκε την ελληνική γλώσσα από τον Αριστοτέλη και όχι μακεδονική γλώσσα-, αλλά και για τον απλούστατο λόγο ότι οι Μακεδόνες Έλληνες που κατοικούν στη βόρεια Ελλάδα έχουν εθνότητα ελληνική.

Πάμε παρακάτω, όμως. Μας λέτε ότι εκχωρήσαμε τη γλώσσα -παρά το γεγονός ότι μάλλον δικές σας κυβερνήσεις το έκαναν αυτό- στη διάσκεψη του ΟΗΕ για την τυποποίηση των γεωγραφικών ονομάτων που έλαβε χώρα στην Αθήνα το ’77.

Ενώ οι δικές σας κυβερνήσεις αυτά τα θέματα τα είχαν στην πρώτη γραμμή, γιατί τότε, το 1994, δεν προβάλατε καμία επιφύλαξη ή αντίρρηση στον Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την επίσημη κωδικοποίηση των ονομάτων, των γλωσσών κρατών-μελών του ΟΗΕ και παραδώσατε τότε τις συντομογραφίες MK και MKD;

Και για όσους θεωρούν ότι αυτά είναι πολύ τεχνικά, θέλω να σας επαναλάβω το εξής. Πού είναι ο φίλος μου ο κ.Τασούλας; Κύριε Τασούλα, είχαμε κάνει έναν διάλογο για αυτό. Θα το πω με σωστό τρόπο αυτή τη φορά. Ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ως Υπουργός Εξωτερικών, το 1959 από αυτό εδώ το Βήμα –και δεν είναι τυχαίο όταν τα λέει ένας Υπουργός Εξωτερικών- είχε πει τα εξής. Και θα το πω σωστά, εκ προοιμίου, ότι δεν τα είχε πει θέλοντας να δώσει απαντήσεις στο ζήτημα της γλώσσας, αλλά στο κύριο και το μείζον θέμα, που ήταν η μειονότητα. Η μειονότητα ήταν το μείζον θέμα, που λύνεται με τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Τι έλεγε, λοιπόν, ο αείμνηστος Ευάγγελος Αβέρωφ το 1959; «Πρώτον, εις την Ελληνική Μακεδονία δεν ομιλείται η μακεδονική γλώσσα, η οποία ομιλείται εις τα Σκόπια και έχει και γραμματικήν και συντακτικόν. Στην Ελληνική Μακεδονία ομιλείται ένα τοπικό ιδίωμα, το οποίο δεν έχει καμία σχέση με τη μακεδονική γλώσσα.».

Η δήλωση αυτή γιατί είναι αποκαλυπτική; Διότι με μία και μόνη κίνηση κατεδαφίζει όλες αυτές τις αντιεπιστημονικές, τις πατριδοκάπηλες ανοησίες που έχουν κατατεθεί το τελευταίο διάστημα στη δημόσια συζήτηση.

Αφενός ο Ευάγγελος Αβέρωφ με την ιδιότητα του Υπουργού Εξωτερικών αναγνωρίζει το προφανές, ότι εκτός από την Ελληνική Μακεδονία υπάρχει και άλλη Μακεδονία που δεν είναι Ελληνική, όταν λέει «εις την Ελληνική Μακεδονία». Διαφορετικά θα χρειαζόταν άλλος προσδιορισμός.

Αφετέρου, αναγνωρίζει την ύπαρξη μακεδονικής γλώσσας, όταν ένας Υπουργός Εξωτερικών το λέει αυτό στο Ελληνικό Κοινοβούλιο το 1959, πολύ πριν γίνει Υπουργός ο κ. Κοτζιάς νομίζω. Και φαντάζομαι ότι δεν θα θεωρείτε εθνομηδενιστή και προδότη τον αείμνηστο Αβέρωφ, όπως ενδεχομένως θεωρείτε τον κ. Κοτζιά και όσους είναι στην Αριστερά και στον ΣΥΡΙΖΑ. Και την αναγνωρίζει με γραμματική και συντακτικό και απάντα με σαφήνεια και σε όλους εκείνους τους υποτιθέμενους λόγιους και γλωσσολόγους που προσπαθούν να μας πείσουν ότι μια γλώσσα δεν είναι γλώσσα, στέλνοντας στον κάλαθο των αχρήστων και την επιστημονική τους αξιοπρέπεια, αλλά και τον ορθό λόγο.

Μια λοιπόν και με προκαλέσατε για το θέμα της μειονότητας και μου λέτε ότι αυτό είναι το κρίσιμο, θα ήθελα και εδώ να κάνω μια ιστορική αναδρομή. Μια και μιλάμε σήμερα με αλήθειες, να τα πούμε όλα. Με τη Συμφωνία των Πρεσπών οι γείτονές μας δέχονται οριστικά ότι δεν υπάρχει ζήτημα δήθεν μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα. Το ζήτημα αυτό -και όχι της ονομασίας- ήταν αυτό το οποίο είχε αποτελέσει τον πυρήνα του Μακεδονικού ζητήματος, σας θυμίζω, κατά τη διάρκεια του πολέμου με την τότε ενιαία Γιουγκοσλαβία, το να επιμένει περί ύπαρξης μακεδονικής μειονότητας στην ελληνική επικράτεια.

Η σχετική, λοιπόν, τροπολογία στο Σύνταγμα της γειτονικής χώρας, που την πετυχαίνουμε με τη Συμφωνία των Πρεσπών, είναι αυτή που αφαιρεί κάθε αναφορά σε προστασία μακεδονικής μειονότητας ή σε μακεδονικό λαό σε γειτονικές χώρες και κάνει λόγο για στήριξη της ομογένειας, όπως ακριβώς κάνουμε λόγο και στο δικό μας Σύνταγμα. Είναι, λοιπόν, σαφές, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι χωρίς αλύτρωτους αδελφούς δεν υπάρχει αλυτρωτισμός. Γι’ αυτό τελειώνουμε μια και καλή με τον αλυτρωτισμό.

Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό σας τώρα, τα περί δήθεν εκχώρησης μακεδονικής εθνότητας, που όπως είπα εμπλουτίστηκε τώρα τελευταία με το επιχείρημα περί εκχώρησης μακεδονικού λαού, νομίζω ότι είναι μια συζήτηση την οποία έχουμε εξαντλήσει. Την έχουμε κάνει δηλαδή πολλές φορές και μιλάμε και με αγγλικούς όρους. «Nationality»και«ethnicity» είναι άλλες λέξεις. Νομίζω ότι την εξαντλήσαμε σε ό,τι αφορά βεβαίως και τη διευκρινιστική δήλωση που έγινε στη ρηματική διακοίνωση από τους ίδιους τους γείτονές μας.

Όμως, επιτρέψτε μου, για να γίνω κατανοητός σε όσους μας παρακολουθούν, να αναφέρω ένα παράδειγμα και μόνο. Διότι, όπως προείπα, στη γειτονική χώρα οι πολίτες έχουν nationality, ιθαγένεια μακεδονική/πολίτες της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας, αλλά η εθνότητα τους είναι Αλβανοί και Σλαβομακεδόνες. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Όπως για παράδειγμα θα έλεγα και μια άλλη χώρα, την Ελβετία. Οι Ελβετοί πολίτες έχουν nationality, ιθαγένεια ελβετική, αλλά χωρίζονται σε τρεις εθνότητες: είναι Γερμανοί, είναι Γάλλοι, είναι Ιταλοί. Αυτές είναι οι εθνοτικές τους προελεύσεις. Τι δεν καταλαβαίνετε; Αυτό δεν μπορώ να το κατανοήσω.

Όμως για να μιλήσουμε με όρους νομικούς, όρους του διεθνούς δικαίου, θα σας έλεγα μόνο αυτή τη φράση. Στο διεθνές δίκαιο δεν υπάρχουν γενικώς αποδεκτά χαρακτηριστικά και γενικά αποδεκτοί ορισμοί του έθνους ή του λαού. Τα κράτη αναγνωρίζουν κράτη. Δεν αναγνωρίζουν ούτε λαούς ούτε εθνότητες. Ως εκ τούτου, ακόμα και αν ήθελε ο Κοτζιάς να τα δώσει όλα και να τους δώσει εθνότητα, δεν θα μπορούσε να το κάνει, διότι μια διεθνής συμφωνία δεν μπορεί να αναγνωρίσει εθνότητα, παρά μόνο ιθαγένεια.

Θέλω όμως τώρα να απαντήσω επί της ουσίας στα ερωτήματα αυτά με ορισμένα παραδείγματα, γιατί είδα ότι το βασικό σας επιχείρημα είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια δίνατε μια μεγάλη μάχη εσείς για την εθνότητα και για τη γλώσσα. Μάλιστα.

Θέλω να σας απευθύνω ένα ερώτημα: Τι κάνατε ακριβώς εσείς, όταν διαπραγματευόσασταν, για την αναφορά σε μακεδονικό έθνος στο Σύνταγμα της γειτονικής μας χώρας; Ρωτάω τους συναδέλφους, διότι την τελευταία φορά που έγινε συζήτηση για αλλαγή του Συντάγματος της γείτονος, δεν ήταν τώρα με τον Κοτζιά. Ήταν το 1992 επί Κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Μητσοτάκη με Υπουργό Εξωτερικών τον κ. Σαμαρά. Αλήθεια, ο κ. Σαμαράς είχε ζητήσει την αφαίρεση των αναφορών του Συντάγματος της γειτονικής χώρας σε μακεδονικό έθνος ή λαό και εμείς δεν το γνωρίζουμε; Η απάντηση είναι όχι.

Ο κ. Σαμαράς όταν διαπραγματεύτηκε το «Πακέτο Πινέιρο» κατέθεσε συνταγματικές αλλαγές από τη δική μας πλευρά που είχαν να κάνουν αποκλειστικά με το θέμα της μειονότητας, να μην υπάρχει αναφορά σε μειονότητα στο Σύνταγμά τους για να μη διεκδικούν μειονότητα και βεβαίως να εξαλειφθούν και οι αναφορές οι επεκτατικές. Καμία αναφορά -καμία αναφορά!- σε αλλαγή του λεκτικού του Συντάγματος σε σχέση με μακεδονικό λαό και μακεδονικό έθνος.

Κι αν δεν με πιστεύετε, θα ήθελα να καταθέσω σήμερα -επειδή αυτά δεν έχουν αποχαρακτηριστεί, θα ήθελα να είναι προς γνώση των Αρχηγών των Κομμάτων και όχι του συνόλου των Βουλευτών- τι περιλαμβάνουν οι διαπραγματεύσεις για το «Πακέτο Πινέιρο» και τι κατέθεσε ο κ. Σαμαράς.

Και βεβαίως, επειδή το ίδιο ακούσαμε και από την πλευρά της κυρίας Γεννηματά -που και αυτή μας είπε ότι εάν εμείς είχαμε δώσει τη γλώσσα και την εθνότητα, θα το είχαμε λύσει το θέμα, αλλά δεν τα δίναμε γιατί εμείς ήμασταν εθνικά υπερήφανοι- αλήθεια, κυρία Γεννηματά, για διαβάστε λίγο καλύτερα τη Συμφωνία της Αχρίδας που υπεγράφη από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2001, επί κυβερνήσεως Σημίτη. Τι λέει, λοιπόν, αυτή η Συμφωνία; Θέλετε να σας διαβάσω τι λέει αυτή η Συμφωνία; Η επίσημη γλώσσα της Μακεδονίας και στις διεθνείς σχέσεις της Μακεδονίας είναι η μακεδονική γλώσσα. Χωρίς καμία δική σας διαμαρτυρία τότε! Αναφέρεται σε μακεδονική γλώσσα, αναφέρεται σε Μακεδονία και σε άλλα σημεία αναφέρεται και σε Μακεδόνες.

Τόσο μεγάλο αγώνα είχατε κάνει εσείς για τη μακεδονική γλώσσα και για την εθνότητα και για τον όρο Μακεδόνες. Ούτε βέτο ασκήσατε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε καμία αντίρρηση προβάλατε, αφού τόσο πολύ σας απασχολούσε το θέμα αυτό.

Μας κατηγορείτε, επίσης, ακόμα και για το θέμα της ιθαγένειας στα διαβατήρια. Επί είκοσι πέντε χρόνια οι γείτονές μας που τους αποκαλείτε Σκοπιανούς, έρχονται εδώ στην Ελλάδα, κάνουν τα μπάνια τους στη Χαλκιδική, κάνουν τις βόλτες τους στην πλατεία Συντάγματος -και καλά κάνουν οι άνθρωποι γιατί ενισχύουν τον τουρισμό μας- αλλά τα διαβατήριά τους δεν γράφουν «Σκοπιανοί». Γράφουν «Μακεδόνες» σκέτο. Εσείς είκοσι πέντε χρόνια που ήσασταν; Γιατί το επιτρέψατε αυτό είκοσι πέντε χρόνια;

Πού ήσασταν το 2008-2009, όταν έγινε η διαπραγμάτευση και απελευθερώθηκε το καθεστώς για τα διαβατήρια των πολιτών της γειτονικής χώρας ως χώρας Σένγκεν; Πού ήσασταν, ρε παιδιά, εσείς οι μακεδονομάχοι τόσα χρόνια; Οποία υποκρισία!

Μας λέτε, τέλος, ότι είναι απαράδεκτο να αυτοπεριοριζόμαστε και να υπονοούμε ότι μπορεί να έχουμε και εμείς αλυτρωτική λογική, διότι στη Συμφωνία –το άκουσα, το είπε και σήμερα και ο κ. Σαμαράς- λέμε να διαγράψουμε τους αλυτρωτισμούς στα βιβλία και των δύο πλευρών και είμαστε απαράδεκτοι. Γιατί είμαστε απαράδεκτοι; Γιατί δεν λέμε ότι μόνο αυτοί έχουν αλυτρωτισμό στα βιβλία ή στη ρητορική και τις ενέργειες κρατικών και ιδιωτικών φορέων. Μάλιστα.

Στις 4 Σεπτεμβρίου, όμως, του 2012 ο κ. Σαμαράς έγραφε ένα γράμμα στον κ. Γκρουέφσκι γι’ αυτά τα θέματα. Και τι έλεγε ο κ. Σαμαράς τότε στο γράμμα που έστειλε στον κ. Γκρουέφσκι; Ότι ο έλεγχος του τρόπου που παρουσιάζουν την ιστορία τα σχολικά βιβλία των δύο χωρών –των δύο χωρών!- και η απαλλαγή τους από αρνητικά σχόλια, η εχθρική και αλυτρωτική ρητορική εναντίον των γειτόνων μας, είναι το αντικείμενο της συζήτησης.

Το καταθέτω για τα Πρακτικά.

Ορίστε, ο Σαμαράς, ο οποίος ήρθε σήμερα εδώ και μας είπε: «Αποκλείεται, δεν υπάρχει περίπτωση ο Σαμαράς να έκανε τέτοιο πράγμα, σίγουρα». Και βέβαια το ίδιο έκανε και ο Υπουργός του ο κ. Αβραμόπουλος, με επιστολή στον ομόλογό του Νίκολα Ποπόσκι όπου μίλησε για την ανάγκη κρατικές υπηρεσίες να αποθαρρύνουνμε ανάλογες ενέργειες που υποκινούν βία και μίσος ή εχθρότητα του ενός έναντι του άλλου και στις δύο πλευρές. Μάλιστα.

Το καταθέτω για τα Πρακτικά.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα μπορούσα να αναφέρω δεκάδες παραδείγματα για να σας αποδείξω ότι όλη σας η επιχειρηματολογία το τελευταίο διάστημα είναι απόλυτα προσχηματική, όλη σας η επιχειρηματολογία το τελευταίο διάστημα είναι απόλυτα κινδυνολογική.

Σήμερα μας είπατε ακόμα και για τα προϊόντα ονομασίας προέλευσης, για τα προϊόντα γεωγραφικών ενδείξεων, τα οποία τα προστατεύει η Ευρωπαϊκή Ένωση -λες και δεν το ξέρετε- η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τόσο εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και σε τρίτες χώρες.

Σήμερα μας είπατε δήθεν ότι δεν θα μπορούμε να παγώσουμε κεφάλαια ή να βάλουμε βέτο στην ένταξη της γειτονικής χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν αυτή δεν τηρεί τη Συμφωνία ή αν δεν τηρεί τις προϋποθέσεις. Και αυτό είναι ένα μεγάλο ψέμα. Κάθε κεφάλαιο της ενταξιακής πορείας θα κριθεί ανάλογα με το αν η γειτονική χώρα προχωράει σε αυτά τα οποία έχουν συμφωνηθεί. Ακόμα και το περιβόητο ότι πρέπει να ντρεπόμαστε, γιατί –λέει- θα πάει να ανοίξει ένα ιδιωτικό ινστιτούτο, δεν είπατε κρατικό γιατί ξέρετε ότι τα κρατικά δεν μπορούν να έχουν…

Όχι, όχι, δεν το είπε από ιδεολογική άποψη ο κ. Μητσοτάκης. Ξέρει ότι η Συμφωνία λέει ότι τα κρατικά των γειτόνων μας δεν μπορούν να λένε «Μακεδονικό», θα λένε «Βόρειας Μακεδονίας». Γι’ αυτό είπε ιδιωτικό, ήξερε τι είπε.

Προφανώς, όμως, δεν ξέρετε ή μάλλον παραγνωρίζετε ότι για ιδιωτικά ινστιτούτα γλωσσών αποφασίζουμε εμείς. Εμείς αποφασίζουμε αν θα δώσουμε άδεια ή δεν θα δώσουμε άδεια.

Άρα, τι κάνετε; Αυτό το οποίο κάνετε είναι να προσπαθείτε να παραπληροφορήσετε τον ελληνικό λαό, να δημιουργήσετε ψευδείς εντυπώσεις, διότι δεν σας φταίει η Συμφωνία, κακά τα ψέματα. Αυτό που σας φταίει –επαναλαμβάνω- είναι ότι τη Συμφωνία τη φέρνουμε εμείς.

Και για του λόγου το αληθές, καρφώθηκε η κυρία Γεννηματά. Διάβασα την ανακοίνωσή της στη διαγραφή του κ. Θεοχαρόπουλου. Γιατί τον διέγραψε; Κατά τα άλλα, δεν έβαζε και πειθαρχία! Φανταστείτε να έβαζε και πειθαρχία, τι θα του έκανε του ανθρώπου. Τον διέγραψε όχι γιατί αυτή η μεγάλη ιδεολογική διαφορά να συμφωνεί ως προοδευτικός άνθρωπος με αυτή τη Συμφωνία, ενώ είναι κατάπτυστη, είναι το θέμα της διαγραφής του, αλλά γιατί αντικειμενικά εξυπηρετεί τους σχεδιασμούς του ΣΥΡΙΖΑ και του κ. Τσίπρα.

Να χαρώ την προοδευτικότητά σας, να χαρώ την εθνική σας ευθύνη, να χαρώ τη συνείδησή σας και την εθνική σας στάση σε ένα τόσο κρίσιμο εθνικό θέμα.

Δεν θα αποφύγω, όμως, τον πειρασμό να πω δυο λόγια και για το Κομμουνιστικό Κόμμα. Δεν το κάνω συχνά, αλλά ξέρετε σε κρίσιμες στιγμές δεν υπάρχει ασυλία για κανέναν. Τα στερνά τιμούν τα πρώτα και όλοι κρινόμαστε για οτιδήποτε κάνουμε. Και επειδή το Κομμουνιστικό Κόμμα αναμετριέται με την ιστορία -εκατό χρόνια ιστορίας- νομίζω ότι σήμερα παίρνει μία θέση και στάση που θα σημαδέψει την ιστορία του.

Δεν θέλω να αναφερθώ ούτε στο Σλαβομακεδονικό αλφαβητάρι που μοίραζαν οι κομμουνιστές της Τασκένδης στα παιδιά των Σλαβομακεδόνων μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.

Δεν θέλω να αναφερθώ ούτε στις εβδομήντα χιλιάδες πρόσφυγες του Εμφυλίου, που το ελληνικό κράτος τούς στέρησε το δικαίωμα το 1983 να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Ούτε θα αναφερθώ τόσο στη Σλαβομακεδόνισσα Ειρήνη Γκίνη, Μίρκα Γκίνοβα, την πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε στον Εμφύλιο, κομμουνίστρια. Αυτές τις ερινύες σας να τις αντιμετωπίσετε μόνοι σας.

Θα μιλήσω πολιτικά, δεν θα αναφερθώ με κέντρο την ιστορία του ΚΚΕ. Λέει, λοιπόν, πολιτικά το ΚΚΕ σήμερα, ποιος ο βασικός λόγος; Το ΝΑΤΟ. Ποιος ο δεύτερος βασικός λόγος; Ο αλυτρωτισμός.

Εντάξει, το ΝΑΤΟ να το δεχτώ ως ένα λόγο να διαφωνεί κανείς. Αν και εκεί ήθελα να θέσω ένα ερώτημα. Ας δεχθώ, λοιπόν, εγώ πλήρως την ανάλυσή σας, ότι η Συμφωνία είναι υπαγορευμένη από τη Δύση, από τον διεθνή ιμπεριαλισμό ή δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να φαντάζεστε.

Υπό αυτή τη διεθνή συνθήκη, με δεδομένη τη βούληση των γειτόνων μας να θέλουν να μπουν στο ΝΑΤΟ, που άλλωστε είναι και δικό τους θέμα, πώς θεωρεί το ΚΚΕ ότι το ελληνικό κράτος θα μπορούσε ή θα έπρεπε να αναγνωρίσει αυτή τη χώρα; Πώς; Με ποιο όνομα; Πώς θα τους λέμε αυτούς τους ανθρώπους; Τι λέτε; Αφού μας λέτε ότι ο όρος «Μακεδονία» και μόνο στο όνομά τους είναι αλυτρωτισμός.

Ή εγώ δεν διάβαζα καλά τον Λένιν όταν ήμουν μικρός ή εσείς κάτι δεν κάνετε καλά, διότι η αυτοδιάθεση των λαών και των κινημάτων ήταν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της επαναστατικής αντίληψης του κομμουνιστικού κινήματος.

Εν πάση περιπτώσει, εγώ δεν θέλω να μείνω σε αυτό. Εγώ θέλω να πω ότι είναι αδιανόητο σήμερα να μην καταλαβαίνετε το πρωτεύον και το δευτερεύον ή να κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε, γιατί και εσείς για τον λόγο που το κάνουν και οι άλλοι το κάνετε, για ψηφοθηρικούς λόγους και γιατί σας ενοχλεί ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ποια είναι η διάκριση που κάνετε; Δεν καταλαβαίνετε ότι ο κύριος εχθρός της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων σήμερα είναι η ασίγαστη δίψα του ελληνικού εθνικισμού για εκδίκηση απέναντι στις κατακτήσεις του λαϊκού κινήματος, στις κατακτήσεις της Δημοκρατίας και σε αυτές τις μικρές κατακτήσεις που κατάφερε αυτή η Κυβέρνηση; Δεν το καταλαβαίνετε.

Καλή η επίκληση των συμβόλων, αλλά στις διαδηλώσεις και στα συλλαλητήρια προχθές γίναμε μάρτυρες γεγονότων πολιτικής ηγεμονίας της Ακροδεξιάς. Και δεν θα αναφερθώ μόνο στην έφοδο στη Βουλή, στο λιντσάρισμα ανθρώπων, στη δολοφονική επίθεση σε δημοσιογράφους. Θα αναφερθώ μόνο στο σύνθημα αυτό που είδα σε φωτογραφία σε τοίχο της Αθήνας: «Ναι στον φασισμό», τόσο στεγνά και τόσο, αν θέλετε, ανεπιτήδευτα και χωρίς ίχνος ενοχής απέναντι στην ιστορία. Αυτό δεν το καταλαβαίνετε;

Εγώ θα πω ένα πράγμα, ότι σήμερα και αύριο όλοι μας αναλαμβάνουμε ευθύνη, ευθύνη απέναντι στην ιστορία, ευθύνη απέναντι στο έθνος, ευθύνη απέναντι και στις αξίες μας και στις προοδευτικές θέσεις μας και σε όσα διακηρύττουμε τόσα χρόνια σε αυτόν τον τόπο.

Και όπως έλεγε και ο μεγάλος Καζαντζάκης: «Οι κομμουνιστές την αγαπούν την ευθύνη». Έτσι έλεγε. Ελπίζω κάποια στιγμή να κάνετε και για αυτό την αυτοκριτική σας.

Κλείνω, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, γιατί ήδη μακρηγόρησα πάρα πολύ. Τα Βαλκάνια ήταν πάντοτε η μπαρουταποθήκη της Ευρώπης, όχι τυχαία. Η διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας αποτέλεσε τη θρυαλλίδα μιας σκληρής περιόδου ανάδυσης των εθνικισμών που σκόρπισαν τον τρόμο και τον θάνατο. Οι εθνικισμοί για πάρα πολλά χρόνια έδιναν τον τόνο σε αυτήν την περιοχή. Οι διμερείς διενέξεις έληγαν με το όπλο στο χέρι και όχι με συμφωνίες.

Και η χώρα μας δεν έμεινε ανεπηρέαστη από αυτές τις τεκτονικές αλλαγές. Υπήρξαν, όμως, πάντοτε και πολιτικές δυνάμεις, αλλά και πολιτικοί και διπλωμάτες που διέβλεψαν έγκαιρα τον κίνδυνο να μπει η Ελλάδα σε μία αέναη περιπέτεια στα βόρεια σύνορά της.

Θέλω να παραδεχτώ ότι ένας από τους πρώτους πολιτικούς που το διέβλεψε αυτό ήταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, παρά τις τεράστιες ιδεολογικές διαφορές που με χωρίζουν από την παράταξή του και βεβαίως παρά τις τεράστιες διαφορές με την πολιτική που υλοποίησε. Είχε, όμως, σωστή εκτίμηση τη στιγμή της κατάρρευσης της Γιουγκοσλαβίας και της δημιουργίας του κράτους των γειτόνων μας.

Είχε πει, λοιπόν, τότε -και νομίζω ότι έχει μία σημασία να το αναφέρω γιατί είναι πολύ επίκαιρο-το εξής: «Είναι απαράδεκτη υποκρισία εν ονόματι της εθνικής υπερηφάνειας και της εθνικής αδιαλλαξίας να δεχόμαστε να μείνει αυτή η χώρα, αυτό το κράτος εις το διηνεκές με το όνομα Μακεδονία και να μη δεχόμαστε να μείνει με ένα σύνθετο όνομα». Και πρόσθεσε: «Αυτήν την ώρα χρειάζεται ειλικρίνεια, εντιμότητα και θάρρος, αυτό χρειάζεται η εξωτερική μας πολιτική και αυτό νομίζω είναι που μας λείπει».

Δυστυχώς, κύριε Μητσοτάκη, πράγματι αυτό σας λείπει σήμερα θάρρος και τόλμη. Μπορεί να λείπει σε εσάς, δεν λείπει, όμως, στην πλειοψηφία της εθνικής αντιπροσωπείας και θάρρος και τόλμη να υψώσουμε τη συνείδησή μας απέναντι σε αυτήν τη μεγάλη ιστορική, εθνική πρόκληση, να τελειώσει η υποκρισία, τριάντα χρόνια υποκρισία, να τελειώσει αυτή η εκκρεμότητα, να στερέψουν τα αποθέματα του μίσους και του διχασμού που έσπειραν στους δύο λαούς οι εθνικισμοί και στις δύο πλευρές.

Θεωρώ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι με αυτήν τη Συμφωνία η Ελλάδα παίρνει πίσω το σημαντικότερο πράγμα, αυτό που της ανήκει και είναι η ιστορία της, τα σύμβολά της, την παράδοση, την κληρονομιά της Αρχαίας Ελληνικής Μακεδονίας. Όμως και οι γείτονές μας, η Βόρεια Μακεδονία, από μία χώρα στην οποία έχουμε γυρισμένη την πλάτη και τους σπρώχνουμε να πάνε σε άλλους γίνεται μία φίλη χώρα, γίνεται μια σύμμαχος χώρα, γίνεται ένας συμπαραστάτης της Ελλάδας για τη συνεργασία, την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή και βεβαίως -ίσως και πιο σημαντικό- μακριά από τη σφαίρα επιρροής τρίτων χωρών που για ίδιον όφελος επιδιώκουν τη διαιώνιση της αστάθειας στα Βαλκάνια, τη διαιώνιση αυτής της διένεξης και την αποδυνάμωση του ρόλου της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή.

Τώρα, λοιπόν, πράγματι, κύριε Μητσοτάκη, είναι η κρίσιμη ώρα. Και σε αυτήν την κρίσιμη ώρα εγώ θέλω να απευθυνθώ τόσο στους Βουλευτές όσο και στις Ελληνίδες και τους Έλληνες που μας παρακολουθούν. Είναι η ώρα της εθνικής αυτοπεποίθησης και ναι, της περηφάνιας, της εθνικής περηφάνιας. Δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα κοιτάζοντας την αλήθεια. Είναι μία ιστορική ημέρα!

Η ιστορία, να ξέρετε όσο κι αν διαφωνείτε επειδή τα φέρνουμε εμείς αυτά, δεν θα δικαιώσει εμάς. Η ιστορία, εάν κάνουμε το βήμα, θα δικαιώσει την Ελλάδα, την Ελλάδα που τόλμησε, την Ελλάδα που πάλεψε, την Ελλάδα που γίνεται ο εγγυητής της σταθερότητας και της συνανάπτυξης στα Βαλκάνια, την Ελλάδα που η βαριά της ιστορία και το πολύτιμο αξιακό της φορτίο δεν της επιτρέπει να είναι κομπάρσος στις διεθνείς εξελίξεις.

Για όλους αυτούς τους λόγους οι Βουλευτές θα σταθούν όρθιοι, οι Βουλευτές θα πράξουν αυτό που λέει η συνείδησή τους, οι Βουλευτές θα πράξουν το ωφέλιμο για τη χώρα, οι Βουλευτές θα πράξουν το εθνικό τους καθήκον. Δεν θα τρομοκρατηθούν, δεν θα τους εκφοβίσει κάνεις. Και η χώρα με τη ψήφο τους θα προχωρήσει μπροστά.

Σας ευχαριστώ.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News