Ενα από τα πάνελ του συνεδρίου του ΣΕΤΕ: η αίθουσα του Hilton ήταν κατάμεστη από επαγγελματίες του τουρισμού | ΣΕΤΕ
Επικαιρότητα

Τουρισμός σε μετάλλαξη

Με αφορμή το συνέδριο του ΣΕΤΕ, ο ειδικός σε θέματα διαχείρισης τόπου Μάρτιν Μπόιζεν υποστηρίζει ότι όλες οι δυνάμεις χρειάζονται σωστή κατεύθυνση και έλεγχο. Ακόμα και ο τουρισμός. Ωστε να αποφύγουμε τα μειονεκτήματά του
Χριστίνα Πουτέτση

Τα ταξίδια πέθαναν. Ζήτω τα νέα ταξίδια!

Με αυτή τη φράση ο συντονιστής του συνεδρίου Πολ Παπαδημητρίου έκανε την εισαγωγή του. Η αίθουσα του Hilton ήταν κατάμεστη από επαγγελματίες του τουρισμού. Από τις λίγες φορές που η προσοχή όλων ήταν στραμμένη στη σκηνή.

Το συνέδριο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) είχε στόχο να διαφοροποιηθεί από τα παλαιότερα και συνήθη. Μ’ έναν τρόπο, επιχείρησε να στείλει ένα μήνυμα σε όλο τον τουριστικό κόσμο και σε όσους σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με αυτόν:  «Ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε».

Με τίτλο «Ο Τουρισμός σε Μετάβαση» (Tourism in Transition) το συνέδριο της Τρίτης 16 Οκτωβρίου, ακόμα και στο στήσιμο δεν έμοιαζε με τα «βαριά», θεσμικά συνέδρια. Μόνο κοινό, τα εθιμοτυπικά: ο εναρκτήριος χαιρετισμός του προέδρου Γιάννη Ρέτσου και της υπουργού Τουρισμού Έλενας Κουντουρά. Το υπόλοιπο ήταν ένα επιμορφωτικό σεμινάριο. Για όσους αντιλαμβάνονται ότι η αλλαγή πρέπει να γίνει από «χθες». Η συμμετοχή έδειξε ότι είχε επιτυχία. Το αν θα εφαρμοστούν όσα ακούστηκαν, θα δείξει.

Γιατί το όραμα για το μέλλον του τουρισμού ξεπερνά το πλήθος των αφίξεων και τη μονοδιάσταστη καταγραφή των εσόδων. Έχει να κάνει πια με το αν και μέχρι πού το αποτύπωμά του είναι ωφέλιμο για έναν τόπο και την κοινωνία του. Κάνει καλό; Πόσο τους εξελίσσει;

Γιατί ένας τόπος δεν πρέπει να αρέσει μόνο στους τουρίστες που τον επισκέπτονται. Αλλά και στους κατοίκους που τον ζουν και στους επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται σε αυτόν.

Οδηγίες προς ναυτιλομένους…

Αυτή η άποψη ακούστηκε αρκετές φορές στο πρώτο πάνελ του συνεδρίου, στο οποίο συμμετείχαν τρεις ειδικοί: ο Μάρτιν Μπόιζεν, λέκτορας Ανθρώπινης Γεωγραφίας και Σχεδιασμού στο Πανεπιστήμιο του Χρόνινγκεν, σύμβουλος (For the Love of Place) και συνιδρυτής και αντιπρόεδρος του International Place Branding Association (IPBA), η Σίνε Γιούνκερστεντ, διευθύντρια ανάπτυξης του Wonderful Copenhagen και η Γκέρτε Ούντο, διευθύντρια Στρατηγικής Μάρκετινγκ του Amsterdam Marketing.

«Τι θέλουμε από τον τουρισμό;», αναρωτήθηκε ο Μάρτιν Μπόιζεν, μιλώντας για «διαχείριση τόπων» (place management), αλλά και για το πώς να αποφευχθούν «τα μειονεκτήματα», αναφερόμενος στα φαινόμενα υπερτουρισμού σε δημοφιλείς προορισμούς.

«Είναι το τέλος του τουρισμού, όπως τον ξέρουμε», είπε η Σίνε Γιούνκερστεντ, μιλώντας για την «αίσθηση του τόπου» και όχι μόνο της αυθεντικότητας, τόσο από τους κατοίκους και τους επαγγελματίες, όσο και από τους ταξιδιώτες. «Από τον στόχο της τουριστικής ανάπτυξης, περνάμε στον στόχο ο τουρισμός να γίνει εργαλείο για να κάνει την πόλη καλύτερη», είπε.

«Είναι καλό για την οικονομία να έχεις ευτυχισμένους κατοίκους», υπογράμμισε η Γκέρτε Ούντο. Προσθέτοντας ότι το Αμστερνταμ, έχοντας να διαχειριστεί ένα πλήθος επισκεπτών, στράφηκε σε μια ολιστική προσέγγιση, που μεταφράζεται στο ότι η πόλη πρέπει να είναι «αξιαγάπητη, βιώσιμη και ευημερούσα. Θέλουμε οι κάτοικοι και οι επισκέπτες να απολαμβάνουν το Αμστερνταμ και οι επισκέπτες να φέρονται σωστά». Γι’ αυτό και η καμπάνια «Απόλαυσε και Σεβάσου», προς τους επισκέπτες που χρειάζεται να μάθουν τα όρια της ελευθερίας τους. «Ολοι είναι ευπρόσδεκτοι στο Αμστερνταμ, αλλά όχι εις βάρος της βιωσιμότητας της πόλης», κατέληξε.

«Να είμαστε πιο επιλεκτικοί σχετικά με το τι αναπτύσσουμε και για ποιον λόγο»

«Όλα έχουν να κάνουν με την ισορροπία στον τόπο», υπογραμμίζει στο Protagon ο Μάρτιν Μπόιζεν, τονίζοντας ότι η «μονοκαλλιέργεια» στην ανάπτυξη έχει τους κινδύνους της. «Οσο η οικονομία μιας περιοχής, μιας πόλης, ή ακόμη μιας χώρας, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας ή της Ισπανίας, στηρίζεται τόσο πολύ στον τουρισμό, θα πρέπει να αρχίσουμε να ανησυχούμε για αυτή την εξάρτηση, τη μονοκαλλιέργεια. Γιατί αν θέλουμε να αλλάξουμε κατεύθυνση, αυτό θα έχει μεγάλο κόστος». Και αναφέρεται σε εξωτερικές συνθήκες, οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν μακροπρόθεσμα τα ταξίδια, όπως π.χ. το κόστος των καυσίμων.

«Δεν θα πρέπει να μας καθοδηγεί η ζήτηση. Ούτε η προσφορά. Θα πρέπει να υπάρχει ισορροπία μεταξύ των δύο και ένα όραμα, για το τι είδους πόλη ή τόπο θέλουμε. Και να εστιάσουμε σε αυτό. Μια πόλη δεν μπορεί να αναπτύσσεται σαν να είναι προϊόν ή υπηρεσία. Δεν είναι. Ο τουρισμός μερικές φορές μπορεί να πάρει τη μορφή προϊόντος που το καταναλώνεις».

 

«Ολα έχουν να κάνουν με την ισορροπία στον τόπο» λέει στην Χριστίνα Πουτέτση ο Μάρτιν Μπόιζεν

Τελευταία υπάρχει η τάση μετατροπής των οργανισμών μάρκετινγκ των προορισμών σε οργανισμούς διαχείρισης. «Οι περισσότεροι οργανισμοί ασχολούνταν κυρίως με την προβολή και όχι το μάρκετινγκ. Και αυτά είναι δύο διαφορετικά πράγματα». Από την άλλη, «δεν μου αρέσει η πόλη για την οποία δουλεύω ή στην οποία ζω, να λέγεται προορισμός. Δεν είναι θεματικό πάρκο ή τουριστικό αξιοθέατο. Δεν είναι μόνο προορισμός. Είναι τόπος, όπου άνθρωποι ζουν, ερωτεύονται, πίνουν καφέ, εργάζονται, διασκεδάζουν, πεθαίνουν. Είναι ολιστική η προσέγγιση. Γιατί ένας τόπος δημιουργείται από τους ανθρώπους». Και «δεν μπορώ να περιμένω να αλλάξει η νοοτροπία. Θέλω να αλλάξω τους κανόνες του παιχνιδιού, με το να ενδυναμώσω τη συμμετοχή των πόλεων. Όχι μόνο στον τουρισμό. Γενικά. Και μετά να πουν ότι ο τουρισμός είναι ένα από τα πράγματα που μπορούμε να σκεφτούμε. Γιατί είναι μια αναπτυξιακή αγορά. Εχει να κάνει με το πώς τιθασεύεις τις δυνάμεις. Πώς τις κατευθύνεις σωστά».

«Ο τουρισμός έχει ξεφύγει. Γιατί έχει αντιμετωπιστεί ως βιομηχανία»

Και συνεχίζει: «Θα πρέπει να είμαστε πιο επιλεκτικοί σχετικά με το τι αναπτύσσουμε και για ποιον λόγο. Αυτό ισχύει και για τις ξένες επενδύσεις». Αυτή η στροφή στην προσέγγιση συζητείται τα τελευταία δέκα χρόνια. Ο υπερτουρισμός «δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Μπορεί να έχεις και εμπορευματοποίηση», λέει και φέρνει ως παράδειγμα μια μεγάλη ξένη επένδυση στην ανατολική Κρήτη, στην οποία αναφέρθηκε και στην παρουσίασή του.

«Πουλάς τμήματα της χώρας σε διεθνείς εταιρίες, ιδιώτες επενδυτές ή μεγάλες ιδιωτικές εταιρίες. Και μετά δεν υπάρχει το «εμείς». Δεν είναι δημόσιος χώρος. Αυτό με στενοχωρεί, γιατί οι Ελληνες ως πολιτισμός αναπτύξατε την έννοια του δημόσιου χώρου, όπου οι άνθρωποι συναντιούνταν και συζητούσαν. Και τώρα τα αναλύουμε αυτά σαν να είναι κάτι νέο. Επειδή ο τουρισμός έχει ξεφύγει. Γιατί έχει αντιμετωπιστεί ως βιομηχανία». Και συμπληρώνει: «Δεν είμαι κατά των επενδύσεων. Αλλά ανησυχώ όταν αντιμετωπίζονται με πανηγυρισμούς. Θα πρέπει να μπαίνουν κάποιες προδιαγραφές στον επενδυτή, που να σχετίζονται με τον τόπο. Με τον οικοτουρισμό, με την αυθεντικότητα».

Πώς χειρίζεσαι όμως προορισμούς με μαζικό τουρισμό;

«Υπάρχουν δύο κατευθύνσεις: η διαχείριση του τόπου και το μάρκετινγκ του τόπου. Για να αλλάξεις τη φήμη του προορισμού πρέπει πρώτα πραγματικά να αλλάξεις κάτι σε αυτόν. Χρειάζεται πολύς χρόνος. Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να ξέρεις και σε ποια κατεύθυνση θέλεις να αλλάξεις. Και αυτό δεν έχει να κάνει με τον τουρισμό, αλλά με το «εμείς» της κοινωνίας», απαντά ο Μάρτιν Μπόιζεν.

«Ευτυχισμένοι κάτοικοι σημαίνει ευτυχισμένοι τουρίστες. Αλλά ευτυχισμένοι τουρίστες, δεν σημαίνει απαραίτητα ευτυχισμένοι κάτοικοι»

Εχοντας περάσει κάποιες ώρες στην Αθήνα, ο κ. Μπόιζεν εστιάζει στην τουριστική αύξηση που παρουσιάζει η ελληνική πρωτεύουσα τα τελευταία χρόνια. «Οι πολίτες της Αθήνας θα έπρεπε να έχουν έναν ισχυρότερο λόγο για το τι είδους πόλη θέλουν. Ποιες είναι οι αξίες σε κάθε γειτονιά; Τι θεωρούν οι κάτοικοι σημαντικό; Και τότε να αναζητηθεί τι από όλα αυτά μπορεί να είναι ενδιαφέρον για τους τουρίστες. Και πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε τον τουρισμό για να κάνουμε τον τόπο πιο ελκυστικό για τους κατοίκους. Γιατί, ευτυχισμένοι κάτοικοι σημαίνει ευτυχισμένοι τουρίστες. Από την άλλη ευτυχισμένοι τουρίστες δεν σημαίνει απαραίτητα ευτυχισμένοι κάτοικοι», σχολιάζει. Είναι διαφορετικό όταν ζεις κάπου. «Οταν ξυπνάτε το πρωί, σκέφτεστε: θέλω να μένω στην Αθήνα σήμερα;»

Κατά τον Μάρτιν Μπόιζεν, «οι πολίτες της Αθήνας θα έπρεπε να έχουν έναν ισχυρότερο λόγο για το τι είδους πόλη θέλουν»

Η Αθήνα «έχει πολλές ιστορίες στις γειτονιές. Και όλες αυτές οι διαφορετικές ιστορίες που επικαλύπτονται, είναι αυτές που συνθέτουν την ιστορία της. Είναι το αίσθημα που αποκτάς για την πόλη όταν την περπατάς, όχι αυτά που διαβάζεις για την ιστορία της. Και τη διαφοροποίηση αυτή θα πρέπει να αγκαλιάσει η πόλη, όχι να ομογενοποιηθεί από τον διεθνή τουρισμό. Το τοπικό, αστικό στοιχείο δεν θα πρέπει να είναι «εξωτικό» στην ομογενοποιημένη εμπειρία του επισκέπτη».

Έκανε μια βόλτα στο Κουκάκι, μια από τις πιο δημοφιλείς περιοχές της Αθήνας σε βραχυχρόνιες μισθώσεις, μέσω της πλατφόρμας Airbnb. «Αντιμετωπίζεται ως ιστορία επιτυχίας, αλλά δεν βγάζει νόημα. Και η Airbnb τελικά είναι μια διεθνής αλυσίδα που νοικιάζει διαμερίσματα και παίρνει μεγάλο μερίδιο. Είναι πραγματικά αυτό που θέλουμε;»

Συνήθως, «στην ιστορία, η άνοδος και πτώση πόλεων σχετιζόταν με την εξάρτησή τους από ένα πράγμα. Η Βενετία από το εμπόριο, το Ντιτρόιτ από την αυτοκινητοβιομηχανία. Ο τουρισμός πλέον θα αυξάνεται συνέχεια, με βάση τις εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού. Σε αυτή την περίπτωση όμως θα μπορούσαμε να γίνουμε πιο επιλεκτικοί στο για ποιους τον αναπτύσσουμε. Γιατί και οι ειδικές αγορές θα μεγαλώσουν. Άρα μπορείς να έχεις αύξηση και στον οικοτουρισμό, σε χαμηλότερης όχλησης καταλύματα. Ομως οι άνθρωποι που μπορούν να ασχοληθούν ολιστικά με το περιβάλλον δεν έχουν τα χρήματα. Χρειάζονται μια μικρή χρηματοδότηση από το κράτος, για να συμπληρώσουν με τον τουρισμό την (αγροτική) δραστηριότητά τους».

Εξάλλου, «η καλύτερη φιλοξενία είναι εκεί που σε θέλουν, αλλά δεν σε έχουν ανάγκη», καταλήγει .