678
Η Εύα Κοταμανίδου είχε γράψει για τον θάνατο: «Οι μέρες κυλούν, τα χρόνια φεύγουν όλο και πιο γρήγορα, αδυσώπητος, αδηφάγος ο χρόνος καταπίνει ζωές, μια τελευταία ανάσα μάς περιμένει όλους, μα «όσο ζω υπάρχω» | CreativeProtagon

Το πολύτιμο «φάρμακο» της Εύας Κοταμανίδου

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 26 Νοεμβρίου 2020, 21:10
Η Εύα Κοταμανίδου είχε γράψει για τον θάνατο: «Οι μέρες κυλούν, τα χρόνια φεύγουν όλο και πιο γρήγορα, αδυσώπητος, αδηφάγος ο χρόνος καταπίνει ζωές, μια τελευταία ανάσα μάς περιμένει όλους, μα «όσο ζω υπάρχω»
|CreativeProtagon

Το πολύτιμο «φάρμακο» της Εύας Κοταμανίδου

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 26 Νοεμβρίου 2020, 21:10

Με την είδηση της αποδημίας της να πικραίνει το στόμα, έκανα την πρώτη ενστικτώδη κίνηση: βούτηξα στο αρχείο μου. Εκεί, το θυμόμουν, είχα κρατήσει σημειωμένες κάποιες φράσεις της.

Αν και δεν το θυμούνται πολλοί, η Εύα Κοταμανίδου έγραφε μέχρι το 2010 μικρές επιφυλλίδες στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ».

Μου τις έστελνε χειρόγραφες. Κι όταν τις διάβαζα σημείωνα κάποιες φράσεις της. Έτσι, για παρηγόρια. Για απάνθισμα. Μιας Ηθοποιού, που οι πολλοί την θυμούνται από τον ρόλο της (κάτι σαν την Ηλέκτρα σε έναν ζοφερό, σύγχρονο, Οίκο των Ατρειδών) στον εμβληματικό «Θίασο» του αξέχαστου Θόδωρου Αγγελόπουλου, το 1973.

Όπου την κάλεσε, δίχως καν να την ξέρει ως ηθοποιό, στην πρώτη ταινία της καριέρας της. Η ίδια θυμόταν αργότερα: «Όλοι είχαμε μια έγνοια, ότι γυρίζοντας την ταινία αυτή κάναμε μια ουσιαστική αντίσταση, με δυσκολίες και ταλαιπωρίες».

Πολύ λιγότεροι θυμούνται τη θεατρική πορεία της Εύας Κοταμανίδου, από την οποία κρατάω δύο «στιγμές». Ελάχιστοι, μάλλον, θα την είχαν δει όταν αντικατέστησε τη Μελίνα Μερκούρη, ως Τζένη των Πειρατών, στην «Όπερα της Πεντάρας» του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Στην παράσταση, κατά Ζυλ Ντασσέν, που είχε ανεβάσει το 1975-76 ο Νίκος Κούρκουλος στο Θέατρο «Κάππα», στην Κυψέλη.

Η Μελίνα είχε πολιτικές υποχρεώσεις και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει πριν το τέλος της σεζόν τις παραστάσεις. Και ο Νίκος Κούρκουλος, με σύμφωνο τον Ζυλ Ντασσέν και τη Μελίνα, κάλεσε την Εύα Κοταμανίδου να την αντικαταστήσει.

Επίσης, λίγοι θα θυμούνται τον κεντρικό, πρωταγωνιστικό, ρόλο της στην παράσταση που είχε ανεβάσει ο θρυλικός θεατρικός παραγωγός Βαγγέλης Λειβαδάς στο καλοκαιρινό «Παρκ», τον Ιούνιο του 2004. Με το θεατρικό – μουσικό έργο «Μίκης Θεοδωράκης, μια ζωή… Ελλάδα», σε λιμπρέτο Κάκιας Ιγερινού. Σαν ένα οδοιπορικό στα χρόνια από το 1950 ως το 1975, όπως τα κατέγραψε μουσικά ο Μίκης Θεοδωράκης, παρών στο εγχείρημα.

Η Εύα Κοταμανίδου είχε αναλάβει εκεί τον κεντρικό ρόλο, κάτι σαν την ίδια την Ελλάδα. «Μια μάνα που πονάει για όλα της τα παιδιά, τα καλά και τα κακά», όπως έλεγε η ίδια τότε στην αείμνηστη συνάδελφο Έλενα Δ. Χατζηιωάννου.

Πού ήμασταν, όμως; Στις σημειώσεις με τα «πολύτιμα», που κρατούσα από τα κείμενά της. Με πρώτο και καλύτερο αυτό από τον Δεκέμβριο του 2009. Κάτι σαν το δικό της «φάρμακο» για τα δύσκολα. Σαν κληρονομιά και επιταγή. Και τώρα, που έφυγε, στα δικά μας δύσκολα.

«Το θέατρο», έγραφε, «δεν ψυχαγωγεί, δεν εκπαιδεύει μόνο, θεραπεύει και τραύματα ψυχής, απαλύνει πόνους, τύψεις, αγοραφοβίες, υπερεντάσεις…

»Δύσκολα θα φανταζόταν ο Σοφοκλής ότι τα αρχαία δράματά του, «Φιλοκτήτης» και «Αίας», στο σημερινό «Θέατρο Πολέμου» του Αμερικανού Μπράιαν Ντόρις, θα λειτουργούσαν ως θεραπεία και ψυχολογική στήριξη στις μετατραυματικές διαταραχές των βετεράνων στρατιωτών του Ιράκ και του Αφγανιστάν.

»Φιλοκτήτης και Αίας, τα τραγικά θύματα του Τρωικού Πολέμου, προσφέρουν, μέσω της υψηλής θεατρικής ποίησης, ψυχική ίαση στους σύγχρονους ‘τρελαμένους’, θύτες και θύματα των άγριων πολέμων της εποχής μας». Ας το θυμόμαστε, τώρα που το ελληνικό θέατρο είναι «Κλειστόν λόγω κορονοϊού».

Από την επιφυλλίδα της, κάτω από τη βινιέτα «Το πνεύμα του Τόνου», τον Αύγουστο του 2010, είχα κρατήσει και φράσεις της για την Παιδεία μας: «Σε καιρούς φτώχειας, σαν αυτές που περνάµε, το Πνεύµα της Παιδείας δεν πρέπει κατ’ ουδένα λόγο να φτωχύνει. Αποτελεί τον µοναδικό µας πλούτο και ανήκει δικαιωµατικά στη νέα γενιά, τη µόνη ελπίδα του µέλλοντός µας. Ας ακούσουµε τον εθνικό µας ποιητή: ‘Μήγαρις έχω άλλο στο νου µου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;’».

Και για το θάνατο είχε γράψει στα «ΝΕΑ»: «Οι μέρες κυλούν, τα χρόνια φεύγουν όλο και πιο γρήγορα, αδυσώπητος, αδηφάγος ο χρόνος καταπίνει ζωές, μια τελευταία ανάσα μάς περιμένει όλους, μα «όσο ζω υπάρχω» κι όσο υπάρχουμε στη ζεστή φωλιά της σκέψης μας θα «υπάρχουν» κι όσοι αγαπημένοι έφυγαν για το μεγάλο, χωρίς επιστροφή, ταξίδι».

Μαζί, είχα κρατήσει από την επόμενη χρονιά, το 2010, μία ακόμη σημειωμένη επιφυλλίδα της. Σαν αποχαιρετιστήρια. Από μας σε κείνη; Από κείνη σε μας; Δεν ξέρω. «Σκληρός, ψυχρός, αδυσώπητος, μακράν ανθρωπίνων συναισθημάτων και ευαισθησιών, ο αιώνιος, ακατάβλητος χρόνος, άλλοτε χωρίς προειδοποίηση κι άλλοτε με σαδισμό στην επίπονη πορεία του βασάνου της αρρώστιας και του πόνου, ψυχικού ή σωματικού, μας παρακολουθεί, μας περιμένει με το δρεπάνι υψωμένο, μέχρι το τελικό μοιραίο θανατηφόρο χτύπημα. Πάντα τροπαιούχος, πάντα καταλύτης της ζωής, από ένα μόνο ηττάται. Απ’ την ατέρμονη μνήμη. Αυτή τον ξεπερνάει. Η μόνη που τον νικάει!».

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News