715
|

Το «φαινόμενο» Αλέξανδρος Τζιόλης

Sportscaster Sportscaster 25 Μαΐου 2020, 14:55

Το «φαινόμενο» Αλέξανδρος Τζιόλης

Sportscaster Sportscaster 25 Μαΐου 2020, 14:55

Αγωνίστηκε, μεταξύ άλλων, στον Παναθηναϊκό (επί τεσσεράμισι χρόνια) και στον ΠΑΟΚ (τρία χρόνια). Λίγο έλειψε να φορέσει και τη φανέλα του Ολυμπιακού. Επαιξε στα τέσσερα από τα πέντε μεγαλύτερα πρωταθλήματα της Ευρώπης: στη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία. Κατέκτησε ένα νταμπλ (στην Ελλάδα), ένα Κύπελλο Γερμανίας και το πρωτάθλημα στην Κύπρο. Εφτασε, με τη Βέρντερ Βρέμης, σε τελικό Κυπέλλου UEFA (2009). Με την Εθνική Ελλάδας εμφανίστηκε σε δύο Μουντιάλ και ένα Euro, συμπληρώνοντας 75 συμμετοχές – τις περισσότερες από αυτές στα καλύτερά της χρόνια. Είναι παράξενο, που ο επίλογος μιας τέτοιας καριέρας δεν έτυχε της ανάλογης προβολής στα αθλητικά media.

Ο Αλέξανδρος Τζιόλης έριξε τους «τίτλους τέλους» το απόγευμα του Σαββάτου, στα 35 του (τα έκλεισε τον Φεβρουάριο), με μια ανάρτησή του στο Twitter: «Ο πιτσιρικάς που, μαγεμένος από τη μπάλα, ονειρευόταν να παίξει ποδόσφαιρο, μεγάλωσε. Εγινε επαγγελματίας, είχε την τύχη να εκπληρώσει τους στόχους του, να εκπροσωπήσει τη χώρα του σε μεγάλες διοργανώσεις, να δοκιμάσει τις δυνάμεις του σε κορυφαίο επίπεδο, να κερδίσει τίτλους. Πλέον, ήρθε η στιγμή ν’ αφήσω μέσα μου μια διαδρομή και να ξεκινήσω μια νέα. Με νέες προκλήσεις. Σταματάω την καριέρα μου γεμάτος παραστάσεις, αλλά όχι χορτασμένος. Τα ποδοσφαιρικά μπαίνουν στη ντουλάπα. Η οπτική αλλάζει. Η αγάπη για το ποδόσφαιρο, ποτέ».

Σε καμία από τις 12 ομάδες -συλλόγους και Εθνική- που υπηρέτησε στη διάρκεια της 18ετούς επαγγελματικής του σταδιοδρομίας δεν ήταν το «αγαπημένο παιδί» των οπαδών. Ούτε των δημοσιογράφων. Δίπλα στ’ όνομά του υπήρχε, πάντοτε, ένα ερωτηματικό αμφισβήτησης. «Κάνει αυτός ο παίκτης για τον Παναθηναϊκό;». «Μα, τι έχουν πάθει οι προπονητές και επιμένουν στον Τζιόλη;». «Γιατί πρέπει να παίζει, συνεχώς, στην Εθνική;». Κι όμως! Ο Ρεχάγκελ, ο Σάντος, ο Βαλβέρδε που το καλοκαίρι του 2011 είχε ανάψει πράσινο φως για τη μεταγραφή του στον Ολυμπιακό, και πολλοί άλλοι αναγνωρισμένοι προπονητές, τον είχαν σε μεγάλη εκτίμηση. Εάν δεν… τρελάθηκαν ομαδικώς, κάτι άλλο συνέβη.

Τα σταθμά με τα οποία οι τεχνικοί «ζυγίζουν» έναν ποδοσφαιριστή είναι, συχνά, πολύ διαφορετικά από εκείνα που χρησιμοποιεί το κοινό. Οσο για τον Τύπο, σπανίως θα κακολογήσει έναν παίκτη που ενθουσιάζει τον κόσμο. Οι προπονητές προτιμούν εκείνους που θα κάνουν μια συγκεκριμένη δουλειά στον αγωνιστικό χώρο, αποτελεσματικά κι αθόρυβα. Οι φίλαθλοι και οι δημοσιογράφοι, αντιθέτως, λατρεύουν ό,τι στο γήπεδο… κάνει φασαρία: τα γκολ, τις ντρίμπλες, τη θεαματική (κι ας είναι περιττή) ενέργεια, τους «τσαμπουκάδες». Πολλοί προπονητές διαφωνούν με τη βαθμολόγηση των ποδοσφαιριστών έπειτα από κάθε αγώνα. Με το επιχείρημα ότι δεν μπορεί κάποιος να αξιολογήσει τη δουλειά του παίκτη στο γήπεδο, εάν δεν γνωρίζει επακριβώς τι του είχε ζητηθεί να κάνει.

Ο Τζιόλης είναι, ίσως, ένας από τους πιο «παρεξηγημένους» έλληνες ποδοσφαιριστές. Είχε έναν από τους πιο άχαρους ρόλους στο παιχνίδι («εξάρι»), δεν ήταν γρήγορος (λογικό, για έναν αθλητή με ύψος 1,90), δεν δοκίμαζε να σταματήσει τον αντίπαλο με θεαματικά τάκλιν, δεν διακινδύνευε την παραμικρή περιττή ενέργεια. Εκανε τη «βρώμικη» δουλειά. Τίποτα απ’ όσα θα μπορούσαν να ξεσηκώσουν την εξέδρα. Ετσι, ελάχιστοι του αναγνώριζαν ότι σε κάθε ματς πάλευε με όλες του τις δυνάμεις. Στα αρνητικά αποτελέσματα ήταν το «μαύρο πρόβατο». Αυτός που έφταιγε για όλα. Κρίθηκε αυστηρά και άδικα. Εάν ήταν τόσο μέτριος παίκτης, όσο έλεγαν, δεν θα είχε κάνει τόσο μακρινά ταξίδια, ως εκεί που δεν έφτασαν πολλοί από τους καλύτερους έλληνες ποδοσφαιριστές του καιρού του.

Ισως το παιδί από την Κατερίνη να μη δικαίωσε, πλήρως, τις προσδοκίες εκείνων που στα 19 του -τη χρονιά του ελληνικού έπους στην Πορτογαλία- τον είχαν ανακηρύξει «ταλέντο της σεζόν». Αλλά από τότε, που έπαιζε στον Πανιώνιο, μέχρι το 2017, σχεδόν κάθε του μετακίνηση ήταν και μια επιβεβαίωση της αξίας του: Παναθηναϊκός, Βέρντερ Βρέμης, Σιένα, Ρασίνγκ Σανταντέρ, Μονακό, ΑΠΟΕΛ, ΠΑΟΚ, Καΐσερισπορ, Χαρτς. Και με την Εθνική, Euro 2008, Παγκόσμιο Κύπελλο Νότιας Αφρικής (2010) και Παγκόσμιο Κύπελλο Βραζιλίας (2014). Το 2017, στα 32 του πλέον, πραγματοποίησε το λιγότερο ένδοξο αλλά πολύ προσοδοφόρο επαγγελματικό του ταξίδι: στη Σαουδική Αραβία, όπου η Αλ Φαΐχα του προσέφερε διετές συμβόλαιο με συνολικές αποδοχές 1,4 εκατ. ευρώ.

Ακόμη και όσοι τον αμφισβήτησαν ως αθλητή, θα συμφωνήσουν ότι ο Τζιόλης κόσμησε τα σπορ με τον εξαίρετο χαρακτήρα του και την ξεχωριστή του προσωπικότητα. Ευτυχώς, δεν θα τον χάσουμε από τα γήπεδα. Τα σχέδιά του για το μέλλον τα αποκάλυψε ο ίδιος: «Αν αγαπάς κάτι πάρα πολύ, θα βρεις τρόπο να το υπηρετήσεις διαφορετικά. Τη ζωή μετά το ποδόσφαιρο τη φαντάζομαι στο ποδόσφαιρο και πάλι, ως προπονητής».