Οι παίκτες της ΑΕΚ απογοητευμένοι - με τον εαυτό τους, προφανώς αφού κατάφεραν να μετατρέψουν το υπέρ τους 0-2 σε ήττα 3-2 και να μείνουν εκτός Ευρώπης | ΙΝΤΙΜΕΝΕWS
Επικαιρότητα

Το ατελείωτο «ράβε – ξήλωνε» της ΑΕΚ

Η ΑΕΚ θα αργήσει να ξαναζήσει ευρωπαϊκές βραδιές. Η επιστροφή της στη Νέα Φιλαδέλφεια δεν θα γίνει όπως την είχαν ονειρευτεί οι οπαδοί της. Η αγωνιστική καθίζηση της «Ενωσης» άρχισε, ουσιαστικά, αμέσως μετά την κατάκτηση του τίτλου το 2018. Πώς να προκόψει μια ομάδα, που μέσα σε τέσσερις σεζόν έχει αλλάξει τρεις τεχνικούς διευθυντές και οκτώ προπονητές;
Sportscaster

Η πιο εφιαλτική σεζόν της ΑΕΚ έπειτα από εκείνη του υποβιβασμού της έφτασε στο τέλος της. Πέρυσι είχε γλιτώσει «στο παρά πέντε». Εφέτος, όμως, το… ατύχημα δεν αποφεύχθηκε – και ήταν, μάλλον, αναμενόμενο, αν κρίνει κανείς από τις επιδόσεις της απέναντι στις τέσσερις ομάδες που την προσπέρασαν στη βαθμολογική κατάταξη. Σε 17 αγώνες γεύτηκε, μόλις, δυο νίκες. Η επιστροφή στο «πατρικό» της, στη Νέα Φιλαδέλφεια, δεν θα γίνει όπως την είχαν ονειρευτεί οι οπαδοί της.

Είχε μείνει και στο παρελθόν εκτός ευρωπαϊκών διοργανώσεων. Το 2012-2013, λόγω μη αδειοδότησης. Το 1990-1991, λόγω τιμωρίας για επεισόδια. Το 1986-1987, που της είχαν αφαιρεθεί βαθμοί, και σε κάποια ματς υποχρεώθηκε να παίξει με ερασιτέχνες. Αλλά είναι η πρώτη φορά που δεν θα βγει στην Ευρώπη για καθαρά αγωνιστικούς λόγους, μετά το 1983-1984. Από την αλήστου μνήμης εποχή του Μπάρνγουελ, του Λάνγκλεϊ και του Ρος, επί προεδρίας Τέρη Παναγίδη.

Ο αποκλεισμός της από το Κόνφερενς Λιγκ της προσεχούς σεζόν θα της κοστίσει ακριβά. Μόνο η συμμετοχή της σε όμιλο θα της απέφερε 6-7 εκατομμύρια ευρώ. Με μια καλή πορεία, θα μπορούσε να κερδίσει τα διπλάσια. Και θα είναι η τρίτη φορά την τελευταία τετραετία, που θα στερηθεί αυτά τα έσοδα. Επιπλέον, θα χρειαστεί να βάλει το χέρι πιο βαθιά στην τσέπη για τις καλοκαιρινές της μεταγραφές. Οταν δεν υπάρχει το δέλεαρ της Ευρώπης, ένας καλός, φιλόδοξος παίκτης θα ζητήσει περισσότερα χρήματα για να φορέσει τη φανέλα της. Ή, θα προτιμήσει έναν σύλλογο που θα τον βάλει στη «βιτρίνα» των Κυπέλλων Ευρώπης.

Θα υπάρξουν κι άλλες συνέπειες, ακόμη χειρότερες. Οι επόμενες κληρώσεις της, όταν θα επιστρέψει στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, θα φέρνουν στο δρόμο της δυσκολότερους αντιπάλους. Η τελευταία της καλή σεζόν ήταν το 2017-2018, τότε που η ΑΕΚ βρέθηκε στο κατώφλι του top-50 στο ranking της UEFA. Επειτα από τέσσερις αποτυχημένες χρονιές, σήμερα έχει πέσει, ήδη, κάτω από την εκατοστή θέση. Του χρόνου, οι επιδόσεις της έως το 2018 θα έχουν «σβηστεί». Η πιο πρόσφατη πενταετία της, που λαμβάνεται υπόψη για τον διαχωρισμό των ομάδων σε «ισχυρές» και «ανίσχυρες», θα περιλαμβάνει τις τέσσερις «κακές» χρονιές της, και αυτή της απουσίας της. Για να παίξει ξανά σε ομίλους, θα χρειαστεί να κάνει τεράστιες υπερβάσεις. Οπως εκείνη στις διπλές αναμετρήσεις της με την Μπριζ, τον Αύγουστο του 2017.

Η αγωνιστική καθίζηση της ΑΕΚ άρχισε, ουσιαστικά, αμέσως μετά την κατάκτηση του τίτλου της Σούπερ Λιγκ το 2018. Μια στοχευμένη ενίσχυση του ρόστερ της, εκείνο το καλοκαίρι, θα έκανε την πρωταθλήτρια ακόμη πιο δυνατή. Συνέβη, όμως, το ακριβώς αντίθετο. Κάποιοι από τους πρωταγωνιστές της θριαμβευτικής σεζόν αποχώρησαν, και οι αντικαταστάτες τους δεν αποδείχθηκαν ισάξιοι. Ο Δημήτρης Μελισσανίδης, που πολύ λογικά προτίμησε να ξοδέψει τον χρόνο του στο τεράστιο πρότζεκτ της «Αγια-Σοφιάς», αλλά και του νέου προπονητικού κέντρου, έδωσε «γαλόνια» σε ανθρώπους που δεν μπορούσαν να σηκώσουν την ευθύνη της διακυβέρνησης ενός συλλόγου αυτού του μεγέθους. Το αποτέλεσμα ήταν ένα ατελείωτο «ράβε – ξήλωνε».

Είναι αδύνατο να προκόψει μια ομάδα, που μέσα σε τέσσερις σεζόν έχει αλλάξει τρεις τεχνικούς διευθυντές (Λυμπερόπουλος, Ιβιτς, Κονέ) και οκτώ προπονητές: Ουζουνίδης, Χιμένεθ, Καρντόσο, Κωστένογλου, Καρέρα, ξανά Χιμένεθ, Μιλόγεβιτς, Γιαννίκης, Οφρυδόπουλος. Απ’ όλους αυτούς, μόνον ο Μάσιμο Καρέρα συμπλήρωσε χρόνο. Οι υπόλοιποι απολύονταν λίγους μήνες μετά την πρόσληψή τους. Ο Μιγκέλ Καρντόσο «άντεξε» λιγότερο από 20 μέρες. Κάθε ένας είχε τη δική του «φιλοσοφία» και τους δικούς του «εκλεκτούς». Και κανένας δεν έμοιαζε, σε προπονητικά χαρακτηριστικά, με τον άλλον. Απόδειξη, ότι οι επιλογές έγιναν τυχαία.

Με τα «εγκλήματα» που έγιναν, σε όλα τα επίπεδα, γράφεις βιβλίο. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τρία, μόνο, χαρακτηριστικά παραδείγματα. Οταν η ΑΕΚ έκρινε ότι χρειάζεται δεξιό μπακ, αποκτήθηκαν δύο. Τον έναν (Ντατσένκο) δεν προλάβαμε, καν, να τον δούμε, ενώ ο άλλος (Μισελέν) έγινε αναπληρωματικός του νεαρού και άπειρου Ρότα. Τον περασμένο Ιανουάριο προέκυψε η ανάγκη για έναν χαφ, που θα μπορούσε να βοηθήσει άμεσα. Ηρθε ο Φράνσον, ο οποίος σε σχεδόν τέσσερις μήνες έχει αγωνιστεί για μερικά λεπτά. Κι από την άλλη, εκδιώχθηκαν, ή πουλήθηκαν, ποδοσφαιριστές που στις νέες τους ομάδες «βγάζουν μάτια». Οπως ο Μπακασέτας, ή ο Γιακουμάκης.

Οι παλιοί ΑΕΚτζήδες βλέπουν την ΑΕΚ της τελευταίας τετραετίας και δεν την αναγνωρίζουν. Ποτέ δεν υπήρξε πλούσιος σύλλογος, τουλάχιστον αν συγκριθεί με τον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό, ή τον ΠΑΟΚ του Ιβάν Σαββίδη. Οι επιτυχίες της οφείλονταν στις έξυπνες επιλογές σχετικά φθηνών, αλλά ικανών και φιλόδοξων, παικτών (όπως ο Σιμόες, ή ο Γιόχανσον, για να μην πάμε πολύ πίσω στο χρόνο), και στη σταθερή επιλογή ότι η ομάδα θα πρέπει, πρωτίστως, να παίζει θεαματικό ποδόσφαιρο. Να ικανοποιεί το κοινό της. Σήμερα, όλα αυτά φαίνονται τόσο μακρινά, όσο και η ΑΕΚ που παραδέχονταν και οι φίλαθλοι άλλων… αποχρώσεων.

Πάνω απ’ όλα, από την ΑΕΚ λείπει η προσωπικότητα, που παραδοσιακά τη χαρακτήριζε. Ειδικά εφέτος, ακόμη κι όταν νικούσε, πίστευες πως στο τέλος κάτι θα γίνει και θα ηττηθεί. Το ίδιο φαινόταν να πιστεύουν και οι παίκτες της. Δεν ήταν λίγα τα ματς που έχασε «μέσα από τα χέρια της». Από την ανατολή της σεζόν, μέχρι τη δύση της. Τον Σεπτέμβριο του 2021, στο «Γεντί Κουλέ», το 0-3 έγινε 3-3, με τον ΟΦΗ να σκοράρει στο 78’, το 84’ και το 90’+2. Τον Μάιο του 2022, στο «Κλεάνθης Βικελίδης», το 0-2 έγινε 3-2, με τον Αρη να σκοράρει στο 78’, το 85’ και το 90’+3.

Λένε ότι ο νέος προπονητής, Ματίας Αλμέιδα, σιχαίνεται την ήττα, από τότε που και ο ίδιος έπαιζε μπάλα. Θα το έχει καταλάβει, ήδη: αυτοί που θα τον υποδεχτούν, την έχουν, πια, συνηθίσει.