Οταν το χιονοδρομικό κέντρο του Σεούζ, το αγαπημένο των σκιέρ Céüze 2000, αποχαιρετούσε τη χειμερινή σεζόν του 2018, οι εργαζόμενοι υπέθεσαν ότι θα επέστρεφαν τον επόμενο χειμώνα. Εξι χρόνια αργότερα, οι εγκαταστάσεις του παραμένουν κλειστές σαν παγωμένες, μαζί με το τοπίο. Το θέρετρο των νότιων γαλλικών Αλπεων λειτουργούσε για 85 συναπτά έτη και ήταν από τα παλαιότερα στη χώρα. Σήμερα είναι ένα από τα δεκάδες εγκαταλελειμμένα χιονοδρομικά κέντρα στη Γαλλία – που συνθέτουν ένα τοπίο «φαντασμάτων», όπως το περιγράφει ο βρετανικός Guardian.
Πάνω από 186 συνολικά χιονοδρομικά κέντρα έχουν κλείσει οριστικά, σύμφωνα με το ρεπορτάζ εγείροντας ερωτήματα σχετικά με την εγκατάλειψη των βουνών – των τελευταίων άγριων περιοχών της Ευρώπης. Καθώς η υπερθέρμανση του πλανήτη μειώνει το όριο του χιονιού στις Αλπεις, χιλιάδες εγκαταστάσεις αφήνονται στη μοίρα τους. Κάποιες εξ’ αυτών καταρρέουν και μολύνουν τη γη, πυροδοτώντας συζητήσεις σχετικά με τα απομεινάρια ενός παλαιού τρόπου ζωής, σύμφωνα με ρεπορτάζ του Guardian.
Οι χιονοπτώσεις στο Céüze άρχισαν να μειώνονται στη δεκαετία του 1990, με το θέρετρο να μειώνει σταδιακά τη διάρκεια λειτουργίας του. Εκείνο τον τελευταίο χειμώνα λειτούργησε για μόλις ενάμιση μήνα, ενώ τους δύο προηγούμενους δεν είχε καν ανοίξει. Το άνοιγμά του κοστίζει έως και 450.000 ευρώ – και με τις όλο και μικρότερες σεζόν, γινόταν ασύμφορο. Η απόφαση για το λουκέτο του πάρθηκε όταν το χρέος άρχισε να ξεφεύγει.
Στη Γαλλία σήμερα υπάρχουν 113 τελεφερίκ για σκιέρ, συνολικού μήκους 63 χιλιομέτρων, που έχουν εγκαταλειφθεί – με περίπου το 75% εξ’ αυτών να βρίσκονται σε προστατευόμενες περιοχές. Οι υποδομές δεν αφορούν μόνο το σκι, καθώς υπάρχουν πάνω από 3.000 εγκαταλελειμμένες κατασκευές διάσπαρτες γύρω από τα γαλλικά βουνά, οι οποίες υπονομεύουν το πλουσιότερο άγριο έδαφος της Ευρώπης με βιομηχανικά και δασικά απόβλητα, όπως καλώδια και συρματοπλέγματα.
Το χιονοδρομικό κέντρο του Σεούζ γίνεται γρήγορα ένας από αυτούς του παράγοντες μόλυνσης. Καμπίνες χάνουν τις μονώσεις τους, σχοινιά κρέμονται στον αέρα και κομμάτια πλαστικού πέφτουν από τους πυλώνες. Τα παλιά υπόστεγα των τελεφερίκ εξακολουθούν να περιέχουν μετασχηματιστές, αμίαντο, λάδια κινητήρα και γράσα – ουσίες που, με την πάροδο του χρόνου, διεισδύουν στο έδαφος και στο νερό.
Η διάβρωση και η σκουριά από μεταλλικές κατασκευές που έχουν απομείνει στην περιοχή από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως οι αντιαρματικές ράγες και οι μεταλλικές αιχμές, οδηγούν σε αλλαγές στα είδη φυτών της γύρω περιοχής, προσφέροντας μια πιθανή εικόνα για το τι θα μπορούσε να συμβεί αν οι πυλώνες αφεθούν να σκουριάσουν τις επόμενες δεκαετίες.
Μερικοί από τους ντόπιους πιστεύουν ότι τα θέρετρα θα πρέπει να παραμείνουν μνημειώδη τοπία, τιμώντας γενιές ανθρώπων που έζησαν και έκαναν σκι σε αυτά, ενώ άλλοι κρίνουν ότι είναι προτιμότερο να επιστραφούν στην άγρια φύση μετά από την απομάκρυνση των μηχανημάτων τους που βρίσκονται σε καθεστώς αποσύνθεσης.
Η αποδόμηση του χιονοδρομικού κέντρου του Σεούζ ξεκίνησε στις 4 Νοεμβρίου 2025, ένα μήνα πριν από την έναρξη της χειμερινής σεζόν. Τα τελεφερίκ απομακρύνθηκαν με ελικόπτερο για την ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών διαταραχών και της συμπίεσης του εδάφους. Η γαλλική νομοθεσία απαιτεί την απομάκρυνση και την αποσυναρμολόγηση τους όταν δεν είναι σε λειτουργία. Ωστόσο, ο νόμος ισχύει μόνο για τα τελεφερίκ του σκι που κατασκευάστηκαν μετά το 2017.
Τα περισσότερα έχουν διάρκεια ζωής 30 ετών, επομένως κανένα τελεφερίκ δεν θα θεωρείται απαρχαιωμένο τουλάχιστον μέχρι το 2047. Η διαδικασία είναι αρκετά δαπανηρή – η αποσυναρμολόγηση του Σεούζ θα κοστίσει 123.000 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι οι περισσότερες εγκαταλελειμμένες υποδομές για σκι αφήνονται να αποσυντεθούν επί τόπου. Αυτό που συμβαίνει στο Σεούζ συνιστά εξαίρεση στον κανόνα.
Με τους πυλώνες να έχουν καθαριστεί και το θέρετρο να έχει κλείσει ουσιαστικά εδώ και επτά χρόνια, τα πρώτα σημάδια της οικολογικής ανάκαμψης γίνονται ήδη ορατά. Μια κόκκινη ομίχλη αιωρείται πάνω από το λευκό χιόνι – είναι τα χειμερινά μούρα από αγριοτριανταφυλλιές, οι οποίες φυτρώνουν στα σημεία όπου η πίστα δεν κουρεύεται πλέον.
Τα μούρα αποτελούν σημαντική χειμερινή τροφή για πουλιά όπως η σπάνια κοκκινόραμφη τσίχλα, και τα αγκαθωτά στελέχη τους χρησιμοποιούνται για την κατασκευή της φωλιάς της την άνοιξη. Το καλοκαίρι, ορχιδέες και κίτρινες γενθιανές ανθίζουν πάνω από αυτές τις πλαγιές, ενώ και τα δένδρα σιγά σιγά επιστρέφουν. Οι λόφοι που περιβάλλουν την περιοχή έχουν χαρακτηριστεί ως Natura 2000 – μέρη που φιλοξενούν την πιο σπάνια και προστατευόμενη άγρια ζωή της Ευρώπης.
Τα αγριογούρουνα και τα ζαρκάδια που ζουν σε αυτά τα δάση θα επωφεληθούν από τους πιο ήσυχους χειμώνες. Πουλιά όπως οι αγριόρνιθες προστατεύονται από το δριμύ κρύο τον χειμώνα σκάβοντας στο παγωμένο τοπίο και προτιμούν το βαθύ, πηχτό χιόνι – όπως ακριβώς και οι σκιέρ. Το είδος κινδυνεύει με εξαφάνιση σε όλες τις οροσειρές της Γαλλίας.
Η αποσυναρμολόγηση του Céüze έρχεται σε μια εποχή που πολλοί χώροι για τη φύση συρρικνώνονται. Υπάρχουν ελάχιστες έρευνες για τις εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις στα βουνά, αλλά μελέτες από το κλείσιμο του χιονοδρομικού κέντρου Valcotos στη Σιέρα ντε Γκουανταράμα της Μαδρίτης το 1999, καταδεικνύουν ότι οδήγησε σε σημαντική ανάκαμψη της αυτοφυούς βλάστησης και σε καθαρότερες υδάτινες οδούς, μειώνοντας παράλληλα τη διάβρωση του εδάφους.
Το ερώτημα σχετικά με τη μοίρα των εγκαταλελειμμένων χιονοδρομικών αναμένεται να τεθεί σύντομα σε όλα τα βουνά της Ευρώπης, αλλά και του υπόλοιπου κόσμου. Το σκι εξαφανίζεται από πολλά αλπικά τοπία λόγω της υπερθέρμανσης. Οι έρευνες δείχνουν ότι με την αύξηση της παγκόσμιας θέρμανσης κατά 2 βαθμούς Κελσίου, πάνω από τα μισά υπάρχοντα θέρετρα κινδυνεύουν να ξεμείνουν από χιόνι.
Τα θέρετρα σε μεγαλύτερο υψόμετρο είναι ευάλωτα στην απώλεια του μόνιμου πάγου, απειλώντας τους πυλώνες που έχουν τρυπηθεί σε αυτά. Κάποια από αυτά, όπως το St-Honoré 1500, εγκαταλείφθηκαν πριν καν ολοκληρωθεί η κατασκευή τους. Ακόμα και τα μεγαλύτερα θέρετρα, τα οποία συνήθως διαθέτουν επαρκή κεφάλαια για επενδύσεις σε νέες πίστες και σε τεχνητό χιόνι, αγωνίζονται να επιβιώσουν.
Για κάποιους, η απώλεια του Céüze μοιάζει πρόωρη. Θεωρούν ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει με τεχνητό χιόνι και να παραμείνει ανοιχτό. Ωστόσο η ζωή στην περιοχή συνεχίζεται, καθώς το ξενοδοχείο Galliard του θέρετρου πωλήθηκε σε έναν κατασκευαστή που θέλει να το ανοίξει για εκδηλώσεις – και έχει ήδη ξεκινήσει ξυλουργικές εργασίες αναστήλωσης.
Τα χειμερινά Σαββατοκύριακα δεκάδες αυτοκίνητα εξακολουθούν να συγκεντρώνονται στο πάρκινγκ του θέρετρου, με τους επισκέπτες να απολαμβάνουν πιο ήσυχες δραστηριότητες στην πλαγιά του λόφου – όπως περιπάτους, βόλτες με χιονοπέδιλα, σκι αντοχής και έλκηθρα. Αλλά αυτό που συμβαίνει στο Céüze είναι μια μικρογραφία του μέλλοντος με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωπα δεκάδες άλλα μικρά θέρετρα και ορεινά τοπία σε όλη την Ευρώπη.
