1254
|

Στράτος Τζίτζης: «Σου έρχεται να φουντάρεις με τα κανάλια»

Στράτος Τζίτζης: «Σου έρχεται να φουντάρεις με τα κανάλια»

Πηγαίνοντας στο «Studio Art Cinema», δεν είχα ιδέα τι πάω να δω. Ηξερα μόνο ότι το «NightΟut» είναι η πρώτη ξενόγλωσση ταινία μεγάλου μήκους του Στράτου Τζίτζη, που τα τελευταία χρόνια ζει μόνιμα στο Βερολίνο, και ότι αφηγείται τα νυχτοπερπατήματα κάποιων ανθρώπων στην πόλη αυτή.

Βγαίνοντας από το σινεμά, ένιωθα ότι τα είχα δει όλα, κυριολεκτικά! Κι αυτό γιατί το «NightΟut» είναι σα να σου ανοίγει μια κλειδαρότρυπα στην, έτοιμη για όλα, βερολινέζικη νύχτα. Σε μυεί στην ελευθεριότητά της και σε βάζει σε νυχτερινά στέκια του Βερολίνου, στα οποία δεν έχει επιτραπεί η κάμερα ποτέ, όπως το «Abstand» (κατάληψη αναρχικών), αλλά και το φημισμένο για τα διονυσιακά πάρτι του, «KitKatclub».

Η ταινία σου είναι σαν ένα ντοκιμαντέρ για τη βερολινέζικη νύχτα. Ετσι το ήθελες εξαρχής ή έτσι σου βγήκε;

«Το ήθελα εξ αρχής. Ήταν σχεδιασμένο και πραγματοποιημένο με αυτό το στόχο, να δείξει άμεσα, απροσποίητα και ντοκιμαντερίστικα αυτή τη μοναδική πλευρά του Βερολίνου, που παίζει να είναι και η πρωτεύουσα της ακολασίας σε όλο τον κόσμο, σήμερα. Νομίζω ότι κάναμε ένα ντοκουμέντο ελευθεριότητας που μπορεί αύριο να χαθεί, αν σφίξουν τα πράγματα».

Αν δεις την ταινία, καταλαβαίνεις ακριβώς τι θέλει να πει ο Τζίτζης. Υπάρχουν πλάνα μέσα απ’ το «KitKatclub» που, αν είσαι λίγο ντροπαλός, θα σε κάνουν να κοκκινίσεις. Αν το έβλεπε η Σαπφώ Νοταρά, θα έλεγε σίγουρα: «εδώ γίνονται Σόδομα και Γόμορρα!» Και η κάμερα του Τζίτζη περνάει από μπροστά τους, αφού τα γυρίσματα έγιναν με αληθινούς θαμώνες, εν ώρα λειτουργίας του κλαμπ.

Σου έχουν κάνει δεκάδες φορές την ερώτηση, αλλά θα την υποστείς ακόμα μία, μιας και είναι, νομίζω, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα backstage stories της ταινίας. Πώς μπήκες στο «Abstand» και στο «KitKat», όπου δεν επιτρέπεται να βγάλεις φωτογραφία, ούτε καν να έχεις κινητό εκεί μέσα;

«Αυτά τα μέρη είναι άβατα για κάμερες και οποιουδήποτε είδους αδιάκριτα βλέμματα. Έπρεπε να μας εμπιστευθούν και να νιώσουν ένα με αυτούς για να μας αφήσουν. Γίναμε ένα και έτσι συνέβη, κατά κάποιο μαγικό τρόπο. Ακόμη δεν μπορώ να το εξηγήσω και μου φαίνεται απίστευτο πώς καταφέραμε αυτά τα γυρίσματα μέσα στο KitKatclub εν πλήρη λειτουργία».

Πόσο δύσκολο είναι να κινηματογραφείς ενώ γύρω σου γίνονται διονυσιακά πάρτι;

«Εμείς κάναμε τη δουλειά μας και αυτοί τη δική τους. Έπρεπε να είμαστε εξαιρετικά διακριτικοί και να κυκλοφορούμε ανάμεσά τους σαν να είμαστε μέρος του πάρτι. Στο συνεργείο ήμασταν όλοι ημίγυμνοι, το ίδιο και οι ηθοποιοί μας βέβαια. Είχαμε όμως την άδεια όλων των ανθρώπων που βρισκόταν εκεί να πάρουμε πλάνα, με την υπογραφή του καθένα, ξεχωριστά».

Υπήρξε κάτι από τη βερολινέζικη νύχτα που δεν τόλμησες να δείξεις;

«Βασικά τα έδειξα όλα. Υπάρχουν και κάποια πολύ ιδιαίτερα μέρη, για νοσηρά γούστα, τα οποία είναι εκτός της θεματικής του “NightOut”, με τα οποία δεν ασχοληθήκαμε καν».

Ο Στράτος Τζίτζης γεννήθηκε στη Βέροια και σπούδασε πολιτική οικονομία στην ΑΣΟΕΕ και σκηνοθεσία στη σχολή Σταυράκου. Εχει ανδρωθεί καλλιτεχνικά δίπλα στον Παντελή Βούλγαρη, στον οποίο οφείλει πολλά, όπως έχει πει πολλές φορές σε συνεντεύξεις του. Οι περισσότεροι τον μάθαμε το 2000 από την ταινία «Η αγάπη είναι ελέφαντας», μια μαύρη κωμωδία για τον έρωτα.

Από το «Η αγάπη είναι ελέφαντας» μέχρι το «NightΟut», κλείνουν δύο δεκαετίες. Ποιος ήταν ο Στράτος Τζίτζης τού τότε και ποιος τού τώρα;

«Αυτές οι δύο ταινίες μοιάζουν σε πολλά σημεία. Είναι πολυπρόσωπες, ερωτικές, κωμικές, και αν κρίνουμε από αυτές, δεν άλλαξα πολύ. Ενδιάμεσα όμως έχω κάνει και άλλες ταινίες, πολύ διαφορετικές, ενώ έγινα πατέρας εις διπλούν, έφυγα από την Ελλάδα, ασχολήθηκα με φιλοσοφικές εργασίες, μεγάλωσα. Νομίζω ότι αυτό που άλλαξε κυρίως σε εμένα, πέρα από την ηλικία, είναι η αίσθηση ευθύνης προς τα παιδιά. Τώρα ό, τι και να κάνω, το πρώτο που μετράει είναι οι δύο μου κόρες. Εγώ έρχομαι μετά. Τότε έκανα τρέλες σαν να μην υπήρχε αύριο. Τώρα οι τρέλες μου πρέπει να είναι συμβατές με αυτό, να γίνουν τρέλες με μέλλον. Είμαι ευτυχής που έχω τώρα μαζί μου τη γυναίκα μου, με την οποία μοιραζόμαστε την ίδια τρέλα».

Είναι παντρεμένος με την ελληνοκαναδή σκηνοθέτιδα Κατερίνα Μάρθα Κλαρκ, η οποία ασχολείται με το ντοκιμαντέρ. Το τελευταίο της μάλιστα πόνημα, «Στα Αρβανίτικα», που είδαμε πρώτη φορά φέτος στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, είναι η πρώτη κινηματογραφική έρευνα που γίνεται για τους Αρβανίτες.

Κινηματογραφιστές στο Βερολίνο. Ακούγεται ωραίο, κουλ, προχωρημένο. Είναι όντως;

«Είναι ωραίο, κουλ και προχωρημένο να είσαι στο κουλ Βερολίνο. Γιατί υπάρχει και μη-κουλ. Για κινηματογραφιστές δεν ξέρω. Δεν γνώρισα ευτυχισμένους κινηματογραφιστές ούτε στο Βερολίνο, για να πω την αλήθεια. Οι περισσότεροι είναι μέσα στο άγχος να τα καταφέρουν».

Ο κινηματογράφος είναι η μια αγάπη του Τζίτζη. Η άλλη, είναι η φιλοσοφία. Στο blog καταγράφει τις φιλοσοφικές του σημειώσεις και τις διαπιστώσεις του.

Πώς περνάει η φιλοσοφία στο κινηματογραφικό σου έργο;

«Πίσω από κάθε μου έργο υπάρχει κρυμμένη μια ιδέα που προέρχεται από τις φιλοσοφικές μου αναζητήσεις. Αυτές είναι που κρατάνε, άλλωστε, το πνεύμα μου ζωντανό και αυτές με συνδέουν με το μεταφυσικό, οπότε δεν πολυμασάω με τα τρέχοντα και συνεχίζω απτόητος».

Στις ταινίες σου, το χιούμορ έχει εμφανή θέση. Αλλοτε πιο μαύρο και σκοτεινό, άλλοτε πιο χαλαρό και διασκεδαστικό, είναι πάντα εκεί ακόμα και στις πιο δύσκολες καταστάσεις. Έχω την αίσθηση ότι το δουλεύεις πολύ το χιούμορ στο σενάριο, και συνειδητοποιημένα το θέλεις σε πρωταγωνιστικό ρόλο, ε;

«Ξεκίνησα με μικρού μήκους που ήταν κωμωδίες και τα πρώτα μου σενάρια μεγάλου μήκους ήταν όλα κωμικά. Νομίζω ότι αν είχαν χρηματοδοτηθεί αυτά, που είχαν τεράστια πλάκα, θα είχα εξελιχθεί σε καθαρά κωμικό συγγραφέα και σκηνοθέτη. Εισέπραξα όμως πολύ απόρριψη και αυτό εισήγαγε το δράμα στη γραφή μου. Ο πλακατζής όμως Τζίτζης πάντα καραδοκεί και έτσι προκύπτουν αστείες σκηνές ακόμη και σε ταινίες σπαρακτικές όπως το “Σώσε με”».

Η «Καύση» ήταν η τελευταία μεγάλου μήκους ταινία του στα ελληνικά, που έγινε και θεατρική παράσταση. Ήταν και το τελευταίο κομμάτι μιας φιλμικής τριλογίας που αφορούσε τη γυναίκα.

Από τους μικρούς εσωτερικούς χώρους, της «Καύσης», του «Σώσε με» και των «45m2», πήδησες σ’ ένα ολόκληρο Βερολίνο. Ήταν μια ανάγκη εξωτερίκευσης; Μια δική σου ανάγκη να «απλωθείς»;

«Ναι, ήταν ένα άπλωμα ή μάλλον ξεδίπλωμα μιας πλευράς μου που βρήκα την ευκαιρία να εξωτερικεύσω υπό τις κατάλληλες συνθήκες, όντας σε μια πόλη που το γλεντάει ασύστολα. Είναι σαν να λέμε: κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι».

Στην Ελλάδα, υπήρξαν περιπτώσεις που έγινε χαμός έξω από θέατρα, επειδή η παράσταση είχε ομοφυλόφιλους ή προσέβαλε τα θεία ή έδειχνε γυμνό. Ποια η γνώμη σου γι’ αυτό; Υπάρχει περίπτωση να συμβεί κάτι τέτοιο στο Βερολίνο;

«Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να συμβεί κάτι τέτοιο στο Βερολίνο. Η ανεκτικότητα αυτής της πόλης είναι παροιμιώδης. Η Ελλάδα έχει ισχυρά κατάλοιπα που την κάνουν να μοιάζει καθυστερημένη χώρα, όταν αυτά παίρνουν το πάνω χέρι. Νομίζω ότι πρέπει να μπαίνουν στη θέση τους από την πολιτεία και από τους σύγχρονους, προοδευτικούς πολίτες. Δεν μπορεί κάποιοι γραφικοί, ταλιμπανοφόροι να σταματάνε παραστάσεις. Στη Γερμανία θα τους είχαν πάρει σηκωτούς. Είπαμε ανεκτικοί, αλλά όχι έτσι».

Τι πιστεύεις γι’ αυτά που ζούμε στην Ελλάδα; Πολιτικά και κοινωνικά. Υπάρχει σωτηρία;

«Είναι απελπιστική η κατάσταση και πραγματικά δεν ξέρω πώς θα αλλάξει, από τη στιγμή που οι μορφωμένοι νέοι είτε φεύγουν έξω, είτε αδιαφορούν για την πολιτική. Υπάρχουν αρκετές επιμέρους πρωτοβουλίες σε διάφορους περιφερειακούς τομείς, που δίνουν ελπίδες, αλλά αυτές δεν συντονίζονται κεντρικά μέσα από έναν πολιτικό φορέα, που θα μπορούσε να παίξει κάποιο ρόλο στα πράγματα. Η κεντρική πολιτική σκηνή κυριαρχείται από ανθρώπους που σε φέρνουν σε απελπισία και μόνο με την ύπαρξή τους. Εκεί βέβαια που σου έρχεται να φουντάρεις είναι με τα κανάλια, αυτά είναι οχετός. Δεν μπορώ να δω ελληνική τηλεόραση ούτε λεπτό».

* Το «NightOut» του Στράτου Τζίτζη θα παίζεται στο «Studio Art Cinema» (Σταυροπούλου 33, πλατεία Αμερικής), από Πέμπτη 16/5 ως Κυριακή 19/5. Ώρα προβολής: 10μμ