Ο Ούμπιντες αποχαιρέτησε τους αγωνιστικούς χώρους αφού κέρδισε τον σεβασμό όλων των ελλήνων φιλάθλων | ΤΖΑΜΑΡΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ/ IntimeNews
Επικαιρότητα

Χαβιέ Ούμπιντες: Η «Ιθάκη» του ήταν το ταξίδι

Τρόπαια δεν κέρδισε πολλά. Κανένα, για την ακρίβεια. Ο μόνος τίτλος που κατέκτησε στα 21 χρόνια της καριέρας του ήταν η εκτίμηση και ο σεβασμός όλων των φιλάθλων, ανεξαρτήτως συλλογικής προτίμησης. Ηρθε στην Ελλάδα το 2009 ως Χαβιέ Ούμπιντες -άλλος ένας ξένος ανάμεσα στους πολλούς- και φεύγει από τα γήπεδα ως «Ούμπι»
Sportscaster

Δεν ευτύχησε να γίνει ο ήρωας ενός ποδοσφαιρικού παραμυθιού – έστω, της μιας βραδιάς. Δεν στέφθηκε πρωταθλητής, ή Κυπελλούχος, δεν έπαιξε στο Τσάμπιονς Λιγκ, δεν είδε κανένα του όνειρο να βγαίνει αληθινό. Αλλά, ποτέ, δεν απογοητεύτηκε. Υπηρέτησε τις ομάδες του με όλο του το «είναι». Με ταλέντο, συνέπεια, αφοσίωση και ήθος. Ο Χαβιέ Ούμπιντες δεν έφτασε στον προορισμό για τον οποίο κίνησε ως επαγγελματίας παίκτης το 1999, λίγο πριν ενηλικιωθεί, όμως απόλαυσε το ταξίδι. Κι αυτό το ταξίδι ολοκληρώθηκε το περασμένο Σάββατο στο γήπεδο του Περιστερίου.

Μόλις ο προπονητής του, Σάββας Παντελίδης, τον απέσυρε από το τερέν στις καθυστερήσεις του τελευταίου του αγώνα, οι συμπαίκτες του τον περικύκλωσαν για να τον αποθεώσουν. Στον Ατρόμητο έζησε οκτώ ολόκληρα χρόνια. Πρόλαβε να συμπληρώσει 278 συμμετοχές στην Α’ Κατηγορία του ελληνικού ποδοσφαίρου – τις περισσότερες από κάθε άλλον στα χρονικά του συλλόγου. Τα τελευταία χρόνια ήταν και αρχηγός της ομάδας. Μα, πάνω απ’ όλα, υπήρξε ο πιο παθιασμένος μαχητής της. Οι «Φενταγίν», οι οργανωμένοι οπαδοί της, τον αποχαιρέτησαν με ένα πανό που έγραφε: «Σε κάθε γήπεδο και κάθε αγωνιστική, θέλουμε παίκτες με του Umbides την ψυχή».

Δείτε την συγκινητική στιγμή αποχαιρετισμού του Ούμπιντες στο 04:15 του παρακάτω βίντεο:

Με την ίδια θέρμη τον χειροκρότησαν και οι αντίπαλοι, του Βόλου. Ο Ολυμπιακός Βόλου ήταν ο πρώτος του σταθμός στην Ελλάδα (και την Ευρώπη). Το 2009, στα 27 του, ο αργεντινός χαφ συνάντησε τον σύλλογο στη Β’ Εθνική, και τον βοήθησε όσο κανείς να επιστρέψει στην Α’ Κατηγορία, στο τέλος εκείνης της σεζόν, έπειτα από 20 ολόκληρα χρόνια. Οι οπαδοί τον λάτρεψαν. Την επόμενη αγωνιστική περίοδο (2010-2011) η ομάδα τερμάτισε 5η στη βαθμολογική κατάταξη, όμως τον Σεπτέμβριο του 2011 υποβιβάστηκε στη Δ’ Εθνική, λόγω εμπλοκής της στο μέγα σκάνδαλο των χειραγωγημένων αγώνων.

Ο Ούμπιντες αγαπήθηκε πολύ και στην επόμενη ομάδα του, τον Αρη. Αλλά κι εκεί στάθηκε άτυχος. Τον έδιωξαν τα τεράστια οικονομικά προβλήματα του συλλόγου της Θεσσαλονίκης. Ο Αργεντινός έπαιξε στο «Κλεάνθης Βικελίδης» μόνο για μια σεζόν, η οποία ήταν πολύ οδυνηρή για τους «κίτρινους», όμως η εξέδρα «δέθηκε» μαζί του. Επειδή, όπως πάντα, ο Ούμπιντες έμπαινε στο γήπεδο και «τα έδινε όλα», χωρίς να ψάχνει για δικαιολογίες στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη με τον Ατρόμητο, ως αντίπαλος πλέον, οι οπαδοί του Αρη του επιφύλαξαν μια υποδοχή που τον συγκίνησε βαθιά. «Αυτό που έζησα ήταν απερίγραπτο», είχε δηλώσει.

Επειτα από ένα σύντομο πέρασμά του από την Τουρκία (αγωνίστηκε στην Ορντουσπορ) επέστρεψε στην Ελλάδα. Στις 26 Ιουνίου 2013 υπέγραψε στον Ατρόμητο, για να χτίσει με τον σύλλογο και τους οπαδούς του μια σχέση λατρείας. Τα γκολ, οι ασίστ του, οι εκτελέσεις του στα φάουλ, μαρτυρούσαν την «ποιότητα» του ποδοσφαιριστή. Αλλά ήταν, πρωτίστως, ο χαρακτήρας του, που εκτιμήθηκε. Η προσωπικότητά του. Το ήθος του (παρά το αργεντίνικο πάθος με το οποίο αγωνιζόταν, ποτέ δεν προκάλεσε τους αντιπάλους του). Η επαγγελματική του συνέπεια. Οπως εκείνη τη μέρα (15 Φεβρουαρίου 2015), που κανείς δεν θα ξεχάσει.

Ο Ούμπιντες σκύβει και φιλά το χορτάρι στο γήπεδο του Περιστερίου

Ο Ατρόμητος έπαιζε με τον ΠΑΟΚ στο Περιστέρι όταν, στο 51ο λεπτό, ο Ούμπιντες σκόραρε το δεύτερο από τα τέσσερα γκολ της ομάδας του. Ετρεξε προς τη μεγάλη εξέδρα και σήκωσε τη φανέλα του, για να φανεί ένα λευκό μπλουζάκι που έγραφε: «Σήμερα γιορτάζουν στους ουρανούς. Χρόνια πολλά». Ηταν μια αφιέρωση στην αδελφή του, που θα γιόρταζε τα γενέθλιά της αν δεν είχε «φύγει», ένα χρόνο πριν, από καρκίνο.

Τρόπαια δεν κέρδισε πολλά. Για την ακρίβεια, κανένα. Ο μόνος τίτλος που κατέκτησε στα 21 χρόνια της καριέρας του, ήταν η εκτίμηση και ο σεβασμός όλων των φιλάθλων, ανεξαρτήτως συλλογικής προτίμησης. Τον βάλαμε στην καρδιά μας γιατί δεν έπαψε, ποτέ, να προσπαθεί γι’ αυτό που αγαπούσε, με ακεραιότητα που σπανίως συναντά κανείς στα ελληνικά γήπεδα. Αυτός ήταν ο πιο μεγάλος του θρίαμβος: η θετική καταγραφή του στη λαϊκή συνείδηση.

Εκλεισε τα 39 στις 9 Φεβρουαρίου. Θα ‘θελε να παίξει λίγο ακόμη. Οπως είχε εξομολογηθεί μετά την τελευταία ανανέωση του συμβολαίου του, πέρυσι, «είναι ένα όνειρο για μένα, να με δει ο μικρός γιος μου με τη φανέλα αυτής της ομάδας που αγαπώ τόσο πολύ». Αλλά ο μικρούλης του, που τον έχουν βαπτίσει με το ελληνικό όνομα «Λεωνίδας», είναι μόλις 2 ετών. Θα του τα διηγηθεί ο μεγάλος του, ο 19χρονος Φακούντο, που θέλει να ακολουθήσει τα χνάρια του πατέρα του και δοκιμάζει τις δυνατότητές του στον Ατρόμητο. Ή, η 16χρονη κόρη του.

Ανακοίνωσε την απόφαση του να αποσυρθεί μέσω των social media, με μία συγκινητική ανάρτηση, στην οποία έγραφε, μεταξύ άλλων: «Αυτά τα τελευταία χρόνια προσπάθησα να φανταστώ πώς θα ήταν ο τελευταίος μου αγώνας ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής… Σήμερα, έπειτα από 20 χρόνια καριέρας, οκτώ από τα οποία βρίσκομαι στην οικογένεια του Ατρόμητου, πρέπει να πω ότι έφτασε αυτή η στιγμή. Είναι δύσκολο να πω “αντίο” στο μέρος που με έκανε ευτυχισμένο, μπορεί να το έκανα σωστά ή λάθος, αλλά να είστε σίγουροι ότι κάθε φορά που υπερασπίστηκα αυτά τα χρώματα, το έκανα με την καρδιά μου. Δεν μπορέσαμε να πάρουμε Κύπελλα και τίτλους, όμως ελπίζω να έχω αφήσει κάποιο αποτύπωμα εδώ. Οταν έφτασα στην ομάδα, ήρθα σαν ξένος. Σήμερα, φεύγω ως “Ούμπι”».

Σκέφτεται να συνεχίσει να ζει στην Ελλάδα. Την αγάπησε τη χώρα μας, επειδή «οι Ελληνες είναι φιλόξενοι και πάντα με το χαμόγελο». Και γιατί δεν ξεχνά πόσο τον είχαν βοηθήσει όλοι στις πρώτες του μέρες εδώ, όταν δεν μπορούσε να επικοινωνήσει ούτε για τα απαραίτητα – ούτε Αγγλικά δεν γνώριζε. Ελληνικά έμαθε να μιλά – έστω και όχι τέλεια. Αλλά, πλέον, νιώθει Ελληνας, όσο και Αργεντινός.