943
Ο Παναγιώτης Γιαννάκης, πρώτος μεταξύ ίσων, υψώνει στο ΣΕΦ, στις 14 Ιουνίου 1987, το τρόπαιο του Ευρωμπάσκετ | ΙΝΤΙΜΕΝΕWS

Το μεγάλο «ευχαριστώ» του μπάσκετ στον Γιαννάκη

Sportscaster Sportscaster 4 Απριλίου 2021, 23:45
Ο Παναγιώτης Γιαννάκης, πρώτος μεταξύ ίσων, υψώνει στο ΣΕΦ, στις 14 Ιουνίου 1987, το τρόπαιο του Ευρωμπάσκετ
|ΙΝΤΙΜΕΝΕWS

Το μεγάλο «ευχαριστώ» του μπάσκετ στον Γιαννάκη

Sportscaster Sportscaster 4 Απριλίου 2021, 23:45

Μέλος της «λέσχης των αθανάτων» του μπάσκετ, λοιπόν, και ο Παναγιώτης Γιαννάκης. Ηταν δίκαιο, έγινε πράξη. Εκεί θα ανταμώσει με άλλους τέσσερις Ελληνες: δύο συνοδοιπόρους του στα γήπεδα, τον Νίκο Γκάλη και τον Παναγιώτη Φασούλα, και δύο διαιτητές – θρύλους που συνέχισαν την καριέρα τους ως παράγοντες, τον Κώστα Ρήγα και τον Κώστα Δήμου.

Με την τάξη του 2021 θα εισαχθούν στο «Hall Of Fame» της FIBA (η επίσημη ανακοίνωση αναμένεται να γίνει στις 18 Ιουνίου σε διαδικτυακή εκδήλωση) ακόμη δύο μεγάλες μορφές του αθλήματος: ο  Ετορε Μεσίνα, με σπουδαία προπονητική καριέρα στο ΝΒΑ και την Ευρώπη, σε ομάδες όπως οι Λέικερς, οι Σπέρς, η ΤΣΣΚΑ Μόσχας και η Ρεάλ Μαδρίτης, και ο Τσακ Ντέιλι, που έχει κατακτήσει Ολυμπιακά μετάλλια και τίτλους στο ΝΒΑ ως κόουτς της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ και συλλόγων όπως οι Πίστονς.

Η εξιστόρηση των κατορθωμάτων του Γιαννάκη θα μπορούσε να αρχίζει με τη φράση «Μια φορά κι έναν καιρό», σαν παραμύθι.

– Το 1987 ήταν ο αρχηγός και ένας από τους πρωταγωνιστές της Εθνικής μας ομάδας που σήκωσε την ευρωπαϊκή Κούπα, παρακινώντας μια ολόκληρη χώρα να ασχοληθεί με το σπορ και να εξελιχθεί σε παγκόσμια δύναμη του μπάσκετ. Δύο χρόνια αργότερα, στο Ευρωμπάσκετ του Ζάγκρεμπ, κρέμασε στο στήθος του το αργυρό μετάλλιο.

– Το 1990 στο Παγκόμιο Κύπελλο της Αργεντινής έπαιξε και για τον απόντα Γκάλη. Από τη μια στιγμή στην άλλη μετατράπηκε από δημιουργός σε εκτελεστή. Από πασέρ και αμυντικό, σε σκόρερ. Ολοκλήρωσε το τουρνουά με 26 πόντους ανά αγώνα, κατά μέσον όρο, και κατέλαβε την τρίτη θέση του σχετικού πίνακα, πίσω από τον Οσκαρ Σμιντ και τον Αντονέλο Ρίβα.

Απέναντι στον NBAερ Βλάντε Ντίβατς στην Ατλάντα (INTIME)

– Το 2005 στο Βελιγράδι πέτυχε κάτι που κανείς άλλος δεν είχε καταφέρει: κατέκτησε χρυσό μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ, και ως παίκτης, και ως προπονητής. Ως κόουτς, πλέον, καθοδήγησε την Εθνική σε μια μυθική ανατροπή στον ημιτελικό με τη Γαλλία, και σε μια εύκολη επικράτηση στον τελικό απέναντι στη Γερμανία του Νοβίτσκι, ανεβάζοντας το ελληνικό μπάσκετ στην κορυφή της Ευρώπης.

– Το 2006 στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Σαϊτάμα η Εθνική Ελλάδας του Γιαννάκη υποχρέωσε τους αμερικανούς NBAers στην πρώτη τους ήττα από τη μέρα που οι ΗΠΑ αγωνίζονταν στις διοργανώσεις της FIBA με επαγγελματίες παίκτες (101-95 στον ημιτελικό).

Χωρίς υπερβολή, ο Γιαννάκης εμπλέκεται σε όλες τις επιτυχίες της Εθνικής Ανδρών, από το 1976 που πρωτοφόρεσε τη φανέλα με το εθνόσημο (σε ηλικία 17 ετών) κι έπειτα. Μέχρι την τελευταία -προς στιγμήν-, που ήταν το χάλκινο μετάλλιο στο Πανευρωπαϊκό της Πολωνίας το 2009.

Από 13 ετών παιδί, που φόρεσε τη φανέλα του Ιωνικού, «σαρώνει» τρόπαια, τίτλους, ρεκόρ και ατομικές διακρίσεις. Με τον Ιωνικό, τον Αρη, τον Πανιώνιο, τον Παναθηναϊκό, τον Ολυμπιακό, το Μαρούσι και, βεβαίως, με την Εθνική. Αλλά με τον Γιαννάκη συμβαίνει το εξής παράδοξο: το μεγαλείο του δεν μπορεί να «χωρέσει» στο βιβλίο με τους άθλους του. Οι αριθμοί δεν λένε όλη την αλήθεια για το τεράστιο μέγεθος του αθλητή.

– Του λεοντόκαρδου Γιαννάκη, που μαχόταν για τη νίκη σε κάθε αγώνα, σε κάθε σπιθαμή του γηπέδου, «βουτώντας» στο παρκέ για την κατοχή της μπάλας και εκθέτοντας πρόθυμα τον εαυτό του σε κινδύνους τραυματισμού.

– Του Γιαννάκη, που υπήρξε η προσωποποίηση της ομαδικότητας. Που δεν δίστασε να ποδοπατήσει τον εγωϊσμό του, και από δεινός σκόρερ να μετατραπεί σε ακούραστο εργάτη της άμυνας, προκειμένου να υπηρετήσει καλύτερα το παιχνίδι του Γκάλη – και του συνόλου. Αυτή του η «θυσία» δημιούργησε το «δίδυμο» που έγινε σημείο αναφοράς στο διεθνές μπάσκετ και άλλαξε το status του αθλήματος στην Ελλάδα.

Με Φανή, Παταβούκα και Φασούλα στην Άτλαντα το 1996 (INTIME)

– Του αφοσιωμένου Γιαννάκη, που επί μια 20ετία «τα έδωσε όλα» για την Εθνική, προσφέροντάς της και την τελευταία ικμάδα του. Κανένας άλλος έλληνας μπασκετμπολίστας δεν συμπλήρωσε 351 εμφανίσεις με τα γαλανόλευκα. Και αρκετοί από τους νεώτερους της «γύρισαν την πλάτη», στα καλύτερά τους χρόνια, θεωρώντας την ως περιττή ταλαιπωρία.

Ο «Δράκος» του ελληνικού μπάσκετ απέδειξε στην πράξη πως εννοούσε κάθε λέξη από τα συγκινητικά λόγια αποχαιρετισμού που απηύθυνε στους συμπαίκτες του στις 2 Αυγούστου 1996, μετά την ολοκλήρωση των αγώνων της Ελλάδας στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα: «Θέλω να σας πω οτι ήρθε η ώρα να σταματήσω από την Εθνική. Είναι δύσκολο, και το καταλαβαίνετε, αλλά θα μου επιτρέψετε να σας πω δύο λόγια. Φυλάξτε αυτή την ομάδα σαν κόρη οφθαλμού. Η Εθνική είχε, έχει και θα συνεχίσει να έχει επιτυχίες. Πρέπει να νιώθετε ότι αυτή η ομάδα είναι η υπερηφάνεια σας, η τιμή σας, ο ίδιος σας ο εαυτός. Πλέον, η σκυτάλη περνάει σε εσάς. Να την προσέχετε σαν την ψυχή σας».

– Του υπεράνθρωπου Γιαννάκη, που η αδάμαστη θέλησή του διέψευσε ακόμη και τους γιατρούς. Οταν διέλυσε το γόνατό του, του είχαν πει πως θα έπρεπε να ξεχάσει το μπάσκετ. Εκείνος, όμως, δεν πτοήθηκε. Συνέχισε να παίζει επί 14 χρόνια με κομμένο χιαστό! Ο τραυματισμός αυτός του κόστισε την ευκαιρία να δοκιμάσει την τύχη του στην απέναντι ακτή του Ατλαντικού (το 1982 οι Μπόστον Σέλτικς τον είχαν επιλέξει στο νούμερο 205 του draft), σε μια εποχή που ήταν αδιανόητο για έλληνα παίκτη να αγωνιστεί στο ΝΒΑ.

Τα παιδιά της εποχής του είχαν για ινδάλματα τον Γκάλη και τον Φασούλα. Λογικό. Ο «γκάνγκστερ» περνούσε σαν τον άνεμο ανάμεσα από τους αντιπάλους του και στεκόταν στον αέρα δύο χρόνους, καταργώντας τους νόμους της βαρύτητας. Η «αράχνη», πάλι, είχε ένα κορμί 213 εκατοστών, ό,τι πρέπει για μπάσκετ. Λες και ήταν… παλαιότερο μοντέλο του Γιάννη Αντετοκούνμπο. Ο Γιαννάκης των 1,92 δεν μπορούσε να είναι τόσο θεαματικός, ούτε τόσο εντυπωσιακός. Υπήρξε, όμως, ο «απόλυτος παίκτης»: πασέρ, σουτέρ, τρομερός αμυντικός, ηγέτης, «εγκέφαλος» και «ψυχή» της ομάδας του. Κι αργότερα, ως προπονητής, ένας «στρατηγός» που στα μάτια του όλοι έβλεπαν τη φλόγα της νίκης.

Στα 62 του χρόνια το μπάσκετ θα του πει το μεγάλο «ευχαριστώ» για τον μισό αιώνα που το υπηρέτησε με πάθος και ήθος.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News