797
Μπορεί ο Μίχαελ Σκίμπε να αλλάξει την αγωνιστική ταυτότητα της Εθνικής; | IntimeSports/ CreativeProtagon

Να μείνει ή να φύγει ο Σκίμπε (Νο 2);

Sportscaster Sportscaster 13 Σεπτεμβρίου 2018, 14:20
Μπορεί ο Μίχαελ Σκίμπε να αλλάξει την αγωνιστική ταυτότητα της Εθνικής;
|IntimeSports/ CreativeProtagon

Να μείνει ή να φύγει ο Σκίμπε (Νο 2);

Sportscaster Sportscaster 13 Σεπτεμβρίου 2018, 14:20

Την πρώτη φορά που τέθηκε το ερώτημα «να μείνει ή να φύγει ο Σκίμπε;», τον περασμένο Νοέμβριο, τέτοια διαδήλωση υπέρ της παραμονής του δεν την περίμενε ούτε ο ίδιος. Τον υποστήριξαν ανοιχτά ακόμη και οι εν ενεργεία παίκτες της Εθνικής. Σπουδαίο παράσημο για έναν προπονητή. Η ΕΠΟ του πρόσφερε νέο συμβόλαιο, και ο Γερμανός ανέλαβε να οδηγήσει τη «γαλανόλευκη» στο Euro 2020. Είτε από τον δρόμο των προκριματικών, είτε μέσω της νεοσύστατης Nations League.

Στη Ρωσία δεν πήγαμε, όμως ήταν αδύνατο να πάρουμε τη θέση του Βελγίου ή της Κροατίας, όπως αποδείχτηκε κι από τα κατορθώματα των αντιπάλων μας στα γήπεδα του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Με εξαίρεση κάποιους αιθεροβάμονες, όλοι συμφωνούν ότι η πρώτη θητεία του Μίχαελ Σκίμπε στην Ελλάδα ήταν επιτυχημένη. Παρέλαβε έναν περίγελο της ποδοσφαιρικής Ευρώπης -δυστυχώς, αυτό ήταν η Εθνική μας στη διετία που ακολούθησε το Μουντιάλ της Βραζιλίας- και τον έκανε ξανά ομάδα. Ανταγωνιστική. Ακολουθώντας, εν πολλοίς, τα βήματα του Οτο Ρεχάγκελ και του Φερνάντο Σάντος.

Σχεδόν δέκα μήνες μετά την ανανέωση του συμβολαίου του, το ερώτημα «να μείνει ή να φύγει ο Σκίμπε;» επανήλθε στο προσκήνιο.

Η ΕΠΟ σκέφτεται να του ζητήσει εξηγήσεις. Οχι μόνο για την ήττα στη Βουδαπέστη από την Ουγγαρία (2-1) στον δεύτερο αγώνα του Nations League, αλλά και γιατί η Εθνική έπαψε να δείχνει σημάδια προόδου. Το 1-1 στις Βρυξέλλες, στις 25 Μαρτίου 2017, ήταν το τελευταίο πραγματικά καλό της παιχνίδι. Στη συνέχεια, είτε νικούσε είτε έχανε, η εικόνα της ήταν προβληματική. Η δεύτερη φάση του σχεδίου του Σκίμπε -να δημιουργήσει μια ομάδα που θα παράγει ποδόσφαιρο- δεν πήγε τόσο καλά, όσο η πρώτη.

Το γκολ δεν υπήρξε, ποτέ, εύκολη υπόθεση για την Εθνική. Ούτε, καν, στα ντουζένια της. Τώρα, όμως, παραέγινε δύσκολη. Γκολτζήδες φορ, η Ελλάδα δεν διαθέτει – και γι’ αυτό δεν ευθύνεται ο Γερμανός. Μετά τον Μήτρογλου, το χάος. Τον τελευταίο ενάμισι χρόνο ο Κώστας έχει σκοράρει τέσσερα γκολ (σε εννέα ματς). Κανένας άλλος διεθνής μας δεν έχει πετύχει, έστω, δύο. Η έλλειψη χαρισματικών «κυνηγών» είναι ένα συγκυριακό φαινόμενο, ένα είδος ατυχίας. Αλλά, η αδυναμία των μεσοεπιθετικών να βοηθήσουν στο σκοράρισμα είναι ευθύνη του προπονητή.

Ο Μανωλάς πανηγυρίζει μετά το γκολ του απέναντι στους Ούγγρους

Ο Σκίμπε φαίνεται να έχει «βραχυκυκλώσει». Προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα, χρησιμοποιώντας παίκτες σε θέσεις στις οποίες δεν μπορούν να αποδώσουν. Στο Ταλίν έβαλε τον Μάνταλο ως δεξί εξτρέμ και τον Πέλκα ως αριστερό. Μετά την αναγκαστική αποχώρηση του Μήτρογλου, δοκίμασε άλλο ένα «δεκάρι», τον Μπακασέτα, σε θέση φορ. Στη Βουδαπέστη, πέρα από τον Πέλκα που, πάλι, χαραμίστηκε στα πλάγια, έπαιξε σέντερ φορ (για ένα ημίχρονο) ο… Δώνης. Στη χειρότερη περίπτωση, ο Γερμανός προσπαθεί να χωρέσει στην ενδεκάδα, και τον Φορτούνη, και τον Μάνταλο, και τον Πέλκα, και τον Μπακασέτα, για να κρατήσει τις ισορροπίες. Για να μη δυσαρεστήσει τον Ολυμπιακό, την ΑΕΚ, ή τον ΠΑΟΚ. Στην καλύτερη, είναι, απλώς, άτολμος. Ενας λιγότερο έμπειρος ποδοσφαιριστής, που όμως αγωνίζεται στη φυσική του θέση, θα μπορούσε να φανεί πολύ πιο χρήσιμος.

Οι αδυναμίες της Εθνικής είναι ακόμη πιο «χτυπητές» τώρα, στα παιχνίδια της Nations League. Γιατί εδώ δεν παίζει με την Κροατία, το Βέλγιο ή τη Βοσνία, αλλά με την Εσθονία, την Ουγγαρία και τη Φινλανδία. Καμία από αυτές δεν διαθέτει ποδοσφαιριστές της Αρσεναλ, της Ρόμα, της Μαρσέιγ, της Νάπολι, όπως εμείς. Ή τόσους διεθνείς που θα παίξουν στο Champions ή το Europa League, όπως εμείς. Σε αυτά τα ματς, που η Ελλάδα είναι (θεωρητικά) ανώτερη, όλοι περιμένουμε να παίξει ποδόσφαιρο πρωτοβουλίας, να κυριαρχήσει, να επιτεθεί, να σκοράρει. Οσο δεν το κάνει, τόσο θα μεγαλώνει η δυσπιστία για τον Σκίμπε.

Ο Σκίμπε έχει αρχίσει να νοιώθει πίεση…

Αλλά, μήπως προσέξατε κάτι; Το περασμένο Σάββατο η Εθνική μπήκε στο παιχνίδι με την Εσθονία κεφάτη, αποφασιστική, πιεστική. Ενώ την Τρίτη, στο πρώτο δεκαπεντάλεπτο, ήταν νωθρή, χαλαρή, σχεδόν αδιάφορη. Κλασική συμπεριφορά, για όσους γνωρίζουν καλά την ψυχοσύνθεση αυτής της ομάδας. Εφυγε θριαμβεύτρια από το Ταλίν, με τα ελληνικά ΜΜΕ να την αποθεώνουν. Και πήγε στη Βουδαπέστη για να αντιμετωπίσει την αδύναμη Ουγγαρία (που προερχόταν από ήττα στη Φινλανδία) σε ένα άδειο γήπεδο. Οι έλληνες παίκτες πίστεψαν πως δεν θα χρειαζόταν να ιδρώσουν πολύ για να φτάσουν στη νίκη – ήταν φανερό. Αιφνιδιάστηκαν. Ο Σκίμπε δεν τους είχε προετοιμάσει σωστά, πρώτα απ’ όλα πνευματικά.

Αυτή τη δουλειά την έκανε καλύτερα απ’ όλους ο Οτο Ρεχάγκελ. Προηγουμένως, όμως, είχε κάνει κάτι πιο σημαντικό: είχε διαλέξει 16-17 ποδοσφαιριστές – πολεμιστές, με εγωισμό και φιλοδοξίες, στους οποίους στηρίχτηκε. Ο συμπατριώτης του έχει, ήδη, καλέσει 30 διαφορετικά πρόσωπα – και αμφιβάλλω πολύ εάν το πάθος τους για την ομάδα ήταν ανάμεσα στα κριτήριά του.

Να φύγει, λοιπόν, ο Σκίμπε. Αρκεί να ξανάρθει ο Οτο. Γίνεται; Μάλλον όχι. Οπότε, ας του δώσουμε την ευκαιρία να βρει τι κάνει λάθος και να το διορθώσει. Ρεχάγκελ δεν θα βρούμε, εύκολα, άλλον.