Οι δύο πλευρές κάθησαν στο ίδιο τραπέζι αλλά αυτό φαίνεται πως ήταν το μόνο κοινό στοιχείο ανάμεσά τους. Δεξιά, ο Αντονι Μπλίνκεν | Frederic J. Brown/Pool via REUTERS
Επικαιρότητα

Σινοαμερικανικός καβγάς κορυφής σε ζωντανή μετάδοση

Η πρώτη επίσημη συνάντηση των δύο πλευρών, επί Μπάιντεν, στην Αλάσκα, εξελίχθηκε σε πεδίο ασυνήθιστα έντονης αντιπαράθεσης μπροστά στις κάμερες, με τα βέλη να φεύγουν σωρηδόν από τη μία μεριά του τραπεζιού στην άλλη
Protagon Team

Δεν πήγε και τόσο καλά η πρώτη επίσημη συνάντηση Αμερικανών-Κινέζων αξιωματούχων επί κυβέρνησης Μπάιντεν. Το παγωμένο κλίμα στο εσωτερικό της αίθουσας ήταν ταιριαστό με την ατμοσφαιρική θερμοκρασία στο Ανκορεϊτζ της Αλάσκα, όπου συγκεντρώθηκαν οι δύο αντιπροσωπείες.

Δεν ήταν μόνο οι διαφορετικές απόψεις για θέματα πολιτικής που εξέφρασαν οι δύο πλευρές, αλλά και οι εκατέρωθεν λεκτικές επιθέσεις:

«Πιέζουν τις άλλες χώρες να μάς επιτεθούν», είπαν οι Κινέζοι. «Ηρθαν έτοιμοι να κάνουν φασαρία για τα μάτια του κόσμου», απάντησαν οι Αμερικανοί.

«Θα συζητήσουμε τις βαθιές ανησυχίες μας για τις ενέργειες της Κίνας στη Σιντζιάνγκ», επαρχία όπου η Ουάσινγκτον κατηγορεί το Πεκίνο πως διαπράττει «γενοκτονία» σε βάρος των μουσουλμάνων μειονοτικών Ουιγούρων, «στο Χονγκ Κονγκ, στην Ταϊβάν», αλλά και τις «κυβερνοεπιθέσεις εναντίον των ΗΠΑ», όπως και τους «οικονομικούς εξαναγκασμούς σε βάρος συμμάχων μας», προειδοποίησε σε ασυνήθιστα ωμό τόνο τους συνομιλητές του ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Αντονι Μπλίνκεν στην εισαγωγική του τοποθέτηση.

«Καθεμιά από αυτές τις ενέργειες απειλεί τη βασισμένη σε κανόνες τάξη που εγγυάται την παγκόσμια σταθερότητα», υποστήριξε. «Γι’ αυτό δεν πρόκειται απλά για εσωτερικές υποθέσεις».

Ο Τζέικ Σάλιβαν, σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Μπάιντεν, μιλάει και ο Αντονι Μπλίνκεν παρακολουθεί. Στους Κινέζους πάντως, δεν άρεσαν καθόλου αυτά που έλεγε

Η κινεζική απάντηση ήταν εξίσου δηκτική.

«Η Κίνα εναντιώνεται σθεναρά στην αμερικανική ανάμιξη στις εσωτερικές της υποθέσεις. Εχουμε εκφράσει την ισχυρή αντίθεσή μας σε κάθε τέτοια ανάμιξη και θα λάβουμε αυστηρά μέτρα ως αντίδραση», τόνισε ο Γιανγκ Τζιετσί, το κορυφαίο στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας στο διπλωματικό πεδίο.

Στο πλάι του, ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας Ουάνγκ Γι επέκρινε τις αμερικανικές κυρώσεις που ανακοινώθηκαν την παραμονή της συνάντησης, εξαιτίας της καταστολής στο Χονγκ Κονγκ την οποία προσάπτει η Ουάσινγκτον στο Πεκίνο. «Δεν είναι τρόπος αυτός να υποδέχεσαι προσκεκλημένους», διαμαρτυρήθηκε.

Σειρά του Γιανγκ Τζιετσί να μιλήσει σε επιθετικό τόνο στους Αμερικανούς

Η συνάντηση θα συνεχιστεί την Παρασκευή.

Οι προσδοκίες ήταν εξαρχής περιορισμένες και ο τόνος που έδωσαν με τις εισαγωγικές τους τοποθετήσεις τα δύο μέρη επιβεβαίωσε πόσο βαθύ είναι το χάσμα που τα χωρίζει.

Η αμερικανική πλευρά είχε τονίσει ότι θα επιδιώξει τη συνεργασία απέναντι σε κοινές προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή, η πανδημία, η μη διάδοση των πυρηνικών όπλων, ενώ έχει τονίσει επανειλημμένα ότι «μεγαλύτερη πρόκληση του 21ου αιώνα» για τις ΗΠΑ είναι ο στρατηγικός ανταγωνισμός με την Κίνα.

Ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου, Τζέικ Σάλιβαν, διαβεβαίωσε ότι η Ουάσινγκτον δεν επιδιώκει «σύγκρουση» με την Κίνα, πάντως είναι «ανοικτή στον σκληρό ανταγωνισμό».

Από την πλευρά του, ο Γιανγκ Τζιετσί κάλεσε να «εγκαταλειφθεί η νοοτροπία του Ψυχρού Πολέμου», τονίζοντας πως το Πεκίνο δεν επιζητεί «ούτε αναμέτρηση, ούτε σύγκρουση».

Ωστόσο, εμφανώς ενοχλημένος από τις αμερικανικές κατηγορίες, κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι επιδιώκουν «να επιβάλουν τη δική τους δημοκρατία στον υπόλοιπο κόσμο», ότι χρησιμοποιούν τη στρατιωτική τους ισχύ και την οικονομική τους ηγεμονία για να εξαναγκάζουν άλλες χώρες να συντάσσονται μαζί τους, ότι χρησιμοποιούν σαν πρόφαση την εθνική τους ασφάλεια για να επιβάλλουν δασμούς ή άλλα μέτρα. Αναφέρθηκε ακόμη σε παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις ίδιες τις ΗΠΑ, μιλώντας για «πολλά προβλήματα» στο πεδίο αυτό, υπενθυμίζοντας μεταξύ άλλων τις κινητοποιήσεις του κινήματος Black Lives Matter, τα φαινόμενα του ρατσισμού και της αστυνομικής βαρβαρότητας.

Οι Κινέζοι προσέρχονται στη συνάντηση με ακονισμένα ξίφη

Αφήνοντας κατά μέρος το αυστηρό πρωτόκολλο και επίσης εμφανώς ενοχλημένος, ο Αντονι Μπλίνκεν κράτησε τα δημοσιογραφικά συνεργεία στην αίθουσα για να ανταπαντήσει. «Αυτά που ακούω εγώ είναι πολύ διαφορετικά από αυτά που περιγράφετε. Ακούω (δηλώσεις) μεγάλης ικανοποίησης για την επιστροφή των ΗΠΑ στο πλευρό των συμμάχων και εταίρων τους, κι ακούω επίσης (δηλώσεις) βαθιάς ανησυχίας όσον αφορά ορισμένες ενέργειες της δικής σας κυβέρνησης».

Μετά την πρώτη συνάντηση, αμερικανός αξιωματούχος είπε στους δημοσιογράφους ότι η κινεζική πλευρά επέλεξε τη «δημαγωγία», τους «λεονταρισμούς», τους «θεατρινισμούς», τα «δράματα αντί για διάλογο ουσίας».

Πρόσθεσε όμως, ότι μένει να διαπιστωθεί αν αυτή η επιθετικότητα είχε στόχο το ακροατήριο στο εσωτερικό της Κίνας παρά την Ουάσινγκτον, κάτι που δεν είναι ασυνήθιστο στο διεθνές διπλωματικό πεδίο, και ότι η συζήτηση που ακολούθησε ανάμεσα στις δύο πλευρές όταν αποχώρησαν οι δημοσιογράφοι από την αίθουσα, ήταν εποικοδομητική, ουσιώδης και σοβαρή, σημειώνει το BBC.

Σύμφωνα με την Μπόνι Γκλέιζερ από το Κέντρο για Στρατηγικές και Διεθνείς Σπουδές, οι δύο πλευρές αναμένεται να «αναζητήσουν πιθανά πεδία συναίνεσης» και να «εξετάσουν αν μπορούν να διαχειριστούν, αν όχι να μειώσουν, τις αποκλίσεις τους. Δεν διαφαίνεται πάντως καμία πρόθεση “επανεκκίνησης”, όπως είχαν πει οι Κινέζοι».

Τις τελευταίες ημέρες, αμερικανοί αξιωματούχοι απαριθμούν ζητήματα για τα οποία η Ουάσινγκτον έχει θέματα με την Κίνα: τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη «στρατιωτικοποίηση» της Νότιας Σινικής Θάλασσας, την «κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας», την απουσία «διαφάνειας» για την προέλευση του νέου κορονοϊού… «Μια μακρά σειρά διαφωνιών», κατά την έκφραση του εκπροσώπου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Νεντ Πράις.

Οπως λέει η Ελίζαμπεθ Εκόνομι, ερευνήτρια στο Hoover Institution του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, είναι «απίθανο» η Κίνα να «αλλάξει συμπεριφορά» σε οποιοδήποτε από τα θέματα που της θέτει η κυβέρνηση των ΗΠΑ. «Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου οι αξίες και το όραμα του αυριανού κόσμου» στις δύο χώρες «βρίσκονται στους αντίποδες», σχολιάζει.