923
| Shutterstock

Πωλείται ο Πλανήτης: αυτοί που κρατούν τα κλειδιά

Protagon Team Protagon Team 3 Μαρτίου 2021, 16:35
|Shutterstock

Πωλείται ο Πλανήτης: αυτοί που κρατούν τα κλειδιά

Protagon Team Protagon Team 3 Μαρτίου 2021, 16:35

Είναι όντως αλήθεια πως ενόσω βουρτσίζουμε τα δόντια μας, σπάνια σκεφτόμαστε το πλαστικό καπάκι του σωληνάριου με την οδοντόκρεμα ή το χλώριο που απολυμαίνει το νερό με το οποίο ξεπλένουμε το στόμα μας. Ούτε το πώς φτάνουν ο καφές ή το τσάι και η ζάχαρη έως εμάς μας απασχολεί ιδιαίτερα ενώ αγνοούμε οι περισσότεροι και την πηγή των καυσίμων που καίνε τα αυτοκίνητά μας. «Οι πρώτες ύλες που καθιστούν τις ζωές μας τόσο άνετες είναι πολύ αδιάφορες, ούτως ώστε να εστιάζουμε σε αυτές», αναφέρει σε κείμενό του ο Τζον Αρλιτζ των λονδρέζικων Times.

Υποστηρίζει, ωστόσο, πως ο εν λόγω ισχυρισμός κάθε άλλο παρά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς «το πώς το πετρέλαιο, τα πλαστικά και τα τρόφιμα φτάνουν από εκεί όπου παράγονται έως εμάς, είναι η πιο ανεξέλεγκτη, η πιο βρώμικη και η πιο επικίνδυνη επιχείρηση στον πλανήτη. Εμπλέκονται δυτικοί τυχοδιώκτες με επιλεκτική ηθική, κομμουνιστές που έγιναν ολιγάρχες, ο Φιντέλ Κάστρο, διεφθαρμένοι αφρικανοί κυβερνήτες και η ομάδα αγωνιστικού ελκήθρου της Τζαμάικα».

Τουλάχιστον αυτό υποστηρίζουν οι Χαβιέρ Μπλας και Τζακ Φάρκι, συγγραφείς του «The World for Sale: Money, Power and the Traders Who Barter the Earth’s Resources». Στο βιβλίο τους, που κυκλοφόρησε τον προηγούμενο μήνα, οι δύο δημοσιογράφοι του Bloomberg αποκαλύπτουν πώς τα μέλη μίας σχετικά μικρής ομάδας επιχειρηματιών που ειδικεύεται στο διαμεσολαβητικό εμπόριο, από τα γυάλινα γραφεία τους σε μικρές πόλεις της Ελβετίας ελέγχουν τη ροή των στρατηγικής σημασίας πρώτων υλών σε όλον τον κόσμο.

Μόλις πέντε επιχειρήσεις του κλάδου διαχειρίζονται καθημερινά 24 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου, το 1/4 της παγκόσμιας ζήτησης. Επτά επιχειρήσεις διανέμουν το 50% των σιτηρών ανά την υφήλιο. Οσον αφορά τα μέταλλα, η πανίσχυρη Glencore, ελέγχει το 1/3 του παγκόσμιου εμπορίου κοβαλτίου, το οποίο είναι απαραίτητο για την κατασκευή κινητών τηλεφώνων και ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Το 2019 ο κύκλος εργασιών των κορυφαίων εταιρειών που δραστηριοποιούνται στο διαμεσολαβητικό εμπόριο πρώτων υλών – Glencore, Cargill, Vitol, Trafigura – ανήλθε στα 725 δισεκατομμύρια δολάρια.

Οι άρχοντες των πρώτων υλών επιμένουν πως είναι απολιτικοί και κίνητρό τους αποτελεί το κέρδος όχι η δύναμη και η ισχύς. Και είναι αλήθεια πως, όντας «απαλλαγμένες από το βάρος της ιστορίας ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, της ηθικής» οι μεγάλες φίρμες του κλάδου δημιουργούν δισεκατομμυριούχους πιο γρήγορα ακόμα και από την Σίλικον Βάλεï, αναφέρει ο βρετανός δημοσιογράφος.

Αρκεί να σημειωθεί ότι η οικογένεια με τους περισσότερους δισεκατομμυριούχους στον κόσμο, δεκατέσσερις συνολικά, είναι η οικογένεια που ελέγχει την Cargill. Ωστόσο «η όρεξή τους για ρίσκο και η προθυμία τους να συνεργάζονται με οποιονδήποτε» τους καθιστά τελικά καθοριστικούς παράγοντες των πολιτικών εξελίξεων σε διεθνές επίπεδο.

Στο βιβλίο τους οι δύο δημοσιογράφοι αφηγούνται, μεταξύ άλλων, πώς ο Ιαν Τέιλορ, ο βρετανός επικεφαλής της Vitol, της κορυφαίας εταιρείας παγκοσμίως στο διαμεσολαβητικό εμπόριο πετρελαίου, συνέβαλε καθοριστικά στην πτώση και την ήττα του Μουαμάρ Καντάφι το 2011 στη Λιβύη. Απέστειλε αργό πετρέλαιο αξίας ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων στο προπύργιο των εξεγερμένων στη Βεγγάζη, δίχως καμία εγγύηση ότι κάποια στιγμή θα λάμβανε τα χρήματά του. Πληρώθηκε τελικά όταν αποδεσμεύτηκαν τα περιουσιακά στοιχεία του Καντάφι στο εξωτερικό. Ο Ιαν Τέιλορ ο οποίος εγκατέλειψε τα εγκόσμια τον περασμένο Ιούνιο σε ηλικία 64 ετών είχε συνδράμει και τον Φιντέλ Κάστρο και την Κούβα για να επιβιώσουν μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991, προσφέροντας πετρέλαιο με αντάλλαγμα ζάχαρη.

Ο Μαρκ Ριτς, ο πιο διαβόητος από τους μεγαλεμπόρους πρώτων υλών, έσωσε τη Τζαμάικα από την πτώχευση κατά τη δεκαετία του 1980, προμηθεύοντάς την με πετρέλαιο, και συνδέθηκε, τελικά,  τόσο στενά με την κυβέρνηση της χώρας που κατέληξε να συμβάλει στην χρηματοδότηση της πρώτης ομάδας αγωνιστικού ελκήθρου της Τζαμάικα, η οποία συμμετείχε στους χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1988.

Πέρα, όμως, από τα ανέκδοτα για τους πρωταγωνιστές του διαμεσολαβητικού εμπορίου πρώτων υλών, οι δύο δημοσιογράφοι αποκαλύπτουν πλήθος «συγκλονιστικών» πληροφοριών, όπως το γεγονός πως έως το 2016 ήταν νόμιμο στην Ελβετία να συμπεριλαμβάνονται τα αποκαλούμενα «facilitation fees», ήτοι προμήθειες για το κλείσιμο συμφωνιών, μεταξύ των εκπιπτομένων επιχειρηματικών δαπανών.

Εξηγούν επίσης πως η πανουργία των εν λόγω ανθρώπων σε συνδυασμό με τη δυσκολία εντοπισμού και καθορισμού της προέλευσης των πρώτων υλών, καθιστά σχεδόν αδύνατο τον έλεγχο του κλάδου. Στο πλαίσιο της συμφωνίας της Κούβας για την παροχή ζάχαρης με αντάλλαγμα πετρέλαιο, επίσημα η Vitol και άλλες εταιρείες προμήθευαν την Αβάνα με πετρέλαιο από τη Ρωσία και τη Μόσχα με ζάχαρη από την Κούβα. Γεωγραφικά, ωστόσο, επρόκειτο για μία περιττή διαδικασία, οπότε άρχισαν να προμηθεύουν την Κούβα με πετρέλαιο από τη Λατινική Αμερική και τη Ρωσία με ζάχαρη από πιο κοντινές αγορές. Το πετρέλαιο των Ρώσων και η ζάχαρη των Κουβανών κατέληγαν τελικά σε άλλους πελάτες. Και μία χρονιά που η σοδειά δεν ήταν καλή στην Κούβα, η κυβέρνηση έδωσε άδεια στη Vitol για την ανέγερση ενός ξενοδοχείου στην επικράτειά της και πλήρωσε τους υπόλοιπους προμηθευτές της με… πούρα!.

Ομως, το πιο αξιοσημείωτο όσον αφορά το συγκεκριμένο βιβλίο, είναι σύμφωνα με τον δημοσιογράφο των Times το γεγονός πως γράφτηκε καθώς «ο πρώτος κανόνας όσον αφορά το διαμεσολαβητικό εμπόριο πρώτων υλών ορίζει ότι δεν μιλάμε για το διαμεσολαβητικό εμπόριο πρώτων υλών».

Οι συγγραφείς του εργάστηκαν σκληρά για να το ολοκληρώσουν και στις σελίδες του παραθέτουν απίστευτες ιστορίες. Μοναδικό μειονέκτημα αποτελεί η απουσία ενός συνδετικού πορίσματος το οποίο θα απαντούσε στα ερωτήματα που εν λόγω ιστορίες γεννούν:

«Εχουμε ανάγκη από αυτές τις εταιρείες ούτως ώστε να λαδώνουν τα γρανάζια του καπιταλισμού; Είναι αυτοί οι άνθρωποι οι μοναδικοί που τολμούν να ριψοκινδυνεύουν στο διαλυμένο από τους πολέμους και διεφθαρμένο Κονγκό για να πάρουν το κοβάλτιο για τις μπαταρίες των ηλεκτρικών αυτοκινήτων που ο κόσμος χρειάζεται; Καθιστούν υποχρεωτικές τις δωροδοκίες οι επιχειρηματικές και πολιτικές πρακτικές που εφαρμόζονται στις χώρες όπου δραστηριοποιούνται; Η μήπως υπάρχει ένας καλύτερος τρόπος;», διερωτάται ο Τζον Αρλιτζ, ολοκληρώνοντας την κριτική του.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News